Εργαστήριο Κίνα

των Brett Neilson & Ned Rossiter

Το παρόν άρθρο αλιεύτηκε από τον ιστότοπο Portolan, ενός εγχειρήματος συνέρευνας και παραγωγής θεωρητικής σκέψης, όπου και δημοσιεύτηκε στις 19 Δεκεμβρίου του 2025.

Εδώ και δεκαετίες, η πολιτικο-οικονομική ανάλυση της στρατηγικής «εξόδου» της Κίνας δίνει έμφαση στο πρόβλημα της υπερσυσσώρευσης. Σύμφωνα με αυτή την αφήγηση, η βιομηχανική υπερπαραγωγική ικανότητα, η ασθενής κατανάλωση και τα μεγάλα εμπορικά πλεονάσματα ώθησαν στην εξαγωγή πλεονάζοντος κεφαλαίου. Υπάρχουν διάφορες εκδοχές αυτού του επιχειρήματος. Ο Giovanni Arrighi εκλαμβάνει τις κινεζικές επενδύσεις στο εξωτερικό ως δείγμα μιας ηγεμονικής μετάβασης. Ο Minqi Li τις αντιλαμβάνεται ως μια χωρική διευθέτηση που επιχειρεί να αναχαιτίσει μια συστημική καπιταλιστική κρίση. Οι Matthew C. Klein και Michael Pettis εστιάζουν σε πολιτικές που καταστέλλουν την εγχώρια κατανάλωση και επιτείνουν τις οικονομικές ανισότητες. Ανεξάρτητα από την εγκυρότητα αυτών των θέσεων, η εξαγωγή κεφαλαίου από την Κίνα επεκτείνεται από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, αν και όχι χωρίς οπισθοδρομήσεις. Διαπερνώντας το τέλος του Ψυχρού Πολέμου, την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1998, την ένταξη στον ΠΟΕ το 2001, την κατάρρευση του 2008, την ανακοίνωση της Πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» το 2013, τους εμπορικούς πολέμους που εγκαινίασε ο Τραμπ, την πανδημία και την πρόσφατη φάση του ανταγωνισμού στην υψηλή τεχνολογία και τις εξαγωγές πράσινης ενέργειας, οι παρεμβάσεις της Κίνας στην παγκόσμια πολιτική οικονομία έχουν ταυτόχρονα διασχίσει και συγκροτήσει τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές πραγματικότητες. Το ερώτημα είναι πώς αυτά τα μεταβαλλόμενα σενάρια μετασχηματίζουν το νόημα και την κατεύθυνση της οικονομικής εξωστρέφειας της Κίνας.  

Τα ζητήματα του ιμπεριαλισμού και του πολέμου βαρύνουν καθοριστικά σε αυτό το ερώτημα. Ο κρατικός καπιταλισμός της Κίνας έθεσε ένα αποτελεσματικό όριο στην ισχύ των ΗΠΑ και, αναμφίβολα, λειτούργησε ως κάτοπτρο για τις βιομηχανικές πολιτικές και τις κρατικές επενδύσεις σε κομβικές επιχειρήσεις που αναδιαμόρφωσαν την οικονομία των ΗΠΑ την τελευταία πενταετία. Η αποσύνδεση αποδείχθηκε δύσκολη σε ένα περιβάλλον εφοδιαστικών αλυσίδων που χαρακτηρίζεται από υψηλό βαθμό ολοκλήρωσης. Ο παγκόσμιος πολλαπλασιασμός των πολεμικών καθεστώτων εντάθηκε από τις συγκρούσεις στην Ουκρανία και τη Γάζα, όμως η ένταση Κίνας-ΗΠΑ παραμένει ο βασικός πυλώνας της στρατιωτικοποίησης και των αναδυόμενων πολεμικών νοοτροπιών. Ο ανταγωνισμός επικεντρώνεται περισσότερο στη συνδεσιμότητα παρά στο έδαφος, καθιστώντας τα ζητήματα της επέκτασης των υποδομών και της εξαγωγής κεφαλαίου αδιαχώριστα από τη γεωπολιτική. Ο ιμπεριαλισμός, παύοντας να αποτελεί αποκλειστικό προνόμιο της Δύσης, ριζώνει πλέον σε μια στροβιλιζόμενη παγκόσμια αγορά, αρθρώνοντας την εξουσία μέσα από τις εφοδιαστικές ρουτίνες, το χρηματοπιστωτικό σύστημα, τις υποδομές επικοινωνίας και τα ενεργειακά δίκτυα που διατρέχουν ένα πολυπολικό πεδίο, και αποσταθεροποιούν τις παγιωμένες ηγεμονίες.   

