Της Tiziana Villani*
Το παρόν άρθρο που δημοσιεύτηκε στις 9 Απριλίου του 2026 στον ιταλικό ιστότοπο Comune-Info.net, εδράζεται στο δημοψήφισμα που διεξήχθη στην Ιταλία στις 22-23 Μαρτίου του 2026 και αφορούσε μία ευρεία συνταγματική μεταρύθμιση του δικαστικού συστήματος, η οποία προτάθηκε από την κυβέρνηση της Μελόνι, και αποτέλεσε για την αντιπολίτευση μία κομβική μάχη για την ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αλλά και μια ευκαιρία πολιτικής αντεπίθεσης. Αυτό που διακυβεύτηκε από την σκοπιά των κινημάτων του ανταγωνισμού ήταν κάτι πολύ περισσότερο από μια επιμέρους μεταρρύθμιση της Δικαιοσύνης. Τέθηκε σε κρίση ο ίδιος ο τρόπος με τον οποίο η εξουσία επιχειρεί να αναδιατάξει τους όρους της κοινωνικής ζωής, να πειθαρχήσει τις υποκειμενικότητες και να ορίσει τα όρια του δικαίου και της ελευθερίας. Το «όχι» λειτούργησε έτσι ως ρήγμα σε αυτή τη διαδικασία, ως άρνηση μιας συγκεκριμένης κατεύθυνσης, αλλά και ως ένδειξη μιας ευρύτερης δυσανεξίας απέναντι σε μορφές διακυβέρνησης που βιώνονται ως αποξενωμένες ή επιβαλλόμενες.
Το αποτέλεσμα του δημοψηφίσματος δεν μπορεί να διαβαστεί ως ευθύγραμμη «μετάφραση» ενός κινήματος σε θεσμικό επίπεδο, ούτε ως ταύτιση με μια ενιαία πολιτική βούληση. Πρόκειται μάλλον για έναν συσχετισμό δύναμης που αποτυπώνεται στιγμιαία σε μια θεσμική μορφή, χωρίς να εξαντλείται σε αυτήν. Το «όχι» δεν συγκροτεί ένα υποκείμενο έτοιμο προς εκπροσώπηση, αλλά σηματοδοτεί τη συμπύκνωση ετερογενών ροών, πρακτικών και επιθυμιών που κινούνται ήδη έξω ή και ενάντια στους θεσμούς. Από αυτή την άποψη, η σχέση δημοψηφίσματος–κινήματος δεν είναι σχέση αντανάκλασης ή ενσωμάτωσης, αλλά ασύμμετρης συνάντησης. Το κίνημα διαπερνά το θεσμικό πεδίο, το μετατοπίζει, χωρίς να ταυτίζεται μαζί του και χωρίς να αναγνωρίζει σε αυτό το προνομιακό πεδίο συγκρότησής του.
Αυτό ακριβώς είναι που επιτρέπει να σκεφτούμε τη δυναμική αυτή μέσα από τη συλλογιστική της αυτονομίας. Το κίνημα δεν επιδιώκει να σταθεροποιηθεί σε μια μορφή εκπροσώπησης, αλλά να διατηρήσει τον χαρακτήρα του ως πολλαπλότητα ροών, ως πεδίο ανοιχτό, κινητό, μη αναγώγιμο σε ενιαία ταυτότητα. Οι πρακτικές του, από τις καθημερινές μορφές συνεργασίας μέχρι τις πιο ρητές μορφές σύγκρουσης, συγκροτούν ένα πλέγμα αντιθεσμίσεων, δηλαδή μορφών οργάνωσης και ζωής που δεν ζητούν απλώς αναγνώριση από το υπάρχον, αλλά παράγουν ήδη άλλους τρόπους του να πράττουμε από κοινού. Σε αυτό το πλαίσιο, η άρνηση της θεσμικής μορφής είναι επιλογή. Μια στρατηγική διατήρησης της δύναμης στο επίπεδο όπου αυτή παράγεται, στις σχέσεις, στις πρακτικές, στις υποκειμενικότητες.

Ρώμη, 22 Νοεμβρίου 2025: χιλιάδες άνθρωποι συμμετείχαν στην εθνική διαδήλωση ενάντια στην ανδρική βία κατά των γυναικών. Φωτογραφία της συλλογικότητας Non Una di Meno (Ούτε Μία Λιγότερη).
