Της Fabiola Naldi*
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 16 Μάϊου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας,Machina Rivista.

Συνομιλία με τον Franco «Bifo» Berardi**
Το «ΟΧΙ! Η άρνηση ως καλλιτεχνική πρακτική» (NO! La negazione come pratica artistica) της Φαμπιόλα Νάλντι είναι η νέα έκδοση του εκδοτικού οίκου MachinaLibro. Στο κείμενο αυτό, η συγγραφέας διατρέχει καλλιτεχνικές εμπειρίες που επέλεξαν τον δρόμο της εναντίωσης και της άρνησης του εαυτού, από τον Gustav Metzger έως τη Lee Lozano, και από την Yvonne Rainer έως τον Stewart Home, περνώντας και από τον Blu. Το βιβλίο περιλαμβάνει επίσης μια συνέντευξη του Φράνκο «Μπίφο» Μπεράρντι, την οποία δημοσιεύουμε σήμερα: έναν ριζοσπαστικό αναστοχασμό γύρω από τη σχέση ανάμεσα στην τέχνη, την άρνηση, την αυτονομία και τη λιποταξία στην εποχή του γνωσιακού αυτομάτου, θέτοντας ένα ερώτημα για το ίδιο το πεπρωμένο της γλώσσας και του ανθρώπινου στοιχείου.
***
Fabiola Naldi: Πώς μπορούμε να διακρίνουμε μια καλλιτεχνική πρακτική που ασκεί μια πραγματική λειτουργία αντίστασης από εκείνες τις μορφές πολιτισμικής παραγωγής οι οποίες, αν και υιοθετούν έναν κριτικό ή αντιπολιτευτικό λόγο, αποδεικνύονται ήδη πλήρως ενσωματωμένες στα οικονομικά, επικοινωνιακά και θεσμικά κυκλώματα του σύγχρονου καπιταλισμού;
Bifo: Ποτέ δεν πίστεψα ότι η τέχνη ασκεί μια λειτουργία αντίστασης. Ούτε κατάλαβα ποτέ καλά τι είναι αυτό το πράγμα που αποκαλούν «τέχνη». Θα έλεγα ότι δεν υπάρχει, παρά μόνο ως μια απλούστευση της κριτικής. Μπορώ να μιλήσω για τους καλλιτέχνες, αυτοί ναι, υπάρχουν, και κάνουν πράγματα πολύ διαφορετικά μεταξύ τους, που δύσκολα ανάγονται σε μία και μόνο αφηρημένη κατηγορία. Οι καλλιτέχνες, όπως λέει ο McLuhan, είναι κεραίες που συλλαμβάνουν αισθητηριακά τις μεταλλάξεις που έρχονται στην ψυχόσφαιρα. Η δραστηριότητα των καλλιτεχνών, επομένως, μπορεί να είναι μια παραγωγή υποταγμένη στην αγορά της Τέχνης, δηλαδή το τίποτα οργανωμένο σε εμπορευματική μορφή – παραγωγή αξίας μέσω του τίποτα. Ή μπορεί να είναι (και μερικές φορές είναι) πρόβλεψη, προμήνυμα, ευαισθητοποίηση απέναντι στις ροές μετάλλαξης που κυκλοφορούν στην ινφόσφαιρα (infosfera) και οι οποίες διεισδύουν στην ψυχόσφαιρα μορφοποιώντας την. Αλλά δεν μπορεί να είναι αντίσταση, και για τον πρόσθετο λόγο ότι αυτή η υπερχρησιμοποιημένη λέξη δεν σημαίνει πλέον πολλά πράγματα, μάλλον σχεδόν τίποτα. Αντίσταση σε τι; Στο γνωσιακό αυτόματο που εγκαθίσταται στο κέντρο της σκηνής; Και με ποιον τρόπο;