Δεν αποδεχόμαστε την έννοια ενός Δεύτερου Ψυχρού Πολέμου. Όπως παρατηρεί η Dai Jinhua, η Κίνα δεν παρουσιάζει στον κόσμο μια μη-καπιταλιστική εναλλακτική, όπως έκαναν οι χώρες του σοβιετικού μπλοκ στην κορύφωση του Ψυχρού Πολέμου. Ούτε η ΕΣΣΔ διέθετε ποτέ την οικονομική ισχύ της σύγχρονης Κίνας. Μια επιπλέον διαφορά μεταξύ της Σοβιετικής Ένωσης και της σημερινής Κίνας είναι ότι η τελευταία δεν ηγείται ενός μπλοκ που αντιτίθεται στις ΗΠΑ και στην ευρύτερη Δύση. Παρά την τάση να θεωρούνται οι BRICS ως μπλοκ, ιδιαίτερα υπό το πρίσμα της πρόσφατης διεύρυνσης των κρατών-μελών τους και της ανάδειξης της Τράπεζας των BRICS ως προνομιακού δανειστή, λειτουργούν περισσότερο ως φόρουμ οικονομικού συντονισμού παρά ως ιδεολογικό αντίβαρο. Οι BRICS δεν είναι η Μπαντούνγκ. Η παρούσα παγκόσμια συγκυρία είναι πρωτοφανής. Σίγουρα υπάρχουν αναλογίες με τους δι-ιμπεριαλιστικούς ανταγωνισμούς που προηγήθηκαν του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, και οι αναλύσεις για τον ιμπεριαλισμό που παρείχαν ο Βλαντιμίρ Λένιν και η Ρόζα Λούξεμπουργκ εκείνη την περίοδο προσφέρουν στοιχεία για την κατανόηση των σχέσεων μεταξύ των καπιταλιστικών δυναμικών και της πολιτικής εξουσίας σήμερα. Όμως η ιστορία δεν επαναλαμβάνεται ποτέ αυτούσια. Οι ισχυρισμοί περί ενός «δεύτερου κινεζικού σοκ» υπερβαίνουν πλέον τα επιχειρήματα για την ανάγκη της Δύσης να επανατοποθετηθεί εντός των κινεζοκεντρικών εφοδιαστικών δικτύων. Διατείνονται μάλιστα ότι η Κίνα έχει επιφέρει μια φασική μεταβολή στον πειραματισμό της με τη νεωτερικότητα, εξαναγκάζοντας τη Δύση να αναμετρηθεί με τις συνέπειες.

Η Κίνα ως εργαστήριο

Η στρατηγική της «Παγκόσμιας Κίνας» εδράζεται στην αρμονική συνέργεια μεταξύ της οικονομικής δυναμικής των επαρχιών και των κέντρων λήψης αποφάσεων στην καρδιά του Πεκίνου. Παρά το φαντασιακό μιας Κίνας που διοικείται από έναν κεντρικό κομματικό μηχανισμό, μία αποκεντρωμένη μορφή διακυβέρνησης επιβιώνει από την περίοδο πριν το 1949 και την ανακήρυξη της Λαϊκής Δημοκρατίας της Κίνας. Τα «τιμάρια» (τοπικές εξουσιαστικές εστίες) είναι δύσκολο να εκριζωθούν και εκδηλώνονται σε επαρχιακό επίπεδο, απαιτώντας λεπτές διαπραγματεύσεις σε συνδυασμό με περιοδικές εκκαθαρίσεις. Η βία της Πολιτιστικής Επανάστασης αποτελεί το κορυφαίο γεγονός αυτής της τάξης πραγμάτων, αλλά δεν είναι η μοναδική περίπτωση κρατικού ανασχηματισμού. Η ανάληψη της εξουσίας από τον Σι Τζινπίνγκ το 2012 συνοδεύτηκε από μια εκτεταμένη εκκαθάριση του πολιτικού σκηνικού, με εμβληματικότερη την πτώση του χαρισματικού Μπο Σιλάι. Ωστόσο, η εκστρατεία κατά της διαφθοράς δεν περιορίστηκε στους εσωκομματικούς αντιπάλους, αλλά επεκτάθηκε μεθοδικά στην καθυπόταξη των ισχυρών τεχνο-ολιγαρχών.

Στόχος μας δεν είναι η περιγραφή της κυριαρχικής επιβολής στο εσωτερικό του ΚΚΚ, αλλά η διερεύνηση του τρόπου με τον οποίο η πολιτική στην Κίνα συγκροτείται μέσα από χωρικούς ανταγωνισμούς, οι οποίοι αναδεικνύουν την παραγωγική ισχύ των επαρχιών. Αυτή η δυναμική συνιστά μια θεμελιώδη λειτουργική αρχή: οι επαρχίες λειτουργούν ως επιχειρησιακά πεδία εκεί όπου το κεφάλαιο εγγράφεται στο έδαφος. Η Τσετσιάνγκ, για παράδειγμα, λειτουργεί ως ένας ετερογενής χώρος για τη δοκιμή εκπαιδευτικών πρωτοκόλλων, με την λογική της κλιμάκωσης σε εθνική ή υπερεθνική κλίμακα. Υπό τον Μπο Σιλάι, η Τσονγκτσίνγκ αναδείχθηκε σε ένα πείραμα κατανεμημένων μοντέλων οικονομικής δράσης, ενώ οι Ειδικές Οικονομικές Ζώνες που εισήχθησαν από την εποχή του Τενγκ Σιαοπίνγκ αποτελούν παραλλαγές αυτού του εργαστηριακού μοντέλου. Η Σεντζέν αποτελεί την εμβληματική περίπτωση. Ένα ψαροχώρι που μεταμορφώθηκε σε μια τεχνο-επιχειρηματική μεγαλούπολη μέσα σε λίγες δεκαετίες, αποτελεί πλέον μέρος ενός πειράματος διασυνοριακής μακρο-περιφερειακής ανάπτυξης, γνωστού ως «Ευρύτερη Περιοχή του Κόλπου Κουανγκτόνγκ-Χονγκ Κονγκ-Μακάο» (Greater Bay Area), όπου τα σύνορα δεν λειτουργούν ως εμπόδια, αλλά ως συσκευές φιλτραρίσματος και πολλαπλασιασμού της εργασίας και του κεφαλαίου.

