Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Euronomade.info
του UGO ROSSI

Εισήγηση που παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Ο Negri πέρα από τον Negri (II). Μορφή-Κράτος, συντακτική δύναμη και Αυτοκρατορία στο καθεστώς του παγκόσμιου πολέμου», Πανεπιστήμιο του Σαλέρνο, 18–19 Ιουνίου 2026.
Εισαγωγή
Η κριτική της κυριαρχίας –νοούμενης ως νομικο-πολιτικής έκφρασης του λόγου του Κράτους, ενάντια στα αιτήματα μετασχηματισμού και διαρκούς θεσμικής καινοτομίας που θέτει σε κίνηση το πλήθος– αντιπροσωπεύει ένα κεντρικό θέμα –αν όχι το κατεξοχήν θέμα-κλειδί– στην πολιτική σκέψη του Αντόνιο Νέγκρι. Αναφερόμαστε εδώ, ειδικότερα, στη νεγκριανή θεωρητική παραγωγή που εκτείνεται από την προσωπική έκδοση του έργου Η Μορφής-Κράτος (La Forma Stato) το 1977, περνώντας από την Άγρια Ανωμαλία (L’Anomalia Selvaggia) το 1981 και τη Συντακτική Εξουσία (Il Potere Costituente) το 1992, μέχρι την Εργασία του Διονύσου (Labor of Dionysus) το 1994, το πρώτο από τη σειρά βιβλίων (πέντε συνολικά, πέρα από συντομότερα δοκίμια) που γράφτηκαν μαζί με τον Μάικλ Χαρτ και η οποία ολοκληρώνεται με το Assembly (Συνέλευση), το οποίο κυκλοφόρησε το 2017. Σε αυτή τη φάση, η Αυτοκρατορία (Empire), που δημοσιεύτηκε το 2000, ξεχωρίζει ιδιαίτερα, επειδή το βιβλίο –ένα πραγματικό tour de force στενής και επίμονης αντιπαράθεσης με την κριτική συζήτηση για την παγκοσμιοποίηση, η οποία βρισκόταν τότε σε πλήρη ανοδική φάση– οικοδομεί την ερμηνευτική του πρόταση γύρω από την κριτική της κυριαρχίας, συνδέοντάς την με την έλευση της νέας «αυτοκρατορικής» τάξης του παγκόσμιου καπιταλισμού. Από την πλευρά του, το Assembly, γραμμένο στον απόηχο της κρίσης του 2008 και υπό το φως της μεγάλης ανάδυσης του κύκλου των παγκόσμιων κινημάτων που ξεκίνησαν το 2011 (από το Occupy Wall Street και την Αραβική Άνοιξη έως τις ισπανικές acampadas, μέχρι τα πειράματα δημοτισμού στην Ευρώπη και τις Αμερικές και τη μετα-εθνική και συνομοσπονδιακή εξέγερση της κουρδικής Ροζάβα κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010), είναι το έργο όπου ανιχνεύονται οι πιο ακριβείς ενδείξεις για την πρακτική μιας πολιτικής του πλήθους, εναλλακτικής προς την ιδέα της κυριαρχίας.
Το κοινό νήμα που συνδέει αυτά τα έργα είναι η «οντολογική» κριτική της κυριαρχίας. Ονομάζεται «οντολογική» επειδή η κριτική του Negri, και μετέπειτα των Hardt-Negri, στρέφεται ενάντια στην κυριαρχία καθαυτή, προς στην ουσία της και προς στον τρόπο με τον οποίο αυτή εκδηλώνεται στις διαφορετικές συναρθρώσεις της νεωτερικής και σύγχρονης πολιτικής: από τη ρεαλιστική εκδοχή, η οποία εντοπίζει στο πρόσωπο του κυρίαρχου τον ύπατο θεματοφύλακα του λόγου του κράτους (από τον Hobbes έως τον Carl Schmitt και την ιδέα του για την κατάσταση εξαίρεσης ως αποκαλυπτική στιγμή της αποφασιστικής εξουσίας του κυρίαρχου), μέχρι τη δημοκρατική-αντιπροσωπευτική θεωρία της κυριαρχίας, η οποία εντοπίζει στον «λαό» -εννοούμενο ως ενιαίο σώμα- το υποκείμενο που είναι ικανό να αντιπροσωπεύσει τη «γενική βούληση», σύμφωνα με την αρχική διατύπωση του Jean-Jacques Rousseau. Το ζήτημα της κριτικής της κυριαρχίας είναι σε τέτοιο βαθμό κεντρικό στη νεγκριανή σκέψη, ώστε μπορεί να υποστηριχθεί ότι, όπως στον Marx και στους Marx-Engels η «κριτική της πολιτικής οικονομίας» αποτελεί το κόκκινο νήμα που διατρέχει και συνέχει το έργο τους, έτσι στον Negri και στους Hardt-Negri τον αντίστοιχο ρόλο κατέχει η «κριτική της κυριαρχίας».
