Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 17 Ιουλίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Euronomade.info
του SANDRO MEZZADRA

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας των Τετραδίων Εδάφους
Είκοσι πέντε χρόνια χωρίζουν τη Γένοβα του 2001 από τη σημερινή συγκυρία. Τότε, μέσα στον κύκλο των κινημάτων ενάντια στη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση, η αλληλεγγύη στους μετανάστες επιχειρούσε μια αποφασιστική πολιτική μετατόπιση: να πάψει να τους αντιμετωπίζει αποκλειστικά ως θύματα της εκμετάλλευσης και των συνόρων και να αναγνωρίσει στις ίδιες τις πρακτικές της μετανάστευσης μια ενεργητική δύναμη. Η «ελευθερία κίνησης» δεν ήταν απλώς ένα ανθρωπιστικό αίτημα· οι μεταναστευτικές διαδρομές, οι πρακτικές φυγής και οι αγώνες για άδεια παραμονής, εργασία και κατοικία διαβάζονταν ως μορφές κοινωνικής και πολιτικής σύγκρουσης. Από αυτή την εμπειρία τροφοδοτήθηκε η έννοια της «αυτονομίας της μετανάστευσης». Η κινητικότητα δεν αποτελεί απλώς παθητική αντίδραση στις ανάγκες του κεφαλαίου ή στις κρατικές πολιτικές, αλλά εμπεριέχει επιθυμίες, μορφές ζωής και πρακτικές ελευθερίας που δεν μπορούν ποτέ να υπαχθούν ολοκληρωτικά στους μηχανισμούς ελέγχου τους.
Σήμερα, η επιστροφή του Τραμπ στην εξουσία και η άνοδος της άκρας δεξιάς διεθνώς επαναφέρουν τη μετανάστευση στο επίκεντρο μιας αυταρχικής αναδιοργάνωσης της κοινωνίας. Η κατασκευή του μετανάστη ως απειλή, η στρατιωτικοποίηση των συνόρων, οι απελάσεις, ο περιορισμός του ασύλου και η διάχυση της επιτήρησης στο εσωτερικό των μητροπόλεων συγκροτούν ένα καθεστώς που δεν επιχειρεί απλώς να ανακόψει την κινητικότητα, αλλά να την φιλτράρει, να την ταξινομήσει και να την πειθαρχήσει. Το σύνορο, όπως έχει επιμείνει ο Mezzadra, δεν βρίσκεται πλέον μόνο στην εδαφική περίμετρο του κράτους: πολλαπλασιάζεται στους χώρους εργασίας, στα καθεστώτα διαμονής, στις μητροπόλεις και στις τεχνολογίες επιτήρησης, παράγοντας διαφορετικούς βαθμούς δικαιωμάτων, επισφάλειας και δυνατότητας μετακίνησης.
Γι’ αυτό η υπόδειξη της Γένοβας διατηρεί σήμερα όλη την πολιτική της δύναμη. Απέναντι σε μια παγκόσμια ακροδεξιά που επιχειρεί να μετατρέψει το σύνορο σε θεμελιώδη πολιτικό θεσμό του φόβου και του αποκλεισμού, η πολιτικοποίηση της κινητικότητας σημαίνει να ξεκινάμε από τις ίδιες τις πρακτικές, τις αρνήσεις και τους αγώνες των μεταναστών και των μεταναστριών. Να αναγνωρίζουμε στην κινητικότητά τους όχι μόνο μια διαφυγή από τη βία και την εκμετάλλευση, αλλά μια ενεργητική δύναμη που παραβιάζει τα σύνορα, διαταράσσει τις εθνικές και κοινωνικές ιεραρχίες και ανοίγει νέους χώρους σύγκρουσης και κοινής δράσης. Από αυτή τη σκοπιά, η ελευθερία της κίνησης δεν είναι απλώς ένα δικαίωμα προς διεκδίκηση, αλλά ένα πεδίο αγώνα μέσα στο οποίο μπορούν να συγκροτηθούν νέες μορφές αλληλεγγύης, συνάντησης και κοινωνικής απελευθέρωσης.