Το εργαστηριακό μοντέλο δεν περιορίζεται στα όρια του εθνικού κράτους. Όπως συμβαίνει και με άλλες αντίστοιχες «εργαστηριακές» διατάξεις ανά τον κόσμο -με τη Σιγκαπούρη να αποτελεί το κατεξοχήν παράδειγμα και τον κυβερνητικό σοσιαλισμό της Χιλής ένα άλλο, με βραχύβιες αλλά έντονες αντανακλάσεις στη Λατινική Αμερική των δεκαετιών του ’70 και του ’80- εκδηλώνεται μια εγγενής εξαγωγική δυναμική για την αναπαραγωγή και την επέκταση των πλεονεκτημάτων αυτής της κρατικής μοντελοποίησης. Ή, αναλόγως της περίπτωσης, για την επιβολή εργαστηριακών συνθηκών σε κράτη-αποδέκτες. Εν ολίγοις, η Κίνα, ως υλική πραγματικότητα και ως κερδοσκοπικό φαντασιακό, σηματοδοτεί ένα παγκόσμιο εργαστήριο: μια οντότητα που κλιμακώνεται χωρικά και πολιτικά ως μια γενικευμένη κοινωνικο-τεχνολογική και πολιτικο-οικονομική συνθήκη.

Πώς μπορούμε να αναμετρηθούμε με ένα τέτοιο μοντέλο διακυβέρνησης -το οποίο εκπορεύεται από αυτό που ο Wang Hui ορίζει ως «μετα-συστημική κοινωνία»- καθώς ο παγκόσμιος πληθυσμός προσεγγίζει με επιταχυνόμενους ρυθμούς προς τα 8 δισεκατομμύρια έως το 2030; Πώς η συγκρότηση του Κράτους-Σχεδίου αρθρώνεται με τη μακρά διαδικασία της «διαρκούς κοινωνικοποίησης» που διατρέχει τις ιστορικές εποχές και τις πολιτικές δυναστείες; Ενώ η Μαλθουσιανή υπόθεση για την αναντιστοιχία πληθυσμού και πόρων προσέκρουσε στην οξεία μαρξιστική κριτική, οι διαδοχικές ηγεσίες της Κίνας, όπως επισημαίνει ο Dan Wang, δεν εγκατέλειψαν ποτέ την επιχειρησιακή λογική του Μαλθουσιανισμού. Αντί να απορροφήσουν τη θεωρητική απόρριψη του Μαλθούσου, ενσωμάτωσαν τον πληθυσμιακό έλεγχο ως κεντρική τεχνολογία διακυβέρνησης εντός της συνολικής αρχιτεκτονικής του σχεδίου. Από τα δρακόντεια μέτρα πληθυσμιακού ελέγχου του Μάο έως την πολιτική του ενός παιδιού του Τενγκ, το ΚΚΚ παραμένει διαχρονικά σε εγρήγορση για την πρόκληση της επισιτιστικής συντήρησης του πληθυσμού.

Τις τελευταίες δεκαετίες, αυτή η λειτουργική επιταγή μεθοδεύτηκε μέσα από την απόκτηση αγροτικών μισθώσεων και τη διείσδυση επενδυτικών κεφαλαίων σε χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Αυστραλία, η Βραζιλία, η Μοζαμβίκη και η Νοτιοανατολική Ασία. Ένας τέτοιος σχεδιασμός ουσιαστικά απεδαφικοποιεί το χωρικό αποτύπωμα του εθνικού κράτους, ενισχύοντας ταυτόχρονα την ασφάλεια των πόρων μέσω εφοδιαστικών αλυσίδων και θωρακίζοντας την παραγωγή από τις διακυμάνσεις της αγοράς. Αυτός ο de facto έλεγχος του εδάφους συμπληρώνεται από την αρχιτεκτονική των υποδομών και τη χρηματοδοτική διάρθρωση της Πρωτοβουλίας «Μία Ζώνη, Ένας Δρόμος» (BRI). Η μαζική επένδυση της Κίνας στις τεχνολογίες Γενετικά Τροποποιημένων Οργανισμών (ΓΤΟ) -κατέχοντας το 75% των παγκόσμιων πατεντών στη γονιδιακή επεξεργασία καλλιεργειών- αποτελεί μια ακόμη επιχείρηση διασφάλισης των αποδόσεων. Συχνά, η καλλιέργεια ΓΤΟ δοκιμάζεται πρώτα σε εδάφη του εξωτερικού πριν εισαχθεί στην εγχώρια παραγωγή. Εδώ αναδύεται εκ νέου το εργαστηριακό μοντέλο ως μέθοδος ταυτόχρονης διαχείρισης πληθυσμών και παραγωγής. Η ασφάλεια παραμένει η απόλυτη λειτουργική προτεραιότητα.

