
Ήταν 19 Ιουνίου 2003 όταν μία επιβλητική διαδήλωση 5000 ανθρώπων διέσχιζε τους αστυνομοκρατούμενους δρόμους της Θεσσαλονίκης όπου θα πραγματοποιούνταν η σύνοδος Κορυφής της Ευρωπαϊκής Ένωσης στις 20-21 Ιούνη. Το σύνθημα της αφίσας που προπαγάνδιζε τη διαδήλωση και φωνάχτηκε όσο κανένα άλλο ήταν: «Στις νάρκες του Έβρου, στον πάτο του Αιγαίου, χτίζεται η ασφάλεια του κάθε ευρωπαίου»[1]. Η επιλογή της διαδήλωσης να κινηθεί στις γειτονιές του άνω κέντρου και της δυτικής Θεσσαλονίκης, ιδωμένη ως μία απόπειρα συνάντησης και επικοινωνίας με το πολυεθνικό προλεταριάτο της πόλης. Εξού και η επιλογή τα πανό, όπως τα κείμενα και τα τρικάκια, να είναι γραμμένα σε τρεις γλώσσες (ελληνικά, αλβανικά, ρωσικά). Η δύναμη, ο παλμός και η μαζικότητα ανάγκασαν ακόμη και τα καθεστωτικά media να μιλήσουν όχι για έναν απομονωμένο πολιτικό χώρο, αλλά για ένα κοινωνικό κίνημα. Η τοποθέτηση ενός συντρόφου του «Εσωτερικού Εχθρού», σε μία συνέλευση έναν χρόνο πριν τη διαδήλωση αποδείχτηκε προφητική: «Στόχος μας πρέπει να είναι αυτοί οι 20000 άνθρωποι χονδρικά, που ήρθαν σε επαφή από τη δεκαετία του ‘80 με αυτόν τον χώρο, να κατέβουν στον δρόμο». Όσον αφορά τη σύνθεση της συγκεκριμένης πορείας: η απουσία του ευκίνητου πολυεθνικού υποκειμένου που απέκτησε δύναμη και επιβεβαίωσε την αυτονομία του μέσα από τις νομαδικές διαδρομές των αντισυνόδων ήταν εκκωφαντική. Πολλαπλά υποκείμενα που συνέθεταν τη φιγούρα της νέας διάχυτης αντιεξουσίας εισέβαλαν στο κοινωνικό γίγνεσθαι αναστατώνοντας το πολιτικό σκηνικό. Σ’ αυτήν την πορεία, πέρα απ’ τον σκληρό πυρήνα των ομάδων του χώρου και τις συντρόφισσες και τους συντρόφους μεγαλύτερης ηλικίας που συμμετείχαν μαζικά, η συντριπτική πλειοψηφία αποτελούνταν από μία αναδυόμενη μητροπολιτική νεολαία που τα αμέσως επόμενα χρόνια θα «ηγεμονεύσει» πολιτικά στα πολλαπλά πεδία του κοινωνικού ανταγωνισμού.
Η πρωτοβουλία γι’ αυτήν τη διαδήλωση αλληλεγγύης στους μετανάστες πάρθηκε από εκείνη την τάση του α/α χώρου που κατέλαβε το κτίριο της Νομικής Σχολής του Α.Π.Θ., με την ενεργή στήριξη σχεδόν του συνόλου των ομάδων του χώρου που είχαν έρθει στη Θεσσαλονίκη. Η «υπερσυνέλευση»[2] επεδίωξε μέσα από την κατάληψη της Νομικής, όπου στεγάστηκαν το κέντρο αντιπληροφόρησης του δικτύου Indymedia, το Legal Team και το Medical Team, τη δημιουργία ενός ορατού πόλου. Στόχος της ήταν να παρέμβει στους δρόμους της πόλης για να αναδείξει, μέσα από λόγο και πράξεις, περιεχόμενα και διαδικασίες που θα συνέβαλαν τόσο στην έμπρακτη εναντίωση στη σύνοδο των αφεντικών, όσο και στην ανασύνθεση μιας άλλης δημόσιας κινηματικής σφαίρας[3]. Αλλού πέτυχε και αλλού όχι, ένας κομβικός σταθμός αυτής της τάσης[4] και για τη μετέπειτα διαδρομή της, ήταν και η πορεία αλληλεγγύης στους μετανάστες.