***
Η εισήγηση που ακολουθεί προσφέρει μια επανεξέταση του νεγκριανού θέματος της κριτικής της κυριαρχίας υπό το πρίσμα της τρέχουσας πολιτικοοικονομικής συγκυρίας. Η σημερινή συγκυρία, όπως αυτή διαμορφώθηκε τα τελευταία πέντε χρόνια, κατά την περίοδο που μεσολαβεί μεταξύ του τέλους της πανδημίας του Covid, της έναρξης της εισβολής της Ρωσίας στην Ουκρανία και των σημερινών πολέμων στη Μέση Ανατολή/Δυτική Ασία, σημαδεύεται από αυτό που ονομάζω «γεωπολιτικό γίγνεσθαι της κυριαρχίας». Το γεωπολιτικό γίγνεσθαι της κυριαρχίας είναι το αποτέλεσμα ενός πλαισίου που χαρακτηρίζεται από μια παρατεταμένη αστάθεια στις διεθνείς αγορές, από την έκρηξη στρατηγικών, εμπορικών και τεχνολογικών εντάσεων και ανταγωνισμών μεταξύ των κρατών -με έντονες επιπτώσεις στις εθνικές οικονομίες, για παράδειγμα, γενικευμένη αύξηση του κόστους ζωής- και από τον συνεπακόλουθο πολλαπλασιασμό των πολέμων και των λεγόμενων στρατιωτικών «επιχειρήσεων» σε περιοχές του πλανήτη καίριας γεωπολιτικής και ενεργειακής σημασίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε να επιβάλλεται ένα πραγματικό «καθεστώς πολέμου» στον σύγχρονο κόσμο.
Σε μια μακροπρόθεσμη προοπτική, οι απαρχές της τρέχουσας πολιτικοοικονομικής συγκυρίας μπορούν να αναχθούν στη στεγαστική και χρηματοπιστωτική κρίση του 2008 στις Ηνωμένες Πολιτείες, καθώς και στη μετέπειτα κρίση της Ευρωζώνης μεταξύ των τελών της δεκαετίας του 2000 και των αρχών της δεκαετίας του 2010. Η κρίση των τελών της δεκαετίας του 2000 σηματοδότησε πράγματι ένα θεμελιώδες ορόσημο για την εξάντληση της ανοδικής τροχιάς της παγκοσμιοποίησης -η οποία μπορεί να οριστεί ως «παγκοσμιοποιητική» (globalista) υπό ατλαντική (και ειδικότερα αμερικανική) ηγεμονία – και στην έναρξη μιας φάσης που χαρακτηρίζεται από μια αναδιάταξη των διακρατικών σχέσεων προς μια πολυπολική κατεύθυνση, σημαδευόμενη από εθνικούς και ιμπεριαλιστικούς ρεβανσισμούς που οδήγησαν μέχρι το «καθεστώς πολέμου» που αντιμετωπίζουμε σήμερα.