FN: Όταν ένα έργο παρουσιάζεται ως κριτική του συστήματος, αλλά συνεχίζει να κυκλοφορεί ως σημειο-εμπόρευμα (semio-merce) μέσα στα οικονομικά και θεσμικά του κυκλώματα, μπορεί πράγματι να γίνει λόγος για αντίσταση; Ή μήπως αυτή η ίδια η κριτική καταλήγει, έστω και άθελά της, να τροφοδοτεί τον μηχανισμό που επιδιώκει να θέσει υπό αμφισβήτηση; Το κομβικό σημείο του ζητήματος φαίνεται τότε να εντοπίζεται ακριβώς στον χώρο της έντασης ανάμεσα στην καλλιτεχνική αυτονομία και την οικονομική ενσωμάτωση: μέχρι ποιο σημείο μπορεί ένα έργο να διατηρήσει μια πραγματική κριτική ικανότητα χωρίς να απορροφάται σταδιακά στους μηχανισμούς πολιτισμικής, μιντιακής και εμπορικής αξιοποίησης του συστήματος της σύγχρονης τέχνης;
B: Ομολογώ ότι δεν με γοήτευσε ποτέ ο λόγος περί της εμπορευματικής ανάκτησης του έργου. Υπάρχουν λειτουργοί του κύκλου της καλλιτεχνικής παραγωγής που παράγουν διακοσμητικά αντικείμενα για την αγορά – και υπάρχουν, αντίθετα, κεραίες ικανές να μετασχηματίζουν την αντίληψη του επερχόμενου σε ορατά, ακουστικά, εννοιολογικά, νοητά σήματα… Οι πρώτοι δεν με ενδιαφέρουν περισσότερο απ’ όσο με ενδιαφέρει η παραγωγή και η εμπορία τυριού ή καλλυντικών. Το γεγονός ότι ένα έργο ικανό να λειτουργήσει ως κεραία (το οποίο, ναι, αυτό με ενδιαφέρει) σημειώνει εμπορική επιτυχία, δεν αλλάζει πολλά πράγματα. Για παράδειγμα: το Q, το μυθιστόρημα των Luther Blissett -το σημαντικότερο μυθιστόρημα των τελευταίων πενήντα ετών- είναι μια κεραία εξαιρετικής αντιληπτικής και προτασιακής ικανότητας· ίσως συνέθεσε ολόκληρη τη νεότερη ιστορία των επαναστάσεων, επικύρωσε το τέλος της και εισήγαγε τον αιώνα της λιποταξίας. Κι όμως, υπήρξε επίσης μια μεγάλη εμπορική επιτυχία. Συγχαίρω τους συγγραφείς γι’ αυτό και καθόλου δεν με δυσαρεστεί. Η ταινία του Όλιβερ Λαξ (Oliver Laxe), Sirat, η οποία περιγράφει με ανυπέρβλητο τρόπο τη συνθήκη δίχως πιθανότητα επιστροφής ή σωτηρίας στην οποία βρίσκεται το ανθρώπινο γένος την εποχή της σιωνιστικής παιδομαχίας (pedomachia), φαίνεται πως γνωρίζει μεγάλη εμπορική επιτυχία. Χαίρομαι γι’ αυτό και δεν θεωρώ ότι αυτό μειώνει την αξία του έργου. Γνωρίζω ότι υπάρχουν έργα που έχουν την ίδια προτασιακή δύναμη και παραμένουν σχεδόν άγνωστα. Το πράγμα για μένα αλλάζει ελάχιστα, ή μάλλον καθόλου.
