Benedetto Vecchi. Ένας ξυπόλυτος διανοούμενος

Το παρόν άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 26 Ιουνίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Euronomade.info, αποτελεί απόσπασμα του πρώτου κεφαλαίου του βιβλίου πάνω στο οποίο εργαζόταν ο Benedetto Vecchi, με τίτλο «Tecnoutopie» (Τεχνοουτοπίες), το οποίο βρέθηκε στον υπολογιστή του μετά τον θάνατό του. Σε επιμέλεια του Sergio Bianchi, είναι διαθέσιμη διαδικτυακά στον ιστότοπο Ahidaonline μια ανθολογία κειμένων του Benedetto Vecchi.

Από την εισαγωγή του Sergio Bianchi

Τον Ιανουάριο του 2020 έφυγε από τη ζωή ο Benedetto Vecchi. Σε αυτό το βιβλίο συγκεντρώσαμε ορισμένα κείμενά του, επιλέγοντάς τα ανάμεσα στα εκατοντάδες που έγραψε κατά τη διάρκεια της καθημερινής του στράτευσης ως υπεύθυνος των πολιτιστικών σελίδων της εφημερίδας «il manifesto» και ως αγωνιστής σε άλλους πολιτιστικούς και πολιτικούς χώρους.

Εδώ δώσαμε προτεραιότητα σε όσα δημοσίευσε στα περιοδικά «Luogo Comune», «DeriveApprodi», στο μονοθεματικό τεύχος του «Il Tallone del Cavaliere» και στο «Machina». Σε αυτά προσθέσαμε μια συνέντευξή του με θέμα τη στράτευση, καθώς και κείμενα παρμένα τόσο από το βιβλίο του Το δίκτυο από την ουτοπία στην αγορά (La rete dall’utopia al mercato, εκδόσεις manifestolibri 2015), όσο και από το Τεχνοουτοπίες (Tecnoutopie, εκδόσεις DeriveApprodi – πρώτη περίοδος).

Δεν έχουμε, επομένως, την αξίωση να αποδώσουμε εδώ, ούτε στο ελάχιστο, την ποσότητα και την ποιότητα της πολιτισμικής παραγωγής που εξέφρασε ο Benedetto, αλλά μάλλον να παραθέσουμε ενδεικτικά, μέσα σε ένα χρονικό εύρος τριάντα ετών, ορισμένα κρίσιμα περάσματα της έρευνάς του γύρω από το ζήτημα του δικτύου· ενός ζητήματος του οποίου υπήρξε παθιασμένος μελετητής και γνώστης ήδη από την εποχή της εισόδου του στο εγχείρημα της «il manifesto», όχι ως δημοσιογράφος αλλά, ακριβώς, ως τεχνικός πληροφορικής. Από εκεί ξεκίνησε η περιπέτειά του ως «ξυπόλυτος διανοούμενος».

                                                                                       ***

 Ένα μέλλον προσιτό στην φαντασία (πρώτη έκδοση, Αύγουστος 2019, αναθεωρημένη από τη Laura Fortini)

Ένας κόσμος όπου η εξαθλίωση και η καταδίκη στην εργασία έχουν εξοβελιστεί και όλες οι βρόμικες δουλειές εκτελούνται από έξυπνες μηχανές, οι οποίες όμως υπακούουν τυφλά σε κάθε ανθρώπινη εντολή, σε πλήρη συμμόρφωση με τους απαράβατους νόμους περί ρομπότ που διατύπωσε ένας συγγραφέας με τη φήμη φιλοσόφου. Ή, πάλι, η χίμαιρα μιας πραγματικότητας όπου όλοι καταφέρνουν να πλουτίσουν επενδύοντας σε έναν ατομικισμό τόσο ριζικό όσο και προσανατολισμένο προς μια τέλεια ισορροπία, επιτρέποντας δηλαδή και στους άλλους ανθρώπους να επιδιώκουν την ίδια ακριβώς επιθυμία για πλούτο και ευημερία. Σε κάθε περίπτωση, ο μοχλός για την επίτευξη του τέλειου κόσμου παρέχεται από ένα σύστημα μηχανών τόσο εξελιγμένο, που μας επιτρέπει να μιλάμε για νοήμονες μηχανές.

