Έχει ακόμη νόημα να μιλάμε για εργασία;

του Andrea Fumagalli

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 9 Σεπτεμβρίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Effimera

Νάνι Μπαλεστρίνι, La rivolta illustrata [Η εικονογραφημένη εξέγερση], 1975

Το κείμενο αυτό αποτελεί επεξεργασία του επιλόγου στον συλλογικό τόμο Μισθός ή εισόδημα; Η σύγκρουση στην κοινωνία της εργασίας χωρίς τέλος (Salario o reddito? Il conflitto nella società del lavoro senza fine), σε επιμέλεια των Toni Casano, Antonio Minaldi και Sergio Riggio, Multimage, Associazione Editoriale, Φλωρεντία, Ιούλιος 2026.

Οι μελέτες του Antonio Casano («Οι διαδικασίες μετασχηματισμού της εργασίας: Από το φορντικό μοντέλο στη μεταβιομηχανική κοινωνία»), του Antonio Minaldi («Βασικό εισόδημα, κράτος πρόνοιας και “επικαιρότητα του κομμουνισμού” στην εποχή του τέλους της εργασίας») και του Sergio Riggio («Απελευθέρωση από την εργασία, απελευθέρωση της εργασίας») πραγματεύονται ένα ζήτημα που σήμερα είναι καθοριστικό, εξαιρετικά επίκαιρο και, παραδόξως, ελάχιστα αναλυμένο: όχι τη σημασία της εργασίας –αυτήν τη γνωρίζουμε από την εποχή του Αδάμ– αλλά το νόημα και τον σκοπό της εργασίας. Τόσο τα κόμματα της δεξιάς όσο και εκείνα της αριστεράς, τόσο τα συνδικάτα της ταξικής συναίνεσης όσο και τα συνδικάτα βάσης, διακηρύσσουν ότι χωρίς εργασία δεν υπάρχει επιβίωση και ότι πρωταρχικός τους στόχος είναι η αύξηση των ποσοστών απασχόλησης. Η κυβέρνηση Μελόνι μάλιστα καυχιέται ότι ποτέ άλλοτε η απασχόληση δεν είχε φτάσει σε τόσο υψηλά επίπεδα (χωρίς, ωστόσο, να υπογραμμίζει ότι οι εν λόγω στατιστικές κατασκευάζονται ad hoc, βάσει ορισμών που συχνά αφήνουν πολλά περιθώρια αμφισβήτησης…). Αλλά για ποια εργασία μιλάμε; Η έννοια της εργασίας δεν υπήρξε ποτέ σταθερή στον χρόνο, ιδίως εντός ενός καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής. Σε αυτή την πραγματικότητα, πράγματι, η εργασία, μολονότι αποτελεί μια τυπικά ελεύθερη δραστηριότητα, υπάγεται στις μορφές παραγωγής που μεταβάλλονται διαρκώς, ως απόρροια μιας τεχνολογικής προόδου προσανατολισμένης μόνιμα στην αύξηση της παραγωγικότητας και στη διεύρυνση της βάσης της συσσώρευσης. Η ποιότητα της εργασίας τροποποιείται συνεχώς και μαζί της μεταβάλλεται και η οργάνωσή της. Σε τέτοιο βαθμό, ώστε σήμερα η εργασία τείνει να μετασχηματιστεί σε «γυμνή ζωή», σηματοδοτώντας έτσι την εξάτμιση και την υπέρβασή της. Σημαίνει άραγε αυτό ότι έχουμε απελευθερωθεί από τη βιβλική κατάρα της εργασίας; Δυστυχώς, καθόλου.

Τέλος, θα ήθελα να υπενθυμίσω ότι το κείμενο αυτό αποτέλεσε επίσης τη βάση της εισήγησης με τίτλο: «Η διαδικασία της χρηματιστικοποίησης ως πιθανό μέτρο της ζωτικής υπαγωγής: ποια εναλλακτική;», η οποία παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Negri oltre Negri II», Σαλέρνο, 18–19 Ιουνίου 2026.

                                                                                   ***

1. Εισαγωγή

Σε μια παρέμβασή μας στον συλλογικό τόμο υπό την επιμέλεια των Toni Casano και Antonio Minaldi, Occupare l’utopia, θέταμε το ερώτημα αν στις μέρες μας «Έχει ακόμα νόημα να μιλάμε για εργασία;» Το ερώτημα δεν είναι έωλο και η απάντηση δεν είναι εύκολη. Για τον λόγο αυτό, κρίνεται αναγκαία μια προκαταρκτική διευκρίνιση.