Τους τελευταίους μήνες, κάτω από τα ερείπια αυτού του χρόνου, αναδύεται ένα απρόβλεπτο κομμάτι της κοινωνίας. Μια σύνθετη πολιτική δύναμη που προτιμά να επικεντρώνεται πάνω στις καθημερινές πρακτικές, στις σχέσεις, στις επιθυμίες. Και η οποία σκέφτεται την πολιτική όχι τόσο ως διαχείριση του υπάρχοντος, αλλά ως επινόηση του εφικτού. Η συζήτηση «Κοινωνία εν κινήσει» εμπλουτίζεται από αυτή την ισχυρή παρέμβαση της Tiziana Villani.
***
Η ανάδυση μιας πολιτικής δήλωσης τέτοιας εμβέλειας, με αφορμή το δημοψήφισμα για τη Δικαιοσύνη που σημαδεύτηκε από τη νίκη του «όχι», δεν μπορεί να αναχθεί σε μια απλή αριθμητική έκφραση ή σε ένα συγκυριακό αποτέλεσμα. Αντιθέτως σηματοδοτεί ένα κατώφλι που έχει ξεπεραστεί, μια φωνή που υπερβαίνει τους συνήθεις κώδικες της αντιπροσώπευσης και εγγράφεται σε μια ευρύτερη δυναμική, μη αναγώγιμη στις κατηγορίες της κυβερνησιμότητας ή της συναίνεσης.
Δεν βρισκόμαστε ενώπιον μιας μάζας άμορφης, πειθαρχημένης και αναλώσιμης, αλλά μπροστά σε έναν αστερισμό μοναδικοτήτων που αναγνώρισαν τον εαυτό τους -προσωρινά και εντός της συγκυρίας- ως λαό. Έναν λαό που δεν ταυτίζεται με την αφαίρεση της τρέχουσας πολιτικής ρητορικής, αλλά συγκροτείται ως διαδικασία, ως πρακτική συλλογικής υποκειμενοποίησης, ως ζωντανή άρθρωση διαφορών. Σε αυτό ακριβώς το περίσσευμα διανοίγεται ένας απροσδόκητος πολιτικός χώρος.
Αυτό το σώμα είναι ποικιλόμορφο, διαστρωματωμένο, διαποτισμένο από ετερογενείς πολιτισμικούς σχηματισμούς: μια δυναμική νεανική παρουσία συνυφαίνεται με μια διαγενεακή διάσταση που θρυμματίζει τη γραμμικότητα της ηλικίας ως κριτήριο ένταξης. Τα φεμινιστικά κινήματα -και ειδικότερα εμπειρίες όπως το Non Una di Meno- δεν αποτελούν απλούς «συμμετέχοντες», αλλά ενεργά υποκείμενα πολιτικής παραγωγής, ικανά να αναδιαμορφώνουν γλώσσες, προτεραιότητες και μορφές δράσης. Πλάι τους, υποκείμενα που συνήθως παραμένουν στο περιθώριο των θεσμικών διαβουλεύσεων: άνθρωποι χωρίς εκπροσώπηση, , που δυσπιστούν, που κρατούν απόσταση, οι οποίοι όμως σε αυτή τη συγκυρία βρήκαν έναν χώρο πρόσβασης, έναν λόγο για να δώσουν το «παρών».
Αυτό που αναδύεται είναι, λοιπόν, ένα πεδίο δυνάμεων που δεν γεννιέται σήμερα, αλλά διατρέχει μία μακρά χρονική περίοδο, πλασμένο από ιζηματοποιήσεις, αγώνες και εκτοπισμούς. Πρόκειται για διακυβεύματα που επανέρχονται, που επιμένουν, που δεν παύουν να αναδύονται παρά τη συστηματική απόπειρα διαγραφής, περιθωριοποίησης ή -στις πιο προφανείς περιπτώσεις- καταστολής. Είναι μια πολιτική μνήμη ασυμφιλίωτη που επανέρχεται στην επιφάνεια, απαιτώντας να αναγνωριστεί όχι ως υπόλειμμα, αλλά ως δύναμη.