Η πρωτοβουλία αυτού του κόσμου, να διοργανώσει τη συγκεκριμένη διαδήλωση δεν ήταν καθόλου τυχαία. Στη σύνθεση των ομάδων συμμετείχαν άνθρωποι που την προηγούμενη δεκαετία είχαν ταξιδέψει από την Τσιάπας και το Άμστερνταμ μέχρι τη Γένοβα και την Πράγα, είχαν συμμετάσχει στις διηπειρωτικές συναντήσεις ενάντια στον νεοφιλελευθερισμό στα εδάφη των Ζαπατίστας και στις ισπανικές καταλήψεις, στα συνέδρια της PGA (Peoples Global Action) στο Μιλάνο και το Λάιντεν και των Indymedia στο Βερολίνο. Σύναψαν σχέσεις με συντρόφισσες και συντρόφους που οργάνωσαν εκείνες τις δικτυώσεις που μετεξελίχθηκαν στο «κίνημα ενάντια στην καπιταλιστική παγκοσμιοποίηση». Ήρθαν σε επαφή με νέες θεωρητικές αναζητήσεις και μορφές δράσης που κατέστησαν πλουσιότερη την παρέμβαση τους στην εδώ πολιτική πραγματικότητα. Γιατί ο αναστοχασμός, αν θέλει να είναι γόνιμος, καλό είναι να συμβαδίζει με την άμεση συμμετοχή στη γέννηση και ανάπτυξη των κινημάτων.
***
Για να κατανοήσουμε την καθιέρωση της διαδήλωσης αλληλεγγύης στους μετανάστες ως κομβικό και αναπόσπαστο κομμάτι των κινητοποιήσεων σε κάθε αντισύνοδο, πρέπει να ανιχνεύσουμε τη γενεαλογία, τη διαδρομή, τους αστερισμούς σημείων που ανέδειξαν το μεταναστευτικό σε κεντρικό ζήτημα ενασχόλησης των κινημάτων του ανταγωνισμού. Αν θέλουμε να σκεφτόμαστε έναν πιθανό μετασχηματισμό της κοινωνίας, πρέπει να ξεκινήσουμε ακριβώς από εκείνες που βρίσκονται στο περιθώριο της κοινωνίας, τους πληθυσμούς που περισσεύουν. Οι αγώνες τους είναι αγώνες οποιουδήποτε θέλει να αλλάξει τον κόσμο.
Η αρχή θα γίνει στις 23 Αυγούστου 1996 όταν 300 μετανάστ(ρι)ες από την Αφρική καταλαμβάνουν μια εκκλησία στο Παρίσι ζητώντας νομιμοποίηση. Οι γαλλικές αρχές αρνούνται να συνομιλήσουν μαζί τους. Η εκπρόσωπος των καταληψιών, η Madjiguène Cissé, γίνεται ιδιαίτερα δημοφιλής. Μιλά για «αυτονομία της μετανάστευσης», νεοαποικιοκρατία, και χρησιμοποιεί έναν νέο όρο: οι «Xωρίς Xαρτιά» (Sans Papiers). Το 1997 η Σισέ έγραψε το «Sans Papiers: A Woman Draws the First Lessons», όπου περιγράφει πώς οι Sans Papiers οργανώθηκαν ανεξάρτητα από θεσμικές οργανώσεις και πολιτικά κόμματα, και πώς η επιτυχία τους βασίστηκε στο ότι οι γυναίκες διεκδίκησαν την αυτονομία τους από τους άνδρες. Η Σισέ αρνήθηκε ευνοϊκή μεταχείριση από το γαλλικό κράτος (λόγω της δημοφιλίας της) και προτίμησε να επιστρέψει (το 2000) στη Σενεγάλη για να συμμετάσχει σε ένα νέο τότε κίνημα δημιουργίας γυναικείων αγροτικών συνεταιρισμών. Πέθανε στις 15 Μαΐου 2023, σε ηλικία 71 ετών, στην Ντάκα της Σενεγάλης.