Στην τρέχουσα συγκυρία βρέθηκαν να συνυπάρχουν κυρίως δύο διακριτοί πολιτικοστρατηγικοί τρόποι επιβολής της κυριαρχίας, οι οποίοι συγκλίνουν σε αυτό που ονομάζω «γεωπολιτικό γίγνεσθαι της κυριαρχίας»:
1. Ένας τρόπος συντηρητικής-αντιδραστικής μήτρας: πρόκειται για αυτό που στον δημόσιο λόγο είναι γνωστό ως «κυριαρχισμός» (sovranismo). Κατά την άποψή μου, μπορούμε να διακρίνουμε δύο εκδοχές κυριαρχισμού, οι οποίες αναδύθηκαν αμφότερες κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 2010: μια «εγχώρια» (αμυντικού τύπου) και μια άλλη «εξωτερική» (επιθετικού τύπου). Ο «εγχώριος» κυριαρχισμός – όπως εκφράζεται από ηγέτες που δραστηριοποιούνται σε μεσαίου και μεγάλου μεγέθους χώρες, όπως οι Orban, Bolsonaro, Modi, Farage- θεμελιώνεται κυρίως στην υπεράσπιση της επικράτειας και, ως εκ τούτου, των εθνικών συνόρων, στον οικονομικό εθνικισμό, στην προώθηση των παραδοσιακών αξιών και μιας εθνικής ταυτότητας που θεωρείται ότι απειλείται από την ξένη μετανάστευση. Ο «εξωτερικός» κυριαρχισμός, από την άλλη – όπως εκφράζεται από τη δεύτερη προεδρία Trump και, με τις δικές του ιδιαιτερότητες, από τον Putin στη Ρωσία- χαρακτηρίζεται μεν και αυτός από τον οικονομικό εθνικισμό και τον εθνικό ταυτοτισμό, αλλά ταυτόχρονα είναι προσανατολισμένος πρωτίστως στην αποκήρυξη της αυθεντίας που αντιπροσωπεύουν οι διεθνείς οργανισμοί (ξεκινώντας από τα Ηνωμένα Έθνη), καθώς και του συστήματος πολυμερών σχέσεων που συνδέεται με αυτούς. Παρά τις αρχικές προβλέψεις που απέδιδαν στον Trump μια απομονωτική γραμμή σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής, ο αμερικανικός κυριαρχισμός πηγάζει -πέρα από τα ιδεολογικά του κίνητρα (την «επιστροφή στον φασισμό»)- από μια διπλή στρατηγική αναγκαιότητα της αμερικανικής κυβέρνησης: σε ενεργειακό επίπεδο, την ανασυγκρότηση μιας δικής της διακρατικής αλυσίδας αξίας στρατηγικής σημασίας ορυκτών πόρων -τα λεγόμενα κρίσιμα ορυκτά (critical minerals)- αντιπαρατιθέμενη στη σχεδόν μονοπωλιακή θέση που κατέκτησε η Κίνα τα προηγούμενα χρόνια στον έλεγχο των «σπάνιων γαιών» και των κρίσιμων πρώτων υλών· σε τεχνολογικό επίπεδο, να επιβάλει τον έλεγχό της πάνω στις υλικές και άυλες υποδομές που διέπουν τις ροές των παγκόσμιων δεδομένων (global data) του καπιταλισμού των πλατφορμών, όπως τα ψηφιακά νομίσματα, η κυβερνοασφάλεια και οι αστικές ψηφιακές υποδομές.
2. Ένας δεύτερος τρόπος εκδήλωσης της κυριαρχίας είναι τεχνοκρατικής μήτρας, και μπορεί να συσχετιστεί πρωτίστως με την Ευρωπαϊκή Ένωση και, με τις δικές του ιδιαιτερότητες, με την Κίνα και άλλες χώρες που ακολουθούν στρατηγικές του λεγόμενου «τεχνο-εθνικισμού». Στο πλαίσιο της ΕΕ, αυτή η μορφή κυριαρχίας αναδύθηκε με ιδιαίτερη ένταση κατά τα χρόνια της μεταπανδημικής μετάβασης. Όπως και στην περίπτωση του εξωτερικού κυριαρχισμού της κυβέρνησης Trump, η τεχνοκρατική κυριαρχία πηγάζει από μια ώθηση ταυτόχρονα τεχνολογική, υποδομική και ενεργειακή. Από τη μία πλευρά, η έκρηξη της παραγωγικής Τεχνητής Νοημοσύνης (Generative AI) κατά το πρώτο μισό της δεκαετίας του 2020 επέβαλε μια επιτάχυνση των κρατικών επενδύσεων στις ψηφιακές τεχνολογίες και σε στρατηγικές παραγωγές και υποδομές, όπως οι ημιαγωγοί και οι οπτικές ίνες. Από το 2025 και έπειτα, η Ευρωπαϊκή Ένωση ενέτεινε τη στρατηγική της τεχνολογικής κυριαρχίας με την έγκριση μιας σειράς στρατηγικών κειμένων που αποσκοπούν στην ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας και τη μείωση της εξάρτησης από εξωτερικούς προμηθευτές. Ταυτόχρονα, η ενεργειακή κρίση, η οποία πυροδοτήθηκε αρχικά από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία και στη συνέχεια από την κρίση στα Στενά του Ορμούζ -που προκλήθηκε από την πολεμική επίθεση του Ισραήλ και των Ηνωμένων Πολιτειών εναντίον του Ιράν- επέβαλε μια επιτάχυνση στη στρατηγική της ενεργειακής κυριαρχίας στους κόλπους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, προς την κατεύθυνση της απεξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα και της ανάπτυξης αλυσίδων εφοδιασμού, των λεγόμενων «καθαρών» μορφών ενέργειας. Κατά παρόμοιο τρόπο με την Ευρωπαϊκή Ένωση, αν και δεν χρησιμοποιεί ρητά τον όρο «κυριαρχία», το τελευταίο πενταετές πρόγραμμα που ενέκρινε η Κίνα για την περίοδο 2026-2030 επικεντρώνεται σε στρατηγικές ενεργειακής και τεχνολογικής αυτάρκειας, με γνώμονα τον στόχο του διπλασιασμού του μεγέθους της εθνικής οικονομίας έως το 2035.