FN: Η άρνηση πρέπει να γίνει κατανοητή κυρίως ως μια χειρονομία συμβολικής καταστροφής της υπάρχουσας τάξης – μια πράξη που αποκαλύπτει, διακόπτει και θέτει σε κρίση τους κώδικες μέσω των οποίων η εξουσία οργανώνει και σταθεροποιεί το νόημα – ή ως ένα άνοιγμα ικανό να γεννήσει νέες εννοιολογικές και αισθητηριακές δυνατότητες; Με άλλα λόγια, το «όχι» λειτουργεί πρωτίστως στο κριτικό επίπεδο, προκαλώντας ένα ρήγμα στο κυρίαρχο φαντασιακό και καθιστώντας ορατές τις αντιφάσεις του, ή εγκαινιάζει ένα διαφορετικό καθεστώς αντίληψης και εμπειρίας, ικανό να εισαγάγει νέες γλώσσες, νέες μορφές σχέσεων και νέους τρόπους κατοίκησης του κόσμου;
B: Με αποπροσανατολίζει κάπως η χρήση της λέξης «άρνηση». Όσο με αφορά, δεν χρησιμοποιώ αυτή τη λέξη επειδή παραπέμπει σε ένα εγελιανό πλαίσιο που μου φαίνεται ξεπερασμένο. Η δραστηριότητα των καλλιτεχνών, των ποιητών, μπορεί να θέσει σε κίνηση μια διαδικασία αποσύνθεσης της κυρίαρχης γλώσσας και μπορεί να ευνοήσει την ανάδυση γλωσσών αμοιβαίας αναγνώρισης. Είναι όμως ακόμα αλήθεια αυτό σήμερα, όταν το αυτόματο ιδιοποιείται όλες τις ανθρώπινες διανοητικές ικανότητες –συμπεριλαμβανομένης της αισθητικής ικανότητας– και τις μετατρέπει σε κύκλους επανάληψης και στοχαστικής επιλογής; Μπορώ να χρησιμοποιήσω τη λέξη «άρνηση» μόνο μέσα σε ένα αυστηρά γλωσσικό πλαίσιο, όπως κάνει ο Πάολο Βίρνο (Paolo Virno) όταν λέει ότι το γλωσσικό ζώο που είναι γνωστό ως άνθρωπος διακρίνεται από τα άλλα ζώα επειδή διαθέτει την ικανότητα να αρνείται. Το να λες «αυτό το αχλάδι δεν είναι αχλάδι» ή το να λες «αυτό το μήλο δεν υπάρχει» – είναι πράξεις που συνεπάγονται μια αυστηρά ανθρώπινη ικανότητα να ονομάζει αυτό που δεν έχει όνομα, αυτό που δεν μπορεί με κανέναν τρόπο να βιωθεί εμπειρικά: την απουσία μιας οντότητας. Αυτή είναι η άρνηση, και αυτή η ικανότητα εξαφανίζεται, στον βαθμό που υπάγεται στη μηχανή. Το γλωσσικό αυτόματο θα συνεχίσει να χρησιμοποιεί τη γλωσσική μορφή της άρνησης, αλλά η πιθανότητα μιας ανθρώπινης άρνησης έχει εξαφανιστεί.
FN: Στο θεωρητικό πλαίσιο που επεξεργάστηκε ο Φέλιξ Γκουατταρί, η έννοια του ρεφρέν υποδηλώνει μια διαδικασία μέσω της οποίας ένα υποκείμενο ή μια συλλογικότητα οικοδομεί το δικό της υπαρξιακό έδαφος μέσα σε έναν χώρο αρχικά χαοτικό ή ασταθή. Το ρεφρέν είναι η χειρονομία μέσω της οποίας οριοθετούνται συμβολικά σύνορα, οργανώνεται ένα περιβάλλον και καθίσταται κατοικήσιμο ένα θραύσμα του κόσμου. Υπό το πρίσμα αυτής της προοπτικής, μπορεί η άρνηση να ερμηνευθεί όχι μόνο ως καταστροφική χειρονομία ή ως απλή απόρριψη της υπάρχουσας τάξης, αλλά και ως μια πράξη ικανή να ανοίξει έναν διαφορετικό χώρο, να χαράξει ένα νέο πεδίο δυνατοτήτων;