Βέβαια, υπάρχει πάντοτε κάποιος που προτιμά να σκιαγραφεί αποκαλυπτικά σενάρια, όπου οι μηχανές επιτελούν έναν συγκεκριμένο ρόλο: να εδραιώνουν την εξουσία μιας μειονότητας πάνω στην πλειονότητα του πληθυσμού. Ένας τεχνολογικός Μεσαίωνας ως επακόλουθο μιας κοινωνικής αποκάλυψης, η οποία ακύρωσε τη δυνατότητα απελευθέρωσης που θα μπορούσε να προσφέρει η εντατική και εκτατική χρήση των μηχανών, της τεχνητής νοημοσύνης και των βιοτεχνολογιών. Στην περίπτωση αυτή, η τεχνητή νοημοσύνη και η επιστήμη –στον τεχνολογικό Μεσαίωνα η γενετική μηχανική χρησιμεύει στην επιλογή μιας κυρίαρχης φυλής– αποτελούν το πεδίο πάνω στο οποίο οικοδομείται μια κοινωνία όπου, αντίθετα, δεν υπάρχει χώρος για να φανταστεί κανείς ένα μέλλον που επιχειρεί να μετουσιώσει σε πραγματικότητα την εγκόσμια χίμαιρα μιας χώρας της αφθονίας (μιας Cuccagna), από όπου η οδύνη και η αθλιότητα είναι εξοβελισμένες.

Η άρνηση της ουτοπίας συνυπάρχει, ωστόσο, με ανανεωμένες διακηρύξεις για την καλή κοινωνία και το «ευ ζην» (buon vivere). Οι ουτοπίες διαθέτουν πράγματι τη δύναμη να γοητεύουν κάθε φορά που εκφέρονται, επειδή προβάλλουν το ακροατήριο τους σε μια μυστηριώδη χώρα όπου τα πάντα γίνονται δυνατά. Αυτό που μέχρι πρότινος ήταν οικείο αποκαλύπτει τον αφόρητο χαρακτήρα του, προσλαμβάνοντας τα χαρακτηριστικά ενός ζουρλομανδύα που εμποδίζει την ελευθερία κίνησης – και της φαντασίας. Αυτό που φάνταζε καθησυχαστικό και προστατευτικό –η καθημερινή ζωή ρυθμισμένη από τις ίδιες χειρονομίες και τα ίδια πρόσωπα, χωρίς πολλές παραλλαγές, οι σχέσεις γειτονιάς τόσο προβλέψιμες στην εκδήλωσή τους– μετατρέπεται σε καταναγκασμό, σαν να φορά κανείς ένα υπερβολικά στενό ρούχο που του κόβει την ανάσα και καθιστά τις κινήσεις του αδέξιες.

Στο όνομα αυτού που «δεν υπάρχει ακόμη», μπορούν, αντίθετα, να διαρραγούν οι περιορισμοί και τα όρια της πραγματικότητας, κυνηγώντας το όνειρο της οικοδόμησης ενός άλλου κόσμου. Η ελκτική δύναμη των ουτοπιών δεν εξασθενεί, ακόμη και όταν εκείνες τίθενται υπό διωγμό στο όνομα μιας «αρχής της πραγματικότητας» στην οποία οφείλει κανείς να προσχωρήσει. Λίγη σημασία έχει αν αυτή η αρχή γίνεται αποδεκτή ή αν, αντίθετα, απορρίπτεται στο όνομα ενός μέλλοντος που πρέπει να οικοδομηθεί με μέθοδο και αφοσίωση. Εδώ, η ουτοπία θεωρείται μια κατάρα που αποσπά από το «ευ ζην», εκτρέποντας τη ροή της ζωής από την ορθή της πορεία. Η αρχή της πραγματικότητας είναι το σύνολο των καθιερωμένων συνηθειών και των κανόνων που δεν μπορούν να παρακαμφθούν στο όνομα μιας ιδανικής κοινωνίας, διότι μια τέτοια πράξη θα έθετε σε κίνδυνο την ίδια την ύπαρξη της κοινότητας.

Οι εχθροί της ουτοπίας δεν έχουν καμία αμφιβολία: το μέλλον δεν μπορεί ποτέ να σηματοδοτεί μια απόσταση από το παρόν, διότι το διακύβευμα είναι πάντα η αναπαραγωγή του ήδη γνωστού, χωρίς την οποία το σύνολο των κοινωνικών σχέσεων τίθεται σε κίνδυνο. Μάταια, λοιπόν, ψελλίζει ο υμνητής του status quo ότι, δίχως την υπόσχεση ενός μέλλοντος διαφορετικού από το ήδη χαραγμένο, η ανθρωπότητα είναι καταδικασμένη στην κουραστική επανάληψη μιας ύπαρξης που εμποδίζει ακριβώς αυτό το τόσο πολυπόθητο «ευ ζην». Απέναντι στο άγνωστο του μέλλοντος προτιμάται, επομένως, η επιστροφή του «αιώνια ίδιου».

Η ένταση που υφίσταται ανάμεσα στην αρχή της πραγματικότητας και την ουτοπία αποκαλύπτει, συνεπώς, την ακατάλυτη αντίθεση ανάμεσα στην προσκόλληση στο status quo και την επιβεβλημένη προδοσία του με σκοπό τη βελτίωση της ατομικής και συλλογικής ζωής. Σε αυτή την ένταση έγκειται η γοητεία της ουτοπίας, η οποία ασκεί την ελκτική της δύναμη ακόμη και σε όσους την αποστρέφονται. Η ουτοπία είναι, δηλαδή, ένας πειρασμός απέναντι στον οποίο πρέπει να αντιταχθεί κάθε αναγκαίο μέσο, ακριβώς εξαιτίας αυτής της αύρας μέλλοντος που φέρει, το οποίο διαρρηγνύει την αργή και προβλέψιμη πορεία της κοινωνικής ζωής.