***
Πρώτοι ήρθαν οι μετανάστες: όχι ως θύματα, αλλά ως πρωταγωνιστές
«Ο κόσμος ανήκει σε όσους κινούνται», αναγραφόταν σε πανό που αναρτήθηκε στη Ρώμη κατά τη διαδήλωση ενάντια στον «βίαιο επαναπατρισμό» [remigrazione], στις 13 του περασμένου Ιουνίου. Μια ανάλογη πολιτική πρόθεση είχε υπαγορεύσει την επιλογή να ανοίξουν οι τριήμερες κινητοποιήσεις ενάντια στους G8 της Γένοβας, στις 19 Ιουλίου 2001, με μια διαδήλωση αφιερωμένη στο ζήτημα των μεταναστεύσεων. «Ελευθερία κίνησης, ελευθερία χωρίς σύνορα», έγραφε το μεγάλο πανό της κεφαλής της πορείας.
Η πολιτική ανάγνωση των πρακτικών κινητικότητας ήταν ο στόχος που έθετε εκείνη η διαδήλωσης των δεκάδων χιλιάδων ανθρώπων. Αρνούμενοι να αναχθούν σε απλά «θύματα» της νεοφιλελεύθερης παγκοσμιοποίησης -όπως εξάλλου διατείνονταν πληθώρα φωνών εντός του κινήματος που είχε αναδυθεί στο προσκήνιο μεταξύ Σιάτλ και Πόρτο Αλέγκρε- οι μετανάστες και οι μετανάστριες καθίσταντο η ενσάρκωση του αγώνα για έναν «άλλο εφικτό κόσμο». Μέσα από τις μετακινήσεις τους και τους καθημερινούς τους αγώνες, ιχνηλατούσαν το περίγραμμα μιας εναλλακτικής παγκοσμιοποίησης, ενός πλέγματος «υποτελών» γεωγραφιών, οι οποίες συγκροτούσαν μία από τις θεμελιώδεις υλικές υποδομές για τη διασύνδεση και την άρθρωση των επιθυμιών και των σχεδίων ριζοσπαστικού μετασχηματισμού του υπάρχοντος.
Στην Ιταλία και την Ευρώπη, η Γένοβα του 2001 κατέστη έτσι –μεταξύ πολλών άλλων πραγμάτων– ένας κομβικός σταθμός για την ανάπτυξη του ακτιβισμού γύρω από τα ζητήματα της μετανάστευσης και των συνόρων, ο οποίος διαμόρφωσε την ταυτότητα των κοινωνικών κινημάτων μέχρι σήμερα: από τις κινητοποιήσεις για την άδεια διαμονής έως τις πρωτοβουλίες ενάντια στη βία των συνόρων, και από τον πρωταγωνιστικό ρόλο των μεταναστών στους αγώνες για τη στέγαση και την εργασία, μέχρι την ανάδυση του «πολιτικού στόλου» που δραστηριοποιείται στις επιχειρήσεις διάσωσης στη θάλασσα της Μεσογείου. Ωστόσο, η θεμελιώδης κατεύθυνση εκείνης της 19ης Ιουλίου, τουλάχιστον από την οπτική όσων διοργάνωσαν τη διαδήλωση, ήταν ακόμη γενικότερης εμβέλειας: η μετανάστευση και τα σύνορα δεν έπρεπε να εκληφθούν ως θεματικές για «ειδικούς», αλλά μάλλον ως φακοί, ως μια μέθοδος για την ολική ανάγνωση των μετασχηματισμών του καπιταλισμού και της κοινωνίας, υπό το πρίσμα των δυνατοτήτων αγώνα και απελευθέρωσης που τους χαρακτήριζαν.