Οι υποδομές παράγουν κόσμους

 Το «Εργαστήρι-Κίνα», μακριά από μια μονοσήμαντη επεκτατική κίνηση, εμπεριέχει εισρέοντα ρεύματα και τη διαχείριση ρήξεων, δομικών αναδιπλώσεων και εντάσεων. Κάθε πεδίο και κάθε τοποθεσία μετασχηματίζει το γενικό πρότυπο, η ιστορία της ενέργειας δεν ταυτίζεται με αυτήν της Τεχνητής Νοημοσύνης, οι σπάνιες γαίες δεν ακολουθούν τη διαδρομή του 5G, οι πραγματικότητες του Περού διαφέρουν από εκείνες του Κονγκό. Η εμπειρική μας έρευνα πάνω στις εφοδιαστικές επιχειρήσεις σε λιμένες υπό κινεζική διαχείριση κατά μήκος του «Δρόμου του Μεταξιού», καθιστά προβληματική την υπόθεση περί εξαγωγής ενός ενιαίου «κινεζικού εργασιακού μοντέλου», παρά τις τοπικές αφηγήσεις που υποστηρίζουν το αντίθετο. Στο λιμάνι του Πειραιά, υπό τη διαχείριση της κρατικής COSCO, οι συνθήκες εργασίας διαμορφώθηκαν από τη σύζευξη τεχνολογιών αλγοριθμικής ιχνηλάτησης των διαδικασιών -ενσωματωμένων στο λειτουργικό λογισμικό των τερματικών σταθμών, νοτιοκορεατικής αρχιτεκτονικής- και της παγιωμένης εργασιακής επισφάλειας στο περιθώριο μιας Ευρώπης βυθισμένης στην κρίση. Η COSCO εκμεταλλεύτηκε αυτές τις συγκυρίες, χωρίς ωστόσο να περιοριστεί στην απλή «εισαγωγή» ενός μοντέλου. Πολύ σύντομα, το βιομηχανικό φαντασιακό της παγκόσμιας διαλειτουργικότητας προσκρούει στην υλικότητα των επιχειρήσεων. Μηχανές, σώματα, διαδικασίες, χρηματοοικονομικές ροές, αντικείμενα: τίποτα δεν συγκροτεί μια απρόσκοπτη λειτουργική συνέχεια. Η διακυβέρνηση σπάνια συμμορφώνεται με το «εγχειρίδιο οδηγιών». Η ιχνηλάτηση των αποκλίσεων και των προτύπων που αναδύονται τη στιγμή που οι εξαγωγές του κινεζικού κεφαλαίου εγγράφονται στο έδαφος, συνιστά κρίσιμη προϋπόθεση για την κατανόηση της δυναμικής ενός πολυπολικού κόσμου.

Τι είναι ένας πόλος; Στην κυρίαρχη θεωρία των διεθνών σχέσεων, ο πόλος ορίζεται ως ένα στρατιωτικά και οικονομικά ισχυρό κράτος με ευρεία σφαίρα επιρροής. Ωστόσο, ένας τέτοιος ορισμός αδυνατεί να συλλάβει τους κρατικούς μετασχηματισμούς και την περίπλοκη διαπλοκή γεωπολιτικών και γεωοικονομικών σχέσεων που αναδύθηκαν εντός του παγκόσμιου καπιταλισμού τις τελευταίες δεκαετίες. Τα πολεμικά καθεστώτα, οι δασμοί, οι αποκλεισμοί από τα χρηματιστήρια, οι κεφαλαιακοί έλεγχοι και οι διακηρύξεις περί «επιστροφής του κράτους», δεν απαλείφουν μαγικά τις πραγματικά υπάρχουσες παγκόσμιες διαδικασίες που διαμόρφωσαν την τρέχουσα συγκυρία. Η έννοια του «πόλου» δεν ταυτίζεται με το κράτος. Υπάρχει σε μια σχέση έντασης με μορφές κρατικής ισχύος και χωρικότητας, η οποία λειτουργεί πότε σε συντονισμό και πότε σε ρήξη με τις λειτουργίες του κεφαλαίου. Οι πόλοι συγκροτούνται από πολυεπίπεδες χωρικές μορφές, ενταγμένες η μία στην άλλη και αλληλοεπικαλυπτόμενες. Η αλληλεπίδρασή τους δεν παράγει μια νέα ιεραρχία, ούτε μια σταθερή ισορροπία δυνάμεων. Ως εκ τούτου, ένας πολυπολικός κόσμος είναι ένας ασταθής κόσμος, εκτεθειμένος σε συγκρούσεις και φυγόκεντρες δυνάμεις που αμφισβητούν την ενοποιητική μεταφορά του «παγκόσμιου», δοκιμάζοντας ταυτόχρονα τη ρητορική της πλανητικότητας (planetarity) που επιχειρεί να προσδέσει την ανθρωπότητα σε ένα κοινό περιβαλλοντικό μέλλον.