Σε αυτόν τον ορίζοντα, το ζήτημα των πολέμων δεν είναι εξωτερικό ούτε δευτερεύον, αλλά βαθιά συνυφασμένο με αυτές τις δυναμικές. Οι σύγχρονοι πόλεμοι -διάχυτοι, ασύμμετροι, διαρκείς- δεν εντοπίζονται σε κάποιο ετερογενές «αλλού»: διασχίζουν εδάφη, επαναπροσδιορίζουν τις οικονομίες, αναδιοργανώνουν τις παγκόσμιες ιεραρχίες και εισχωρούν στην καθημερινή ζωή. Παράγουν επισφάλεια, αναγκαστικές εκτοπίσεις, στρατιωτικοποίηση των συνόρων και των κοινωνικών σχέσεων, ενώ ταυτόχρονα επιβάλλουν μια αφήγηση που τείνει να τους κανονικοποιεί ως μια αναπόδραστη τετελεσμένη πραγματικότητα, ως ένα παρόν τόσο εξαντλημένο από την κρίση του, που αδυνατεί να αρθρώσει άλλες αποκρίσεις.
Και είναι ακριβώς εδώ που ο αναστοχασμός οφείλει να διευρυνθεί πέρα από την πολιτική -τουλάχιστον πέρα από την παραδοσιακή της συγκρότηση. Διότι αυτό που διακυβεύεται δεν είναι απλώς μια διαφορετική πολιτική επιλογή ή μια εναλλακτική άρθρωση της θεσμικής εξουσίας, αλλά ένας ριζοσπαστικότερος μετασχηματισμός των τρόπων με τους οποίους προσλαμβάνουμε, κατοικούμε και στοχαζόμαστε τον κόσμο.
Η πολιτική, έτσι όπως την γνωρίσαμε, μοιάζει όλο και πιο ανίσχυρη να εγκολπώσει και να ερμηνεύσει αυτές τις επείγουσες καταστάσεις. Παραμένει δέσμια των μηχανισμών αντιπροσώπευσης, σε μια φθαρμένη ρητορική και σε βραχυπρόθεσμες χρονικότητες, ενώ οι υποκειμενικότητες που εκφράστηκαν μέσα από το «όχι» φαίνεται να κινούνται σε ένα άλλο επίπεδο: αυτό των καθημερινών πρακτικών, των σχέσεων, των σωμάτων και των επιθυμιών. Ένα επίπεδο όπου η διάκριση μεταξύ δημόσιου και ιδιωτικού αναδιατάσσεται, και όπου τα ζητήματα της δικαιοσύνης, του πολέμου, της υλικής και συμβολικής ζωής είναι άρρηκτα συνδεδεμένα.
Υπό αυτή την έννοια, το να λέμε «όχι» δεν είναι απλώς μια πολιτική χειρονομία, αλλά μια πράξη που διαπερνά πεδίο της ηθικής, της δημιουργίας και των ίδιων μας των αισθήσεων. Πρόκειται για την επιβεβαίωση ότι δεν θέλουμε πλέον να κατοικούμε σε έναν κόσμο που διέπεται από λογικές ανταγωνισμού, αποκλεισμού και δομικής βίας. Είναι μια απόσταση που παίρνουμε, η οποία δεν περιορίζεται στην καταγγελία, αλλά επιχειρεί -συχνά με τρόπο ακόμα εμβρυακό- να προεικονίσει άλλες μορφές ζωής.
Οι πόλεμοι, λοιπόν, δεν είναι απλώς γεωπολιτικά γεγονότα, αλλά μηχανισμοί που διαμορφώνουν το φαντασιακό μας· που εισχωρούν στη γλώσσα μας και κατασκευάζουν μια κοινή λογική βασισμένη στον φόβο, την ασφάλεια και την ετερότητα ως απειλή. Η έξοδος από αυτή την κυρίαρχη γραμματική δεν είναι έργο που μπορεί να ανατεθεί στη θεσμική πολιτική: απαιτεί μια εργασία διάχυτη και μοριακή, που διατρέχει τα σώματα και τις σχέσεις, που ριζώνει στις καθημερινές χειρονομίες, στις πρακτικές της φροντίδας και στις μορφές συνεργασίας.