Είκοσι πέντε χρόνια μετά, ένας απολογισμός επιβάλλεται. Και σε πρώτη φάση αυτός δεν μπορεί να είναι θετικός: οφείλει κανείς μάλλον να αναγνωρίσει ότι σε πολλά μέρη του κόσμου, αρχής γενομένης από την Ιταλία και την Ευρώπη, ήταν οι περισσότερο ή λιγότερο ριζοσπαστικές δεξιές που χρησιμοποίησαν εκείνον τον φακό και εκείνη τη μέθοδο, αναστρέφοντάς τα. Γύρω από την άρνηση της μετανάστευσης και την ταυτοτική εμμονή με τα σύνορα οικοδομήθηκαν τερατώδη σχέδια κλειστών κοινωνιών προς υπεράσπιση του υπάρχοντος, με όλο και πιο ρητές αναφορές σε φυλετικές ιεραρχίες προς αποκατάσταση. Η βία των συνοριακών αστυνομιών διεισδύει στο εσωτερικό των μητροπολιτικών περιοχών· συνδυάζεται με τις ψηφιακές τεχνολογίες και την τεχνητή νοημοσύνη για την καταδίωξη των εν κινήσει υποκειμένων, ενώ τα εργαλεία νομικής προστασίας των τελευταίων καθίστανται όλο και πιο ισχνά – στις Ηνωμένες Πολιτείες του Τραμπ, όσο και στην Ευρώπη του νέου Συμφώνου για τη Μετανάστευση και το Άσυλο.
Δεν ήταν βέβαια ρόδινη η μεταναστευτική συνθήκη τον Ιούλιο του 2001 –και ακόμη σκληρότερη έμελλε να γίνει μετά την 11η Σεπτεμβρίου και με την έναρξη του «παγκόσμιου πολέμου κατά της τρομοκρατίας». Και εντούτοις σήμερα, ενώ η συγκυρία σημαδεύεται από τον πολλαπλασιασμό πολέμων διαφορετικής φύσης, οφείλουμε να αναγνωρίσουμε ότι βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα ποιοτικό άλμα στην επίθεση εναντίον των μεταναστών και των μεταναστριών. Ασφαλώς, τόσο στην Ευρώπη όσο και στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι μητροπολιτικοί ιστοί που έχουν συγκροτηθεί γύρω από τη μεταναστευτική παρουσία αντιστέκονται αποτελεσματικά, και συχνά με επιτυχία, στην επίθεση που εξαπολύουν οι δεξιές δυνάμεις, οι οποίες όχι σπάνια δρουν σε συνέχεια με τη δράση και τις ρητορικές των «προοδευτικών» κυβερνήσεων. Υπό αυτές τις συνθήκες, το ανθρωπιστικό πεδίο μετατρέπεται σε ένα καίριο πεδίο σύγκρουσης, ενώ η αντίσταση μπορεί να ιδιοποιείται τη γενναιοδωρία και τις αδιαπραγμάτευτες δεξιότητες των νομικών, ανδρών και γυναικών.
Όμως η αντίσταση, παρότι τόσο αναγκαία, δεν είναι επαρκής. Η κατεύθυνση της 19ης Ιουλίου 2001 –η πολιτικοποίηση των πρακτικών της κινητικότητας– αποδεικνύεται σήμερα, υπό αυτή την έννοια, ακόμη πιο επίκαιρη. Το να επιστρέψουμε στην ανάγνωση του κόσμου μέσα από τον φακό της μετανάστευσης, το να οικοδομήσουμε γύρω από την ελευθερία κίνησης νέα κοινωνικά σχέδια, το να αναδείξουμε τον πρωταγωνιστικό ρόλο των μεταναστών στον κοινωνικό αγώνα και στη συγκρότηση πολιτικών συνασπισμών ικανών να μετασχηματίσουν πραγματικά τους συσχετισμούς ισχύος: σε έναν κόσμο που έχει αλλάξει ριζικά, αυτές οι κατευθύνσεις που έρχονται από ένα μακρινό πλέον παρελθόν, περιμένουν ακόμα να τις οικειοποιηθούμε και να τις επανεφεύρουμε στη δική μας καθημερινότητα.