Οι μορφές των υποδομών διαμορφώνουν τις πολυπολικές δυναμικές σε συστημικό επίπεδο, ενώ οι πολιτικο-οικονομικοί υπολογισμοί καθορίζουν καθοριστικά το πού εγκαθίστανται αυτές οι διατάξεις. Κατά τη διάρκεια του 20ού αιώνα, η τεχνική γνώση της τάξης των μηχανικών απέκτησε κυρίαρχη θέση εντός των κρατικών μηχανισμών χάραξης πολιτικής και της βιομηχανίας, φτάνοντας στο απόγειό της στη σύγχρονη Κίνα. Ήδη από τα μέσα της δεκαετίας του ’50, ο μηχανικός βαλλιστικής Qian Xuesen -εκπαιδευμένος στο Caltech και θύμα των αντικομμουνιστικών διώξεων στις ΗΠΑ- επέστρεψε στην Κίνα φέροντας το όραμα της τεχνολογικής διακυβέρνησης. Έκτοτε, ο κινεζικός κομμουνιστικός ορίζοντας καθοδηγείται από μια στρατιωτική και οικονομική στρατηγική που θέτει τον μετασχηματισμό των υποδομών στο επίκεντρο της συγκρότησης του κράτους.

Ανάμεσα στις πολυάριθμες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας με διευρυνόμενο παγκόσμιο αποτύπωμα, η Huawei ξεχωρίζει ως παράδειγμα του πώς οι τεχνολογίες των ψηφιακών δικτύων επικοινωνίας παράγουν χωρικότητες που αποδιαρθρώνουν την εδαφική συνοχή του έθνους και των συνόρων του. Η γραμματική των πρωτοκόλλων και των τεχνικών προτύπων που διέπουν τη σχεδίαση και την κατασκευή των υποδομών, διαφέρει ριζικά από τη Βεστφαλιανή τάξη που βασίζεται σε διακρατικούς κανόνες. Αυτό μας αναγκάζει να σκεφτούμε μορφές εξουσίας που ξεπερνούν το παραδοσιακό κράτος. Οι συζητήσεις περί  «ψηφιακής κυριαρχίας» είναι παραπλανητικές, γιατί αντιμετωπίζουν την εξουσία ως κάτι θεωρητικό, ξεκομμένο από τον τρόπο που λειτουργούν στην πράξη τα πληροφοριακά συστήματα. Αν ο τηλέγραφος τον 19ο αιώνα βοήθησε τη Βρετανία να χαρτογραφήσει και να ελέγξει τον αποικιακό χώρο, ο χώρος των υποδομών στον 21ο αιώνα είναι πολύ πιο περίπλοκος και πεδίο έντονων ανταγωνισμών μέσα στο νέο πολυπολικό περιβάλλον.

Και πάλι, η περίπτωση της Huawei είναι ενδεικτική για το πώς οι υποδομές αναδιατάσσουν τις γεωπολιτικές και γεωοικονομικές παγκόσμιες τάξεις. Στον απόηχο των παγκόσμιων ανατροπών της πανδημίας, τόσο η Huawei όσο και η ανταγωνιστική ZTE βρέθηκαν στο μικροσκόπιο των ευρωπαϊκών πολιτικών για την κυβερνοασφάλεια και την ασφάλεια των εφοδιαστικών αλυσίδων. Η Γερμανία προσέλκυσε το παγκόσμιο ενδιαφέρον το 2024, όταν απέκλεισε τη Huawei λόγω ανησυχιών για πιθανή κινεζική κρατική διείσδυση μέσω κρυφών πυλών εισόδου στα κεντρικά δίκτυα 5G που είχαν ήδη εγκαταστήσει όλοι οι γερμανοί πάροχοι. Ενώ η Γερμανία βρίσκεται στη διαδικασία χρήσης της νομοθετικής εξουσίας του Άνω Κοινοβουλίου (Bundesrat) για να εξοβελίσει τη Huawei από το δίκτυο 5G και έχει θεσπίσει νόμους που της απαγορεύουν να προμηθεύει υποδομές 6G, η θεμελιώδης διάκριση μεταξύ κρατικής ισχύος και ισχύος των υποδομών αναδεικνύεται σε κρίσιμο ζήτημα για τις αναλύσεις των μεταβαλλόμενων γεωμετριών συγκρότησης των πόλων. Ένα πεδίο όπου αυτές οι δυναμικές αναμένεται να καθορίσουν την πορεία των πολυπολικών παγκόσμιων τάξεων είναι ο ενεργειακός τομέας.