2. Η διαδρομή της εργασίας από τον τεχνίτη στον homo faber (ο άνθρωπος ως κατασκευαστής/δημιουργός) του φορντισμού

Η ανθρώπινη ζωή διαρθρώνεται συνήθως σε χρονικές στιγμές, οι οποίες αποσκοπούν ως επί το πλείστον στην ικανοποίηση αναγκών και ονείρων. Αυτές οι χρονικές οριοθετήσεις δεν είναι ίδιες για όλες και όλους. Καθορίζονται από τη δομή της κοινωνικής, πολιτικής και πολιτισμικής ιεραρχίας μέσα στην οποία βρίσκεται κανείς. Στο πλαίσιο των δυτικών χωρών, όπως αυτές διαμορφώθηκαν μετά τη συγκρότηση των εθνικών κρατών από τον 15ο αιώνα και μετά και την Βιομηχανική και τη Γαλλική Επανάσταση στα τέλη του 18ου αιώνα, η ανάδυση και η εξάπλωση του καπιταλιστικού συστήματος παραγωγής εισήγαγαν ολοένα πιο σύνθετα μέτρα για τη μέτρηση του χρόνου ζωής.

Ταυτόχρονα, επαναπροσδιόρισαν τις ουσιώδεις λειτουργίες της ανθρώπινης ζωής, υποτάσσοντάς τες στην αναγκαιότητα της οικονομικής συσσώρευσης. Η εργασιακή δραστηριότητα γίνεται ελεύθερη, η δουλεία καταργείται, τουλάχιστον τυπικά (με εξαίρεση τις ΗΠΑ). Η καθημερινή ζωή αρχίζει έτσι να ρυθμίζεται από τους χρόνους εργασίας και μη εργασίας, για τους περισσότερους μέσα σε συνθήκες ανάγκης και επισφάλειας. Ο χρόνος εργασίας, ο οποίος είναι λειτουργικός για τη συσσώρευση και θεωρείται επομένως παραγωγικός, αμείβεται ακριβώς επειδή πρόκειται για δραστηριότητα που δεν υπόκειται σε κανέναν φυσικό ή/και νομικό εξαναγκασμό. Ο υπόλοιπος χρόνος μη εργασίας, ή η παραγωγική δραστηριότητα που δεν αποσκοπεί στη συσσώρευση/παραγωγή αλλά απλώς στη φυσική και κοινωνική αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης, δεν αμείβεται και δεν απολαμβάνει καμία προστασία. Η ελευθερία να εργάζεται κανείς έχει έτσι ένα τίμημα: η επιβίωση του εργαζόμενου ή της εργαζόμενης αποτελεί αποκλειστικά δική του/της ευθύνη. Σε αντίθεση με τον δούλο, του οποίου η επιβίωση διασφαλίζεται από το αφεντικό, ο ελεύθερος εργαζόμενος ζει σε μια διαρκή κατάσταση ανάγκης: πρέπει να φροντίζει ο ίδιος για τον εαυτό του.  

Σχετικά με αυτό, γράφει ο Μαρξ:

«Η εργασία είναι λοιπόν ένα εμπόρευμα, το οποίο ο κάτοχός του, ο μισθωτός εργάτης, πουλά στο κεφάλαιο. Γιατί το πουλά; Για να ζήσει. (…). Η εργασία δεν ήταν πάντοτε εμπόρευμα. Η εργασία δεν ήταν πάντοτε μισθωτή εργασία, δηλαδή ελεύθερη εργασία. Ο δούλος δεν πουλούσε την εργασία του στον δουλοκτήτη […]. Ο δούλος, μαζί με την εργασία του, πωλείται μια για πάντα στο αφεντικό του. Είναι ένα εμπόρευμα που μπορεί να περάσει από τα χέρια ενός ιδιοκτήτη στα χέρια ενός άλλου. Ο ίδιος είναι εμπόρευμα, αλλά η εργασία δεν είναι δικό του εμπόρευμα. Αντίθετα, ο ελεύθερος εργάτης πουλά ο ίδιος τον εαυτό του, και μάλιστα κομμάτι-κομμάτι. Βγάζει καθημερινά σε πλειστηριασμό 8, 10, 12, 15 ώρες της ζωής του στον ανώτερο πλειοδότη, στον κάτοχο των πρώτων υλών, των εργαλείων εργασίας και των μέσων συντήρησης, δηλαδή στους καπιταλιστές. Ο εργάτης δεν ανήκει ούτε σε έναν ιδιοκτήτη, ούτε στη γη, αλλά 8, 10, 12, 15 ώρες της καθημερινής του ζωής ανήκουν σε εκείνον που τις αγοράζει. Ο εργάτης εγκαταλείπει όποτε θέλει τον καπιταλιστή στον οποίο εκμισθώνεται, και ο καπιταλιστής τον απολύει όποτε κρίνει, μόλις δεν αντλεί πλέον από αυτόν κανένα όφελος ή δεν αντλεί πλέον το όφελος που επεδίωκε. Αλλά ο εργάτης, του οποίου ο μόνος πόρος είναι η πώληση της εργασίας, δεν μπορεί να εγκαταλείψει ολόκληρη την τάξη των αγοραστών, δηλαδή την τάξη των καπιταλιστών, αν δεν θέλει να απαρνηθεί την ίδια του την ύπαρξη. Αυτός δεν ανήκει στον έναν ή στον άλλον αστό, αλλά στην αστική τάξη, στην τάξη των αστών· και είναι δική του υπόθεση να διαθέτει τον εαυτό του, δηλαδή να βρίσκει μέσα σε αυτή την αστική τάξη έναν αγοραστή.» [2]

Στο απόσπασμα αυτό, ο Μαρξ αναφέρεται στη μισθωτή εργασία, ως την πρώτη μορφή εργασίας οργανικά ενταγμένη στο καπιταλιστικό σύστημα παραγωγής. Πρόκειται για μια μορφή εργασίας μέσα στην οποία ο εργαζόμενος εμφανίζεται desarmata manu [3], δηλαδή «με γυμνά χέρια». Ο εργαζόμενος είναι ελεύθερος, αλλά η εργασιακή του δραστηριότητα δεν είναι: υπόκειται σε βαριές μορφές επιταγής και υποταγής. Είναι, ακριβώς, μισθωτή εργασία.

Η μετάβαση από την ελεύθερη βιοτεχνική εργασία στην υποταγμένη μισθωτή εργασία πραγματοποιείται αργά αλλά αδυσώπητα. Στο πρώιμο μανιφακτουρικό σύστημα, εκείνο που περιγράφει ο Άνταμ Σμιθ με το εργοστάσιο καρφιτσών, ο καταμερισμός της εργασίας που το οργανώνει εξακολουθεί να αφήνει μεγάλα περιθώρια λειτουργικής αυτονομίας: ο τεχνίτης διατηρεί ακόμη εν μέρει τον έλεγχο της παραγωγικής διαδικασίας, έστω μόνο για το τμήμα στο οποίο έχει τοποθετηθεί βάσει της οργάνωσης των επιμέρους καθηκόντων. Η σχέση με τη μηχανή είναι μια σχέση συνεργική, θα μπορούσαμε να πούμε μίσους και πάθους, αποστροφής και έλξης, όπου εντούτοις οι δεξιότητες στη χρήση των μηχανημάτων επηρεάζουν την ποιότητα του τελικού προϊόντος. Κατά τον μετασχηματισμό από τον τυπικά ελεύθερο τεχνίτη στον ειδικευμένο εργάτη της μανιφακτούρας των αρχών του 19ου αιώνα, αυτό που απαλλοτριώνεται είναι η ιδιοκτησία του τελικού προϊόντος, ενώ αυτό που αφαιρείται από τον έλεγχο του εργάτη είναι ο χρόνος εργασίας, ο οποίος πωλείται στον καπιταλιστή. Ας θυμηθούμε ότι πρόκειται για έναν χρόνο εργασίας τον οποίο ο μισθωτός προσφέρει ελεύθερα, χωρίς κανέναν καταναγκασμό, στον καπιταλιστή, προκειμένου να επιβιώσει. Η εργασία είναι λοιπόν ελεύθερη δραστηριότητα· ο εργαζόμενος όμως, αν είναι μισθωτός, δεν είναι ελεύθερος.