Η ευρεία κοινωνική ύφανση που εκδηλώθηκε με το δημοψήφισμα φαίνεται να υποδεικνύει ακριβώς αυτή την κατεύθυνση: μια διάχυτη πολιτικότητα που υπερβαίνει τους θεσπισμένους χώρους και εκδηλώνεται μέσα στα κινήματα, στις τοπικές κοινότητες, στα άτυπα δίκτυα και στις απροσδόκητες συμμαχίες. Μια πολιτικότητα που δεν επιζητεί απαραίτητα την κατάληψη της εξουσίας, αλλά τον μετασχηματισμό των ίδιων των συνθηκών μέσα στις οποίες η εξουσία ασκείται.
Εδώ ακριβώς ανοίγεται μια δυνατότητα -εύθραυστη αλλά υπαρκτή- να συλλάβουμε μια άλλη ιδέα των κοινών. Μια ιδέα που δεν βασίζεται πλέον στην κυριαρχία και στην ταυτότητα, αλλά στις σχέσεις, στη διαφορά και στην ικανότητα να υπάρχουμε μαζί χωρίς να υποτασσόμαστε στην ομοιομορφία του «ενός». Σε αυτόν τον χώρο, το «όχι» παύει να είναι απλώς εναντίωση και γίνεται ένα πέρασμα: ένα κατώφλι μέσα από το οποίο μπορούμε να διακρίνουμε και, ίσως, να βιώσουμε άλλους κόσμους.
Ήταν επίσης ένα «όχι» στις κυβερνητικές πολιτικές, ένα σαφές μήνυμα ρήξης με μια κατεύθυνση που βιώθηκε ως απόμακρη, αν όχι ανοιχτά εχθρική, απέναντι στις υλικές και συμβολικές ανάγκες πλατιών κοινωνικών στρωμάτων. Ωστόσο, αυτή η ετυμηγορία δεν διοχετεύεται άμεσα -ούτε με γραμμικό τρόπο- προς τις δυνάμεις της αντιπολίτευσης, οι οποίες φαίνεται να δυσκολεύονται ακόμα να αντιληφθούν το βάθος της και, κυρίως, να υιοθετήσουν πλήρως το περιεχόμενό της.
Εδώ εκδηλώνεται μια σημαντική απόκλιση, η οποία δεν μπορεί να ερμηνευτεί απλώς ως πολιτική αποστασιοποίηση ή εκλογική αστάθεια. Πρόκειται μάλλον για μια βαθιά ασυμμετρία ανάμεσα στις μορφές της πολιτικής αντιπροσώπευσης και τους τρόπους με τους οποίους παράγονται σήμερα η υποκειμενικότητα, η σύγκρουση και η επιθυμία για μετασχηματισμό. Οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης συνεχίζουν συχνά να κινούνται εντός προκαθορισμένων γραμματικών, ενώ αυτό που αναδείχθηκε με τη ψήφο του «όχι» είναι ακριβώς η περίσσεια, το γεγονός ότι αυτή η δυναμική είναι μη αναγώγιμη σε μια ενιαία πολιτική ταυτότητα .
Υπό αυτή την έννοια, η ιδέα της μη μεταβίβασης της συναίνεσης δεν αποτελεί ανωμαλία, αλλά έναν δείκτη. Υποδεικνύει ότι αυτό που εκφράστηκε δεν αναζητά απλώς μια εναλλακτική αντιπροσώπευση, αλλά θέτει υπό αμφισβήτηση τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο η αντιπροσώπευση συγκροτείται. Δεν πρόκειται για την αναζήτηση του «σωστού σχήματος», αλλά για μια κριτική εξέταση των μορφών, των χρονικοτήτων και των διαμεσολαβήσεων μέσω των οποίων το πολιτικό λαμβάνει σάρκα και οστά.