Ο επόμενος σταθμός θα είναι στο Τάμπερε της Φινλανδίας τον Οκτώβρη του 1999, όταν ένα πλήθος αντιρατσιστικών συλλογικοτήτων, κοινωνικών κέντρων και ομάδων βάσης απ’ όλη την Ευρώπη θα διαδηλώσει ενάντια στην Ευρώπη Φρούριο. Θα αποτελέσει την «επίσημη πρώτη» εμφάνιση του δικτύου No Border, το οποίο τα επόμενα χρόνια θα επιχειρήσει να αμφισβητήσει έμπρακτα τις μεταναστευτικές πολιτικές. Ενέργειες άμεσης δράσης ενάντια στις απελάσεις και τον αποκλεισμό των μεταναστών, καμπάνιες στοχοποίησης αεροπορικών εταιριών[5] που συνεργάζονται στην απέλαση μεταναστών, ακτιβίστικες ενέργειες διάσχισης συνόρων, διαρκής δικτύωση και ανταλλαγή πληροφοριών για τη δημιουργία σταθερών δομών αντίστασης ντόπιων και μεταναστών. Τα επόμενα τέσσερα χρόνια οι κατασκηνώσεις δίπλα σε συνοριακά περάσματα και έξω από κέντρα κράτησης μεταναστών θα ξεπηδήσουν σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Από την παραβίαση των συνόρων Πολωνίας- Σλοβακίας μέχρι τις διαδηλώσεις έξω απ’ τα κεντρικά γραφεία της Σέγκεν στο Στρασβούργο, και από τα μαρτυρικά μονοπάτια της Τιχουάνα και τις καραβιές στις ακτές της Απουλίας στην κάτω Ιταλία μέχρι τη μαζική απόδραση από το στρατόπεδο συγκέντρωσης της Μελίγια στη Βόρεια Αφρική. Ποιος μπορεί να ξεχάσει τα ραμμένα στόματα της «γυμνής ζωής» στο κέντρο κράτησης στη Γούμερα της Αυστραλίας καθώς και τις πολύωρες συγκρούσεις των Ιταλών αυτόνομων Tute Bianche έξω από τα κρατητήρια της Via Corelli στο Μιλάνο και την κυριολεκτική κατεδάφιση του κολαστηρίου στις παρυφές της Μπολόνια;
***
Οι γραμμές διαφυγής των μεταναστών συγκροτούν μία διεθνιστική δύναμη, καταφάσκουν στην ελευθερία κίνησης ως βάση για όλες τις άλλες ελευθερίες. Οι μετανάστες είναι φορείς ενεργητικής δράσης και όχι απλώς παθητικά θύματα στο έλεος των συνθηκών. Οι αγώνες τους δεν μας μεταφέρουν μακρινές ιστορίες απέναντι στις οποίες εκφράζουμε την πατερναλιστική μας συμφωνία ή την αφηρημένη μας αλληλεγγύη, αλλά μιλούν και για λογαριασμό μας. Οι θεαματικές τους αποδημίες, θέτουν τα συνοριακά καθεστώτα υπό απειλή και ενίοτε προκαλούν ρωγμές και θρυμματίζουν τα διάφορα τείχη του παγκόσμιου συστήματος…
*Το κεντρικό σύνθημα στο πανό που προπορευόταν της διαδήλωσης αλληλεγγύης στους μετανάστες.