Με το πέρασμα από τον ειδικευμένο εργάτη στον εργάτη-μάζα, δηλαδή από τη μανιφακτούρα στο σύστημα του «εργοστασίου», γινόμαστε μάρτυρες ενός νέου μετασχηματισμού. Στη μανιφακτούρα, η υποταγή της εργασίας στο κεφάλαιο δεν καθοριζόταν από τις ίδιες τις μεθόδους της παραγωγικής διαδικασίας –παρά μόνο σε ελάχιστο βαθμό, καθώς τα καθήκοντα και οι ρόλοι κατανέμονταν απλώς με βάση την αποδοτικότητα για το τελικό αποτέλεσμα– αλλά προέκυπτε αποκλειστικά από τη μισθολογική υπαγωγή της εργασιακής δραστηριότητας. Αντίθετα, στο σύστημα του «εργοστασίου», ένα νέο στοιχείο έρχεται να προστεθεί. Ο καπιταλιστής, μέσω του μοχλού της τεχνολογικής καινοτομίας, είναι πλέον σε θέση να παρεμβαίνει άμεσα στην παραγωγική διαδικασία και να τη μεταβάλλει, απογυμνώνοντας τον εργάτη –που έχει πλέον μετατραπεί σε εργάτη-μάζα– από τις δεξιότητές του και από την ικανότητά του να ελέγχει τη μηχανή.   

Η σχέση μεταξύ ανθρώπινου και μηχανικού στοιχείου μεταβάλλεται ριζικά. Από μια σχέση τυπικής συμπληρωματικότητας με τη μηχανή, η μισθωτή εργασία έχει πλέον περάσει σε μια σχέση πλήρους πραγματικής υπαγωγής στη μηχανή και στους χρονικούς ρυθμούς της. Πρόκειται για το πέρασμα που περιγράφει υποδειγματικά ο Μαρξ στο ανέκδοτο 6ο Κεφάλαιο του πρώτου τόμου του Κεφαλαίου, όταν αναλύει τη διαδικασία της τυπικής υπαγωγής  της μανιφακτούρας και τον μετασχηματισμό της στη διαδικασία της πραγματικής υπαγωγής  που χαρακτηρίζει το σύστημα του «εργοστασίου». Ο Μαρξ προαναγγέλλει, στην πραγματικότητα, αυτό που αργότερα θα γίνει ορατό με το τεϊλορικό παράδειγμα της επιστημονικής οργάνωσης της εργασίας.  

Υπό συνθήκες πραγματικής υπαγωγής, η εργασιακή δραστηριότητα ρυθμίζεται αυστηρά. Πρώτον, διαρθρώνεται σε μεγάλη κλίμακα ο μηχανισμός ιεραρχικής διοίκησης στο εσωτερικό του εργοστασίου. Αρχικά, η τάση αυτή εξελίσσεται πολύ σταδιακά, καθώς απουσιάζουν οι ενεργειακές και μηχανικές τεχνολογίες που θα επέτρεπαν έναν ακριβή χρονικό προγραμματισμό της παραγωγής. Η διοίκηση επιβάλλεται κυρίως με πειθαρχικούς καταναγκασμούς (με το «μαστίγιο») και με άμεσο τρόπο μέσω της ιεραρχικής οδού. Μόνο με την ανάδυση της τυποποίησης της παραγωγής –η οποία κατέστη εφικτή χάρη στη χρήση της ηλεκτρικής ενέργειας ως σταθερής και ρυθμιζόμενης κινητήριας δύναμης των μηχανών και την ανακάλυψη νέων υλικών που επέτρεψαν, χάρη στην ανόργανη χημική βιομηχανία, την κατασκευή εκείνων των μηχανημάτων που θα συγκροτούσαν τη γραμμή συναρμολόγησης– θα καταστεί αυτό δυνατό. Η ιεραρχική δομή παγιώνεται σε τρεις φάσεις, οι οποίες θα ορίσουν την επιστημονική οργάνωση της εργασίας του αναδυόμενου μεγάλου τεϊλορικού εργοστασίου στις αρχές του 20ού αιώνα: τη φάση του σχεδιασμού, που αποσκοπεί στην ανάπτυξη του πρωτότυπου προϊόντος· τη φάση της εκτέλεσης, που αποσκοπεί, βάσει των στρατηγικών σχεδίων, στη διασφάλιση της παραγωγής· και τη φάση της εμπορευματοποίησης, που αποσκοπεί στην τελική πραγμάτωση (της αξίας) στις αγορές διάθεσης. Αυτή η οργανωτική δομή διαπερνάται από έναν εξαιρετικά άκαμπτο εταιρικό καταμερισμό της εργασίας, ο οποίος εν συνεχεία ευνοεί στο εσωτερικό της κοινωνίας έναν έμφυλο καταμερισμό της εργασίας, έναν πολιτισμικό διαχωρισμό της εκπαίδευσης κ.λπ. Δηλαδή, τη συγκρότηση εκείνων των πειθαρχικών μηχανισμών που χαρακτηρίζουν το φορντικό παράδειγμα του 20ού αιώνα: από την οικογένεια και το σχολείο, μέχρι το ίδιο το εργοστάσιο, τη φυλακή και το ψυχιατρείο.