Μια πράσινη αυτοκρατορία;

Σπάνια περνά μέρα χωρίς αναφορές στην καταιγιστική εξάπλωση των εφοδιαστικών αλυσίδων ανανεώσιμης ενέργειας που διέρχονται από την Κίνα. Πράγματι, η υπεροχή της Κίνας σε αυτόν τον τομέα στηρίζει τους ισχυρισμούς περί του επιτυχημένου πειραματισμού της με τη νεωτερικότητα. Εκ των υστέρων, θα μπορούσαμε να δούμε τις συγκρούσεις γύρω από τη Huawei, τη ZTE και άλλες κινεζικές εταιρείες τεχνολογίας, όπως η Alibaba, η Tencent και η Bytedance, ως γενικές δοκιμές για έναν άλλο τύπο επεκτατισμού υπό τη μορφή της ενεργειακής πολιτικής. Το 2015, η Κίνα εγκαινίασε την Παγκόσμια Ενεργειακή Διασύνδεση (GEI), στοχεύοντας στη χρήση τεχνολογιών υπερυψηλής τάσης (UHV) για τη λειτουργική σύζευξη των κατακερματισμένων εθνικών δικτύων σε ένα ενιαίο παγκόσμιο σύστημα. Έκτοτε, η μαζική επένδυση στην παραγωγή ηλιακών συλλεκτών συμπίεσε δραματικά το κόστος, επιτρέποντας σε πολλές χώρες, συμπεριλαμβανομένης της Κίνας, να προσεγγίσουν τους στόχους των διεθνών συνόδων COP του ΟΗΕ. Υπό το πρίσμα της επίσημης έννοιας του «οικολογικού πολιτισμού» -που αποτελεί μία από τις οκτώ βασικές αρχές της κεντρικής αρχής της «Σκέψης του Σι Τζινπίνγκ»- οι εξελίξεις αυτές έρχονται σε δυνητική αντίθεση με τη συνεργατική ρητορική της διεθνούς περιβαλλοντικής διακυβέρνησης. Αποκαλύπτουν έτσι το περίγραμμα μιας πράσινης αυτοκρατορίας, όπου η κινεζική υπεροχή στις ανανεώσιμες πηγές αναδιατάσσει ριζικά τις παγκόσμιες ενεργειακές εξαρτήσεις.

Μια δεκαετία μετά την εξαγγελία της GEI, η υλοποίησή της παραμένει αποσπασματική. Η Κίνα έχει ήδη αναπτύξει στο εσωτερικό της ένα δίκτυο γραμμών UHV ικανό να περιβάλει τον ισημερινό, ενώ παράλληλα υποστηρίζει έργα όπως το Σύστημα Διαχείρισης Πολλαπλών Τάσεων του Πακιστάν και διεξάγει πιλοτικές μελέτες για τη διασύνδεση της Βορειοανατολικής Ασίας και της ευρύτερης περιοχής του Μεκόνγκ. Σήμερα, η GEI αποκτά νέα ορμή, με τον Αντιπρόεδρο Χαν Ζενγκ να ηγείται μιας προσπάθειας που συνδυάζει την έρευνα, τη διπλωματία και την εξαγωγή τεχνικών προτύπων. Η χωρικότητα αυτών των διασυνοριακών δικτύων γεννά ερωτήματα που υπερβαίνουν τις συμβατικές γεωπολιτικές αναγνώσεις. Ο τρόπος με τον οποίο η Κίνα μετουσιώνεται σε πολιτικο-οικονομική δύναμη και σε υποδομική οντότητα αναδιαμορφώνει τη συγκρότηση της παγκόσμιας ισχύος εντός ενός ηλεκτρικού παγκόσμιου-συστήματος. Η στρατηγική «Made in China» δεν αρκεί πλέον ως βιομηχανικό σχέδιο για τον κατακλυσμό της αγοράς με ηλεκτρικά εξαρτήματα. Τα τσιπ, τα καλώδια, οι μπαταρίες και τα ηλιακά πάνελ δεν παράγουν από μόνα τους μια κρατική ισχύ ανάλογη με τις δικτυωμένες μορφές εδαφικότητας που επιβάλλουν οι λειτουργικές λογικές των υποδομών. Η κρατική μορφή, ούτε ενιαία ούτε πλήρως κατακερματισμένη, ενδέχεται τελικά να περιοριστεί σε έναν συμπληρωματικό ρόλο στη συγκρότηση του πολυπολικού παγκόσμιου συστήματος.