Όπως γίνεται φανερό, τα κίνητρα πίσω από την ανάδυση των δύο μορφών κυριαρχίας που μόλις υποδείχθηκαν είναι παρόμοια, αν όχι ακόμη και ταυτόσημα. Τα κίνητρα αυτά αποκαλύπτουν εκείνο που ο David Harvey ονόμασε «γεωπολιτική του καπιταλισμού», σε ένα δοκίμιο που δημοσιεύτηκε ήδη στο μακρινό πλέον 1985. Σύμφωνα με τον Harvey, η γεωπολιτική του καπιταλισμού πηγάζει από την τριβή που δημιουργείται ανάμεσα στην τάση του κεφαλαίου προς μία ρευστή επέκταση που δεν σέβεται τα εθνικά σύνορα, από τη μία πλευρά, και στο στρατηγικό συμφέρον των εθνικών κρατών, με την πρόσδεσή τους σε εδάφη, σύνορα και πληθυσμούς, από την άλλη. Αυτό που ονομάζω «γεωπολιτικό γίγνεσθαι της κυριαρχίας» αποτελεί, επομένως, το αποτέλεσμα της –κρίσιμης και ακόμη και σήμερα ανεπίλυτης– διαλεκτικής ανάμεσα στις καπιταλιστικές λογικές επέκτασης των αγορών στο τεχνολογικό, ενεργειακό και υποδομικό πεδίο και στις κρατικές λογικές ανταγωνισμού για την παγκόσμια κυριαρχία.
Ταυτόχρονα, το φαινόμενο του «γεωπολιτικού γίγνεσθαι της κυριαρχίας», αποκαλύπτοντας τη μορφή που προσλαμβάνει η γεωπολιτική του καπιταλισμού στην εποχή του καθεστώτος του παγκόσμιου πολέμου, έχει ως αποτέλεσμα να διαλύει τις αυταπάτες για μια εθνική κυριαρχία που διεκδικείται στο όνομα του «λαού» – αυταπάτες που καλλιεργήθηκαν επί μακρόν από σημαντικά τμήματα της Αριστεράς, σε διεθνές επίπεδο αλλά και στην Ιταλία, και εκπροσωπούνται στα γραπτά θεωρητικών όπως η Jodi Dean, η Chantal Mouffe και ο Slavoj Žižek. Η «γεωπολιτικοποίηση» της κυριαρχίας, η οποία καταλαμβάνει σήμερα τη δημόσια σφαίρα και το φαντασιακό της, αφήνει ελάχιστο χώρο για μια διεκδίκησή της με δημοκρατικό και λαϊκό πρόσημο. Το τέλος της αυταπάτης της λαϊκής κυριαρχίας ανοίγει, αντιθέτως, τον δρόμο για την πρακτική μιας μη-κυρίαρχης πολιτικής των μελλοντικών δυνατοτήτων, πέρα από το παρόν καθεστώς πολέμου. Το «να σκεφτούμε πέρα από το Κράτος» την ενεργειακή και κλιματική μετάβαση και να επινοήσουμε αυτό που οι Hardt και Negri ονόμασαν «μη κυρίαρχους θεσμούς» αποτελεί την πρόκληση που τίθεται σήμερα μπροστά στα συλλογικά κινήματα που αγωνίζονται για την κοινωνική και περιβαλλοντική δικαιοσύνη.