[1] Το σύνθημα αυτό, όπως και το: «ο πόλεμος δεν είναι εικόνα στις ειδήσεις, στον δρόμο γεννιούνται οι συνειδήσεις» με αφορμή τον πόλεμο στο Ιράκ το 2003, γεννήθηκαν μέσα από τις συλλογικές διεργασίες της συλλογικότητας «Εσωτερικός Εχθρός» που, για κάποιους από εμάς, αποτέλεσε ένα μεγάλο σχολείο. Δύο συνθήματα που επιχείρησαν απ’ τη μία να συμπυκνώσουν τα πεδία που διεξαγόταν η επίθεση των παγκόσμιων αφεντικών και απ’ την άλλη να ψηλαφίσουν περάσματα και πιθανές αντιστάσεις.
[2] Για την ιστορία, στην υπερσυνέλευση συμμετείχαν οι συλλογικότητες: Εσωτερικός Εχθρός, Μηχανή, κατάληψη Μαύρη Γάτα (αυτές οι τρεις αποτέλεσαν τον βασικό κορμό της κατάληψης Φάμπρικα Υφανέτ), Ξενοδοχείο των Ξένων (μετέπειτα Εκδόσεις των Ξένων), Facta Non Verba, Προβοκάτορες του Ήσυχου Ύπνου, Διαρρήκτες του Κοινωνικού Ιστού (οι τελευταίες δύο αρχικά ενώθηκαν στη συλλογικότητα Tristero και αργότερα διασπάστηκαν σε Blaumachen και Terminal 119).
[3] Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτή, η άλλη κινηματική σφαίρα εκφράστηκε στη Θεσσαλονίκη μέσα από τη δημιουργία των καταλήψεων Terra Incognita και Φάμπρικα Υφανέτ τον Μάρτη του 2004. Ίσως υπήρχε ανάμεσά τους μία μικρή άβυσσος όσον αφορά την προσέγγιση μιας σειράς κοινωνικών ζητημάτων, αλλά μπορούσαν να συνυπάρχουν στον δρόμο με έναν αλληλοσεβασμό, δίνοντας αποφασιστικές απαντήσεις τόσο στην κρατική καταστολή όσο και στις φασιστικές συμμορίες που έκαναν την εμφάνισή τους εκείνα τα χρόνια.
[4] Υπήρχε εκείνα τα χρόνια μία εσωτερική συζήτηση μεταξύ αυτών των ομάδων κατά πόσον θα έπρεπε να διερευνηθεί η δυνατότητα, να στηθεί ένας διακριτός πόλος (αυτό που ονομάζαμε μεταξύ μας τρίτο πόλο) εντός του α/α χώρου. Κατά τη γνώμη μας αυτό εν μέρη έγινε, όχι βέβαια από το σύνολο αυτού του μορφώματος το οποίο δεν μακροημέρευσε, αλλά ούτε και με μία συνολική απόσχιση από τον υπόλοιπο χώρο. Έγινε μέσα από τις διαφορετικές πολιτικές στοχεύσεις και περιεχόμενα και όχι από μια πιθανή μη κοινή κάθοδο στο δρόμο. Γιατί για όσες και όσους επιλέγουν να «στρατευτούν» στα κινήματα του ανταγωνισμού, μέσα από συλλογικότητες που αναπτύσσονται έξω και ενάντια στους θεσμούς, η αμείλικτη πραγματικότητα της πολιτικής επιβίωσης μερικές φορές παρακάμπτει τις εκάστοτε πολιτικές διαφωνίες, και είναι ακριβώς εκείνα τα δίκτυα σχέσεων, που έχουν δομηθεί τις περισσότερες φορές στους δρόμους, που υπερκαθορίζουν τις κινηματικές ισορροπίες.
[5] Όπως η Martin Air στην Ολλανδία, η Air France, η Swissair, η Lufthansa, η British Airways, η ισπανική Iberia και η βελγική Sabena.