Τίποτα από αυτά δεν αποσκοπεί στην υποτίμηση των κινεζικών επενδύσεων στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Τα μεγέθη μιλούν από μόνα τους: σχεδόν τα τρία τέταρτα των παγκόσμιων πρωτοβουλιών για την πράσινη ενέργεια υλοποιούνται στην Κίνα ή υποστηρίζονται από κινεζικούς ομίλους. Αυτή η εικόνα έρχεται σε πλήρη αντίθεση με την «Τραμπική» παλινδρόμηση στα ορυκτά καύσιμα. Σύμφωνα με τον ιστότοπο Phenomenal World: «Υπάρχουν πλέον δύο ανταγωνιστικά μοντέλα ενέργειας και επιρροής: το ένα εδράζεται στα ορυκτά καύσιμα και το άλλο στις πράσινες τεχνολογίες και σε ένα νέο πρότυπο βιώσιμης ανάπτυξης». Θα σώσει η Κίνα τον κόσμο; Το ερώτημα είναι άτοπο, δεδομένου ότι η Κίνα παραμένει η χώρα με τις μεγαλύτερες εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα παγκοσμίως. Πιο καίριο είναι το πώς αυτές οι ενεργειακές δυναμικές τροφοδοτούν μια συγκεκριμένη εκδοχή της πολικότητας. Ενώ η αμερικανική ηγεμονία διολισθαίνει στον εκφοβισμό, τους εκβιασμούς, τις εξωδικαστικές δολοφονίες στον Ειρηνικό και την Καραϊβική, και στα κτηματομεσιτικά πλάνα στη Γάζα, η Κίνα μειώνει δραστικά το κόστος των μορφών ανάπτυξης των ανανεώσιμων πηγών, τις οποίες πολλές χώρες του Παγκόσμιου Νότου σπεύδουν να υιοθετήσουν με ενθουσιασμό. Πώς αυτά τα πλαίσια μετατοπίζουν την κατανόησή μας για τη σχέση μεταξύ πολικότητας και ιμπεριαλισμού; Επιστρέφουμε στο αρχικό ερώτημα: πώς το νόημα και η κατεύθυνση της παγκόσμιας εξωστρέφειας της Κίνας μετασχηματίζονται μέσα από τις μεταβαλλόμενες γεωπολιτικές συγκυρίες.

Ούτε κράτος ούτε αυτοκρατορία

Οι ισχυρισμοί περί μιας «αγαθοεργούς» επέκτασης των κινεζικών ανανεώσιμων πηγών αντιπαραβάλλονται σχεδόν τελετουργικά με αποκαλύψεις για την καταναγκαστική εργασία των Ουιγούρων στην ηλιακή βιομηχανία της Σιντζιάνγκ. Δεν προτιθέμεθα να αποσιωπήσουμε τα πάγια φυλετικοποιημένα και έμφυλα πρότυπα εργασιακής εκμετάλλευσης, οπουδήποτε κι αν αυτά εκδηλώνονται. Ενώ η επιτηδευμένη ουδετερότητα δεν είναι παρά μια απάτη, οι αναλυτές στη Δύση συνειδητοποιούν με οδυνηρό τρόπο ότι κάθε προσπάθεια ανάσχεσης του αντικινεζικού κλίματος κινδυνεύει να διαστρεβλωθεί ως συνηγορία υπέρ του κινεζικού αυταρχισμού. Προηγουμένως αναφερθήκαμε στη θέση του Wang Hui για την Κίνα ως μια διασυστημική κοινωνία. Χωρίς να παρακάμπτει τις δομικές μορφές καταπίεσης, εκμετάλλευσης και εξόρυξης, ο Wang εντοπίζει στις ιστορικές «δυναστείες κατάκτησης» μη-Χαν (Μογγόλοι στη Γιουάν, Μαντσού στην Τσινγκ) το πρόπλασμα μιας συμπεριληπτικής μορφής παγκόσμιας διακυβέρνησης, η οποία εδράζεται στην πολυκατευθυντική αναγνώριση. Ανεξάρτητα από το πώς αποτιμά κανείς αυτό το όραμα συνύπαρξης, αξίζει να σημειωθεί η θεμελίωσή του στο επιχείρημα ότι η Κίνα υπερβαίνει το δίπολο κράτους και αυτοκρατορίας. Ο Wang υποστηρίζει ότι οι ιστορικές δυναμικές ανάμεσα στο νομαρχιακό-συγκεντρωτικό σύστημα (junxian) και τις φεουδαρχικές-αποκεντρωτικές τάσεις (τιμαριοποίηση- fengjian) διαπερνούν τη μετάβαση της Κίνας στη νεωτερικότητα. Αυτή η διαλεκτική ακυρώνει κάθε απόπειρα εγκλωβισμού των μορφών κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσής της στις οικείες Βεστφαλιανές κατηγορίες. Θεωρούμε την προσέγγιση αυτή πολύ πιο γόνιμη από εκείνες που επιμένουν είτε να εντάσσουν την κινεζική παγκόσμια εξωστρέφεια σε μοντέλα διεθνών σχέσεων βασισμένα στην πρωτοκαθεδρία του έθνους-κράτους, είτε να την ερμηνεύουν ως μια απλή αναπαραγωγή -ή ιστορική εκδίκηση- του ευρωπαϊκού ιμπεριαλισμού.