Δεύτερον, η εργασία καθίσταται αναγκαίο να ρυθμιστεί σε όλες της τις εκδηλώσεις: από το ωράριο και τον μισθό, μέχρι τον κανονιστικό χαρακτήρα των διαφόρων καθηκόντων. Γεννιέται η επιστήμη της εργονομίας, η οποία έχει ως ακριβή σκοπό να μετρά και να καθιστά αποδοτικότερη τη σωματική εργασιακή προσπάθεια.

Αυτή η τεχνολογική, παραγωγική και οργανωτική ακαμψία της εργασίας –αποτέλεσμα της αυξανόμενης αυτοματοποίησης της παραγωγής, η οποία είναι σε θέση να αυξήσει σημαντικά την παραγωγικότητα– οδηγεί στην ανάδειξη σαφών οικονομικών και κοινωνικών διχοτομιών. Αναφερόμαστε στον ξεκάθαρο διαχωρισμό μεταξύ χρόνου εργασίας και ελεύθερου χρόνου (χρόνου μη-εργασίας), μεταξύ παραγωγικής και μη-παραγωγικής εργασίας, μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, καθώς και μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης· στο δε εσωτερικό της εργασιακής δραστηριότητας, (στον διαχωρισμό) μεταξύ χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας, μεταξύ του μαζικού εργάτη και του υπαλλήλου.

Κατά συνέπεια η (μισθωτή) εργασία καθίσταται ο κεντρικός παράγοντας στη βάση της συσσώρευσης. Πρόκειται, όμως, για μια εργασία που είναι ελεύθερη μόνο τυπικά, καθότι είναι υποταγμένη στους χρονικούς ρυθμούς και στην παραγωγικότητα των διαδικασιών αυτοματοποίησης της μηχανής: μια εργασία παθητική, άκρως αλλοτριωμένη, όπου οι δεξιότητες, οι ικανότητες και η δημιουργικότητα του ανθρώπου καταπνίγονται και ως επί το πλείστον ακυρώνονται. Η επαγγελματική δεξιοτεχνία (ή τεχνογνωσία) μετασχηματίζεται σε μια εργασία απογυμνωμένη από κάθε επαγγελματική εξειδίκευση, επισφραγίζοντας έτσι, παραδόξως, τον θάνατό της. Η υπακοή και η σιωπή [4] καθορίζουν τους κανόνες που επιβάλλει η εργοστασιακή ιεραρχία. Η εργασία πέθανε, ζήτω η εργασία.  

Αντίστροφα, στο επίπεδο της διανομής του εισοδήματος, ήταν απαραίτητο ο πραγματικός μισθός να αυξάνεται παράλληλα με τα κέρδη παραγωγικότητας, προκειμένου να διασφαλίζεται μια –έστω επισφαλής– ισορροπία μεταξύ μαζικής παραγωγής και μαζικής κατανάλωσης, που αποτελούσε την κύρια προϋπόθεση για την εξασφάλιση ικανοποιητικών χρηματικών κερδών. Η φορντική περίοδος του 20ού αιώνα υπήρξε η καπιταλιστική φάση κατά την οποία ήταν εφικτή, ακριβώς χάρη στα ισχυρά κέρδη παραγωγικότητας, μια ταυτόχρονη αύξηση τόσο των κερδών όσο και των μισθών.