Αυτή η διαδικασία, άλλωστε, εκτυλίσσεται σε μια συγκυρία που θα μπορούσαμε να ορίσουμε – χωρίς ρητορικά σχήματα αλλά και χωρίς καμία αποσιώπηση- ως σημαδεμένη από στοιχεία βαρβαρότητας, η οποία πηγάζει από τις τρέχουσες μορφές της εξουσίας και τους τρόπους άσκησής της. Μια βαρβαρότητα που δεν εκδηλώνεται μόνο ως ρητή βία, αλλά και ως συστηματική διάβρωση των δεσμών, την αναγωγή της πολυπλοκότητας σε συνθήματα και την παραγωγή φόβου ως εργαλείου διακυβέρνησης. Οι σύγχρονες μορφές εξουσίας μοιάζουν, πράγματι, να λειτουργούν μέσα από μια ακραία απλοποίηση του πραγματικού, κατασκευάζοντας άκαμπτες διχοτομίες, τροφοδοτώντας κάθετους και οριζόντιους ανταγωνισμούς και εκκενώνοντας σταδιακά τους χώρους κριτικής επεξεργασίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η διαχείριση της δικαιοσύνης, όπως και εκείνη των κρίσεων -κοινωνικών, μεταναστευτικών, πολεμικών- εγγράφεται σε μια μόνιμη λογική εξαίρεσης, η οποία νομιμοποιεί περιορισμούς, αποκλεισμούς και όλο και πιο καθορισμένες ιεραρχίες.
Ακριβώς μέσα σε αυτόν τον χώρο, το «όχι» αποκτά μια επιπλέον βαρύτητα. Δεν λειτουργεί μόνο ως απόρριψη μιας συγκεκριμένης πρότασης, αλλά ως μια χειρονομία που εναντιώνεται σε ένα κλίμα, σε μια πολιτική και πολιτισμική ατμόσφαιρα που τείνει να κανονικοποιήσει την υποχώρηση των δικαιωμάτων και την συρρίκνωση του δημόσιου λόγου. Μια χειρονομία που, παρότι δεν είναι ακόμα πλήρως οργανωμένη ή μεταφράσιμη, σηματοδοτεί ένα κατώφλι μη αποδοχής.
Ταυτόχρονα, αυτή η ανάδυση έρχεται αντιμέτωπη με έναν κίνδυνο: να επαναπορροφηθεί, να εξουδετερωθεί ή να κατακερματιστεί ακριβώς από την ισχύ αυτών των δυναμικών εξουσίας. Διότι η σύγχρονη βαρβαρότητα δεν είναι μόνο καταστροφική, αλλά και ικανή να ενσωματώνει και να εκτρέπει· να μετατρέπει τη διαφωνία σε «θόρυβο» και να διασκορπά τις δυνάμεις σε ένα πλήθος από ασύνδετες και απομονωμένες τροχιές.
Κι όμως, ακριβώς στην επίγνωση αυτού του πλαισίου, η εν εξελίξει διαδικασία μπορεί να βρει τη δική της ριζοσπαστικότητα. Όχι ως μια άμεση απάντηση ή ως μια ήδη διαμορφωμένη εναλλακτική, αλλά ως μια επίμονη πρακτική οικοδόμησης νοήματος, σχέσεων και άλλων γλωσσών. Μια πρακτική που διαφεύγει της σύλληψης, τουλάχιστον εν μέρει, και που επιμένει να διατηρεί ανοιχτό έναν χώρο -εύθραυστο και εκτεθειμένο, αλλά υπαρκτό- όπου η πολιτική μπορεί να επιστρέψει όχι ως διαχείριση του υπάρχοντος, αλλά ως επινόηση του εφικτού.
Πρόκειται ίσως για την ανάγκη να αντιληφθούμε την παρούσα στιγμή ως μια μετάβαση από τις «μικροπολιτικές» στο «μακρο» επίπεδο· εκεί όπου η δράση αναπτύσσεται διεκδικώντας άλλους τρόπους κοινωνικής συγκρότησης και συλλογικής παραγωγής του κοινού, διασχίζοντας κάθε είδους σύνορα, οποιαδήποτε μορφή κι αν αυτά λαμβάνουν.
*Η Tiziana Villani, είναι φιλόσοφος και καθηγήτρια στο πανεπιστήμιο του Παρισιού και του Μιλάνου. Το τελευταίο της βιβλίο είναι το Territori dell’infanzia. Sovvertire l’immaginario del presente (Εδάφη της παιδικής ηλικίας: Ανατρέποντας το φαντασιακό του παρόντος, Εκδ. Orthotes).