Ιστορικά, δεν λείπουν οι περιπτώσεις όπου η κομματική πολιτική μορφή πυροδότησε αλληλοτροφοδοτούμενες δυναμικές συγκεντρωτισμού και αποκέντρωσης, υπό την ώθηση ιδεολογικών προταγμάτων. Πώς οφείλουμε, ωστόσο, να στοχαστούμε την κινεζική εξωστρέφεια σε συνάρτηση με την υποδομική μορφή; Μπορεί η εγγραφή των μηχανικών προτύπων -πολλά από τα οποία υπακούουν στη γραμματική της φυσικής και στις λογιστικές απαιτήσεις των διαλειτουργικών συστημάτων- να νοηθεί ως μια πηγή που ορίζει ταυτόχρονα εθνικά πολιτικά πεπρωμένα; Αυτά τα ερωτήματα θίγουν την πολιτική της αυτονομίας που προσιδιάζει στην κρατική μορφή. Επιπλέον, κλονίζουν το επιχείρημα ότι η Κίνα αποτελεί μια νέα ιμπεριαλιστική δύναμη, η τροχιά της οποίας ταυτίζεται αναπόδραστα με το όραμα ενός υπέρτατου ηγέτη, είτε αυτός είναι ο Σι Τζινπίνγκ είτε οποιοσδήποτε μελλοντικός επικεφαλής του ΚΚΚ.

Σε ένα πεδίο όπου η ισχύς στροβιλίζεται και συγκρούεται ανάμεσα στο κόμμα, το κράτος, τις επιχειρήσεις, τα μέσα ενημέρωσης και τις υποδομές, τα εργατικά και ακτιβιστικά κινήματα αποτελούν μια πρόσθετη, αναδυόμενη δύναμη. Η υπόγεια ισχύς των κοινωνικών μαζών εγγράφεται πάγια στους υπολογισμούς της πολιτικής εξουσίας στην Κίνα και «τα προκεχωρημένα φυλάκιά της». Ανεξάρτητα από τη συζήτηση για την προέλευση της πανδημίας, ελάχιστη αμφιβολία χωρά ότι ο Covid-19 λειτούργησε ως μηχανισμός βίαιης ανάσχεσης, ανακόπτοντας την κλιμάκωση των διαμαρτυριών στο Χονγκ Κονγκ. Όμως, το γεγονός ότι το Χονγκ Κονγκ στερείται πλέον ενός παρελθόντος στο οποίο θα μπορούσε να επιστρέψει, σημαίνει ότι ο τοπικισμός αδυνατεί να προσφέρει ένα βιώσιμο έδαφος για μια μελλοντική πολιτική. Ένας νέος διεθνισμός οφείλει πλέον να αναμετρηθεί ριζικά με την πραγματικότητα της Κίνας.

Μετά την καταστολή των εργατικών αγώνων στο εργοστάσιο Jasic το 2018 και τις διαμαρτυρίες της «Λευκής Κόλλας» το 2022, φαντάζει δύσκολο να φανταστούμε την κοινωνική δράση στην ηπειρωτική Κίνα να συσπειρώνεται σε ισχυρά αντισυστημικά κινήματα. Η μαχητικότητα στους χώρους παραγωγής έχει δώσει τη θέση της στην επισφάλεια των πλατφορμών, ενώ η ανασύνθεση του κεφαλαίου έχει πυροδοτήσει βραχύβιους αγώνες αναπαραγωγής -με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις αντιδράσεις στην περιστολή της κοινωνικής ασφάλισης. Το 2024, ο αριθμός των μεταναστών εργατών στην Κίνα άγγιξε ιστορικά υψηλά επίπεδα. Σε μακροοικονομική κλίμακα, φαίνεται ότι οι εργατικές τάξεις της Κίνας θα συνεχίσουν να επωμίζονται το κόστος της υπερσυσσώρευσης. Ωστόσο, αυτή ακριβώς η οργανική σύνδεση ανάμεσα στην εξαγωγή κεφαλαίου και τις συνθήκες διαβίωσης των απόκληρων της Κίνας ανοίγει ένα διάνυσμα που συνδέει τους τοπικούς αγώνες με την παγκόσμια πολιτική οικονομία. Όποιοι κι αν είναι οι δίαυλοι της αλληλεγγύης, δεν επιτρέπεται να εγκαταλειφθούν μπροστά στα προσκόμματα της μετάφρασης και της καταστολής. Η Κίνα μπορεί να μην είναι ούτε αυτοκρατορία ούτε κράτος, παραμένει όμως ένα αναπόσπαστο κομμάτι του κόσμου και, ως εκ τούτου, οφείλει να κατέχει κεντρική θέση σε κάθε απόπειρα συγκρότησης μιας παγκόσμιας πολιτικής.

Ο Brett Neilson είναι Αναπληρωτής Διευθυντής στο Institute for Culture and Society του Πανεπιστημίου Western Sydney. Μαζί με τον Sandro Mezzadra, είναι συγγραφέας του έργου The Rest and the West: Capital and Power in a Multipolar World (Το Υπόλοιπο και η Δύση: Κεφάλαιο και Εξουσία σε έναν Πολυπολικό Κόσμο).

Ο Ned Rossiter είναι Διευθυντής Ερευνών στο Institute for Culture and Society του Πανεπιστημίου Western Sydney. Πρόσφατα ολοκλήρωσε τη συγγραφή του βιβλίου (μαζί με τον Soenke Zehle) με τίτλο Entropological Materialism: Diagnosing Anxieties of Prediction in the Cybernetic Century (Εντροπολογικός Υλισμός: Διαγνώσκοντας τις Αγωνίες της Πρόβλεψης στον Κυβερνητικό Αιώνα).