Το να είναι κανείς απασχολούμενος, υποτασσόμενος στις συνθήκες που επέβαλλε η μισθωτή εργασία στο εργοστάσιο, μετατρέπεται έτσι στη βασική προϋπόθεση για την κοινωνική αποδοχή και αναγνώριση. Πρόκειται για τον θρίαμβο του homo faber [5], μιας έννοιας που επαναφέρει στο προσκήνιο η Χάνα Άρεντ στην Ανθρώπινη Κατάσταση (Vita Activa), με τον 20ό αιώνα να ορίζεται πλέον ως ο αιώνας της εργασίας [6]. Αυτή η ιδεολογία της εργασίας διαπερνά ακόμη και τις συνταγματικές επιταγές, οι οποίες επαναπροσδιορίζονται στον απόηχο της τραγωδίας του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, στις απαρχές της «ένδοξης τριακονταετίας» του φορντισμού (1945-75): το δικαίωμα στην εργασία (χωρίς περαιτέρω προσδιορισμούς) εντάσσεται πλέον στα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου.

Υπενθυμίζουμε ότι η ηθική της εργασίας αποτελεί αναγκαία –αν και όχι ικανή– συνθήκη για τη βιωσιμότητα του καπιταλιστικού οικονομικού συστήματος. Ο σαφής διαχωρισμός μεταξύ μηχανής και εργασίας καθιστά αναγκαία την προσκόλληση της εργασίας στη μηχανή, ανεξάρτητα από τον τρόπο με τον οποίο αυτό πραγματοποιείται –δηλαδή σε αφηρημένη μορφή–, και έτσι η εργασία καθίσταται απαραίτητη για την υλική πραγμάτωση της ίδιας της παραγωγικής διαδικασίας.

3. Από την άρνηση της εργασίας…

Στα τέλη της δεκαετίας του 1960 και στις αρχές της δεκαετίας του 1970, το τεϊλορικό-φορντικό παράδειγμα εισέρχεται σε κρίση. Οι αιτίες είναι ποικίλες. Από την πλευρά της παραγωγής, η παραγωγική και τεχνολογική ακαμψία από τη στιγμή που το μέγεθος των παραγωγικών εγκαταστάσεων υπερβαίνει ένα ορισμένο κρίσιμο όριο, δεν επιτρέπει πλέον την αύξηση της παραγωγικότητας και την εκμετάλλευση των οικονομιών κλίμακας. Επιπλέον, ο βιομηχανικός γιγαντισμός προκαλεί στρεβλώσεις στη διάρθρωση του κόστους, αυξάνοντας το κόστος ανά μονάδα προϊόντος, το οποίο δεν μπορεί πλέον να αντισταθμιστεί από τα φθίνοντα κέρδη παραγωγικότητας. Παράλληλα, από την πλευρά της ζήτησης, τα έσοδα αρχίζουν να επιβραδύνονται εξαιτίας του κορεσμού πολλών μορφών μαζικής παραγωγής. Το αναπόφευκτο αποτέλεσμα είναι η συρρίκνωση των κερδών. Η κατάσταση αυτή επιδεινώνεται περαιτέρω από την εργατική ανυπακοή στα μεγάλα εργοστάσια, η οποία προκαλεί απότομη αύξηση των μισθών εις βάρος της ίδιας της παραγωγικότητας, εξαιτίας των άγριων απεργιών και της μείωσης των εργασιακών ρυθμών. Το κερασάκι στην τούρτα αποτελούν, έπειτα, οι διεθνείς εντάσεις γύρω από το δολάριο που οδηγούν στην κατάρρευση του συστήματος του Μπρέτον Γουντς το 1971 και, στη συνέχεια, το 1973, η απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου ως απόρροια των αραβοϊσραηλινών εντάσεων.  