B: Η αυτονομία δεν μπορεί να μεταφραστεί με την εγελιανή έννοια της άρνησης. Η αυτονομία δεν αρνείται, αντίθετα: καταφάσκει. Δεν αφαιρεί, αλλά ράβει και ξαναράβει. Και η λιποταξία είναι μια εκδοχή της αυτονομίας, όταν το πεδίο των σχέσεων κυριαρχείται από τον πόλεμο. Αν μου επιτρέπεις να αντικαταστήσω τη λέξη «άρνηση» με εκείνη της «λιποταξίας» (ως μορφή της αυτονομίας) τότε ναι, βεβαίως και μπορεί να γίνει μια χειρονομία που ανοίγει εδάφη συμπεριφοράς, αμοιβαίας αναγνώρισης. Αλλά αναγνώρισης ποιου; Υπάρχει ακόμα μια ανθρώπινη γλώσσα, υπάρχει ακόμα ένα μέλλον που να μπορεί να οριστεί ως ανθρώπινο; Εγώ πιστεύω πως όχι. Τι σημαίνει, άλλωστε, ανθρώπινο; Την απάντηση τη βρίσκουμε στον Πρωταγόρα, ο οποίος λέει: πάντων χρημάτων μέτρον άνθρωπος. Ο άνθρωπος υπήρξε αυτό: το μέτρο των πραγμάτων, για εκείνα που υπάρχουν ως προς το ότι υπάρχουν, και για εκείνα που δεν υπάρχουν ως προς το ότι δεν υπάρχουν. Αλλά τα πράγματα –οι πλανήτες, τα μόρια, οι οργανισμοί– έχουν εξέλθει από τη σφαίρα του μετρήσιμου. Στην εποχή της τεχνικής, το ανθρώπινο έχασε σταδιακά την ικανότητά του να μετρά τα πράγματα, έγινε και το ίδιο ένα μετρήσιμο πράγμα ανάμεσα στα άλλα. Η παρούσα συνθήκη είναι εκείνη του ασύμμετρου: υπερβολικά μεγάλου, υπερβολικά μικρού, υπερβολικά γρήγορου, υπερβολικά ισχυρού ώστε η ανθρώπινη διάνοια να μπορεί να το μετρήσει.
FN: Με ποιον τρόπο μπορεί η έννοια της ελευθερίας να συσχετιστεί με τη δυνατότητα της άρνησης; Και με ποια έννοια η ελευθερία δεν μπορεί να θεωρηθεί πραγματικά απεριόριστη, αν δεν υποστηρίζεται από μια ουσιαστική ικανότητα σκέψης και δράσης;
B: Σε ερωτήματα σαν κι αυτό θα μπορούσα να είχα απαντήσει, ίσως, πριν από πενήντα χρόνια. Αντιλαμβάνομαι το γεγονός ότι έχουμε πολύ διαφορετικές εννοιολογικές αναφορές, σε κάποιον βαθμό ίσως ασύμβατες. Η λέξη “ελευθερία” μού ακούγεται κενή, ψευδής, επικίνδυνη. Δεν τη χρησιμοποιώ παρά μόνο αν είμαι απολύτως αναγκασμένος να το κάνω (αλλά σε αυτή την περίπτωση, για ποια ελευθερία μιλάμε;). «Ελευθερία» είναι η λέξη με την οποία ο Χαβιέρ Μιλέι έπεισε τη μεγάλη πλειοψηφία των νεαρών Αργεντινών να ψηφίσουν το φασιστικό και ελευθεριακό κόμμα του. Ο Σάμιουελ Τζόνσον είπε πριν από δύο αιώνες ότι τη λέξη ελευθερία τη φωνάζουν δυνατά οι έμποροι σκλάβων. Τι σημαίνει «ελευθερία»; Ο Πίκο ντέλα Μιράντολα υποστηρίζει ότι ελευθερία είναι το πεδίο δυνατοτήτων που ανοίγεται στον άνθρωπο από τη στιγμή που ο Θεός δεν κατέχει ένα αρχέτυπο, έναν ορισμό για το ανθρώπινο. Η ελευθερία, επομένως, είναι η οντολογική διάσταση του να μην καθορίζεσαι από την πράξη της θείας δημιουργίας. Το προνόμιο της ελεύθερης βούλησης, ένα προνόμιο καθαρά οντολογικό. Αλλά αυτό το προνόμιο τελείωσε από τη στιγμή που το γλωσσικό αυτόματο αιχμαλώτισε το πεδίο της ανθρώπινης σύλληψης και δράσης. Στο δικό σου έργο, ποια σχέση υπάρχει ανάμεσα στην άρνηση σε φιλοσοφικό επίπεδο –νοούμενη ως κριτική της νεωτερικής ιδέας περί κυριαρχίας, της