Ωστόσο, όποιος προτίθεται να αποκαλύψει το βάθος της αβύσσου που διανοίγει η επίκληση ενός άγονου ρεαλισμού, διατρέχει τον κίνδυνο της πιο ταπεινωτικής και πικρής αποτυχίας, εάν το προτεινόμενο μέλλον δεν έχει προηγουμένως περιβληθεί από τη σαγηνευτική και μεθυστική δύναμη μιας ισχυρής κοινωνικής φαντασίας. Προς αποφυγή παρανοήσεων: Ο κίνδυνος αποτυχίας της ουτοπίας δεν έγκειται σε μια υπερβολικά γόνιμη ή ασυμβίβαστη φαντασία, αλλά στο γεγονός ότι δεν μπορεί να αφεθεί ελεύθερη στον εαυτό της, καθώς τότε εκδηλώνει αφόρητες κοινοτοπίες και έναν σκοπό πολύ διαφορετικό από εκείνον που είχε προφητεύσει. Η φαντασία και ο δίδυμος αδελφός της, ο ρεαλισμός, θεωρούνται και οι δύο φορείς συμφορών εάν αποσυνδεθούν από εκείνη την πραγματικότητα από την οποία αναγγέλλουν είτε την αποχώρησή τους είτε την ακόμη ισχυρότερη προσχώρησή τους.

Όποια κι αν είναι η οδός που οδηγεί πέρα από τον γκρεμό του ρεαλισμού και την άβυσσο μιας κόλασης κρυμμένης πίσω από την εξαγγελία ενός επίγειου παραδείσου, βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα εγχείρημα ριψοκίνδυνο και γεμάτο παγίδες, όπως μαρτυρούν αιώνες ουτοπιών που νομοτελειακά σώρευσαν ερείπια στην ιστορία της ανθρωπότητας. Εκείνο όμως που εκδηλώνεται με εντυπωσιακή κανονικότητα είναι το γεγονός ότι, παρά τις αποτυχίες και τις τραγωδίες που συντελέστηκαν στο όνομα της ουτοπίας, οι προθέσεις χειραφέτησης και ευτυχίας επιστρέφουν για να ταράξουν τον ύπνο και την εφησυχασμένη ζωή των κοινωνιών. Το να στοχαζόμαστε το ιστορικό γίγνεσθαι δίχως την κοινωνική φαντασία, υποστήριζε με οξυδέρκεια ο Μπρόνισλαβ Μπάτσκο στο έργο του Η Ουτοπία, αποτελεί ένα εγχείρημα μερικό, ακρωτηριασμένο. Από εδώ προκύπτει η επανεμφάνιση ιδανικών πόλεων, χαμένων νησιών, ουτοπικών πολιτειών.

Η ουτοπία και ο αδελφός της, ο ρεαλισμός, συνιστούν στάσεις στερούμενες λογικού θεμελίου εάν δεν στηρίζονται σε μια ισχυρή ιδέα, ικανή να εκτρέψει τη ροή των γεγονότων από την τροχιά που έχει καθορίσει το βέλος του χρόνου, εκτοξευμένο εν καιρώ από τους θεματοφύλακές του. Και αν η ουτοπία οραματίζεται έναν κόσμο προς διαμόρφωση από τα λιγότερο ή περισσότερο επιδέξια χέρια των ανθρώπων, ο ρεαλισμός, ανεξάρτητα από τις προθέσεις εκείνων που τον επικαλούνται, εκδηλώνει μια ανάλογη και εντούτοις αντιθετική δύναμη μορφοποίησης της πραγματικότητας, μέσα από την αναπαραγωγή των εδραιωμένων πρακτικών, της τρέχουσας τάξης πραγμάτων και των κοινωνικών σχέσεων που είναι διαμορφωμένες σύμφωνα με τους άφθαρτους κανόνες της φυσικής κατάστασης. Μεταξύ ουτοπίας και ρεαλισμού, επομένως, τα σημεία σύγκλισης είναι πολύ περισσότερα από εκείνα που θέσπισε η φιλοσοφία ή η θεολογία.

Από τη μία πλευρά, επομένως, υπάρχει ένα μέλλον που πρέπει να μορφοποιηθεί σύμφωνα με όσα είναι εφικτό να συλλάβει η φαντασία· από την άλλη, υπάρχει η κανονιστική ισχύς του οικείου, του καθιερωμένου, της δεδομένης τάξης, που στοχεύει σε κάθε περίπτωση να διαμορφώσει τα μυαλά και τα σώματα.