απεριόριστης ανάπτυξης και της βούλησης για δύναμη– και στην άρνηση σε καλλιτεχνικό επίπεδο;. Πρόκειται για δύο διακριτά επίπεδα, ένα θεωρητικό και ένα αισθητικό, ή για δύο διαφορετικές εκδοχές της ίδιας κριτικής χειρονομίας που θέτει υπό αμφισβήτηση την ιδέα της απεριόριστης επέκτασης, η οποία προσιδιάζει στη νεωτερικότητα; Τι σημαίνει το «ΟΧΙ» της τέχνης;. Η μεγάλη τέχνη έλεγε ναι στη ζωή, ναι στην εξέγερση, ναι στη χαρά, ναι στο σεξ, ναι στον έρωτα. Τώρα δεν υπάρχει πια η δυνατότητα να πούμε ναι, επειδή όλα αυτά τα πράγματα είναι νεκρά. Ακόμα και η δυνατότητα να πούμε «ΟΧΙ» έχει εξαφανιστεί από το προσκήνιο. Ίσως γνωρίζεις κάτι για τη σύγχρονη τέχνη που εγώ δεν το γνωρίζω, αλλά αυτό που γνωρίζω εγώ είναι νεκρό. Υπάρχει μόνο θάνατος γύρω μας, δεν το αντιλαμβάνεσαι;. Οι εικοσάρηδες που συναναστρέφομαι – οι εικοσάρηδες που είναι ευφυείς, ανήσυχοι, αυτοί που είναι ακόμα ικανοί για σκέψη– ασχολούνται με την κατάθλιψη, με τον θάνατο και με το τίποτα. Το τίποτα είναι το θέμα που απασχολεί σήμερα όποιον είναι πνευματικά ζωντανός. Επειδή το τίποτα είναι η μόνη ελπίδα (για να χρησιμοποιήσω μια λέξη που μου προκαλεί αποστροφή): το τίποτα είναι το μόνο μέλλον που μπορούμε να φανταστούμε χωρίς αποτροπιασμό. Θα μου πεις: εσύ μιλάς έτσι επειδή είσαι γέρος. Ναι, είμαι γέρος, είμαι εβδομήντα έξι χρονών και, αν ο κόσμος ήταν δίκαιος, θα έπρεπε να είχα πεθάνει πριν από δέκα χρόνια. Αλλά η τεχνική μού επέτρεψε (με ανάγκασε) να ζήσω άλλα δέκα χρόνια, και ίσως μου πέσει ο κλήρος να συνεχίσω για λίγο ακόμα. Αυτή η σκέψη δεν σχετικοποιεί τίποτα, ξέρεις γιατί;. Επειδή η πλειονότητα της κοινωνίας μας είναι γερασμένη. Όσοι είναι άνω των εξήντα αποτελούν το ένα τρίτο του λευκού πληθυσμού, και οι εικοσάρηδες είναι γέροι σαν εμένα -περισσότερο από εμένα- επειδή ο εγκέφαλός τους υπέστη υπερ-διέγερση από τότε που ήταν δύο μηνών, και η γήρανση είναι συνάρτηση της διέγερσης που έχει υποστεί ο εγκέφαλος.
***
*Η Fabiola Naldi είναι ιστορικός τέχνης, κριτικός και επιμελήτρια. Διδάσκει στην Ακαδημία Καλών Τεχνών και στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια, και είναι συγγραφέας πολυάριθμων δοκιμίων και βιβλίων αφιερωμένων στη video art, τη φωτογραφία, την performance και τη street art. Έχει επιμεληθεί σημαντικά εκθεσιακά project και τηλεοπτικά format εστιασμένα στις γλώσσες του παρόντος.
**Ο Franco «Bifo» Berardi είναι συγγραφέας, φιλόσοφος, πολιτισμικός ακτιβιστής και ένας από τους σημαντικότερους σύγχρονους ριζοσπάστες στοχαστές. Ανάμεσα στους ιδρυτές του Radio Alice, τα βιβλία του μεταφράζονται, διαβάζονται και μελετώνται σε όλο τον κόσμο. Από τα τελευταία του έργα που κυκλοφόρησαν στην Ιταλία, ξεχωρίζουν τα Disertate (Λιποτακτήστε) και Pensare dopo Gaza (Να σκεφτούμε μετά τη Γάζα) – και τα δύο από τις εκδόσεις Timeo.