Η αύξηση των μισθών κατά τις προηγούμενες δεκαετίες, αναγκαία συνθήκη για τη σταθερότητα του οικονομικού συστήματος, μειώνει τον βαθμό έκθεσης του εργάτη-μάζα στον εργοδοτικό εκβιασμό και επιτρέπει την αμφισβήτηση των βαριών και αλλοτριωτικών συνθηκών εργασίας. Είναι η ίδια η έννοια της μισθωτής εργασίας που τίθεται σταδιακά υπό αμφισβήτηση μέχρι την άρνησή της. Αυτή είναι η μεγάλη καινοτομία εκείνων των χρόνων. Ο αγώνας για την απελευθέρωση της εργασίας (μέσω καλύτερων ωραρίων, δικαιωμάτων και υψηλότερων μισθών) τείνει να μετασχηματιστεί σε αγώνα για την απελευθέρωση από την εργασία. Το σύνθημα «άρνηση της εργασίας» αναφέρεται στη μισθωτή εργασία, σε εκείνη ακριβώς τη μισθωτή εργασία που αποτελούσε το διακριτικό γνώρισμα της εγκαθίδρυσης του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής ήδη από την εποχή της βιομηχανικής επανάστασης. Συνεπώς, «άρνηση της εργασίας» σημαίνει «άρνηση του καπιταλισμού», ανάκτηση της παραγωγικής αυτονομίας του υποκειμένου, η οποία δεν θα υπάγεται πλέον πραγματικά ή/και τυπικά στο κεφάλαιο. Δεν είναι τυχαίο ότι η άρνηση της εργασίας συνδέεται με την ιδέα της «εργατικής αυτονομίας» (autonomia operaia): αφενός, με την έννοια ότι η εργατική τάξη αυτοοργανώνεται αυτόνομα, χωρίς να εκχωρεί τις διεκδικήσεις της σε κανέναν, αφετέρου, με τη φιλοδοξία να καταστεί αυτόνομη παραγωγική δύναμη, πραγματικά ελεύθερη, η οποία δεν θα είναι πλέον αναγκασμένη να πουλάει τον εαυτό της σε όποιον διαχειρίζεται την παραγωγική διαδικασία.

Στη δεκαετία του 1970, η άρνηση της εργασίας εκφραζόταν μέσα από διαφορετικές πρακτικές: από την αυτοδιαχείριση (κατά τη διάρκεια της κατάληψης του χώρου εργασίας) έως τη συστηματική απουσία από την εργασία, από το σαμποτάζ μέχρι τη μείωση των εργασιακών ρυθμών («να δουλεύουμε με το πάσο μας » /  lavorare con lentezza [7]). Οι επιπτώσεις αυτών των πρακτικών υπήρξαν πολύ πιο ανατρεπτικές από εκείνες του παραδοσιακού εργαλείου της απεργίας, σε τέτοιο βαθμό ώστε να ευνοήσουν διαδικασίες αναδιάρθρωσης που μετασχημάτισαν δομικά την οργάνωση της εργασίας και της παραγωγής· αυτό επιτεύχθηκε και χάρη στη διάδοση των νέων πληροφοριακών, γλωσσικών και μεταφορικών τεχνολογιών, οι οποίες επέτρεψαν μεγαλύτερη οργανωτική ευελιξία.

Η κρίση του φορντικού παραδείγματος ευνοεί την ανάπτυξη νέων παραγωγικών και τεχνολογικών μοντέλων και, κατά συνέπεια, νέων μορφών εργασίας. Ενώ η Ιαπωνία πειραματίζεται με τα νέα μοντέλα του τογιοτισμού και του Just in Time, στην Ιταλία εγκαινιάζεται η περίοδος των βιομηχανικών περιφερειών, χάρη και στις πολιτικές εδαφικής αποκέντρωσης, εξωτερίκευσης των επιχειρηματικών λειτουργιών και μείωσης του μέσου μεγέθους των παραγωγικών εγκαταστάσεων. Το τεϊλορικό μοντέλο του μεγάλου εργοστασίου ρίζωσε στην Ιταλία κυρίως στα βορειοδυτικά της χώρας (το λεγόμενο βιομηχανικό τρίγωνο: Γένοβα-Μιλάνο-Τορίνο). Οι διαδικασίες αποκέντρωσης επεκτάθηκαν κατά μήκος του υποαλπικού άξονα, από το Μιλάνο προς την Μπρέσια έως το Τρεβίζο και το Ούντινε, καθώς και κατά μήκος της Via Emilia μέχρι την Αδριατική. Έτσι γεννιέται η περιοχή NEC (Βορειοανατολική–Κεντρική Ιταλία) ως νέος πόλος οικονομικής ανάπτυξης, που χαρακτηρίζεται κυρίως από την παρουσία μικρών υπεργολαβικών επιχειρήσεων χαμηλής τεχνολογικής έντασης και υψηλής έντασης εργασίας. Πρόκειται για τις προϋποθέσεις ανάπτυξης, εντός των παραδοσιακών κλάδων, αυτού που κατά τη δεκαετία του ’90 και εξής θα μετασχηματιστεί στο φαινόμενο του Made in Italy. Η ευελιξία της παραγωγής οδηγεί στην ευελιξία της εργασιακής δραστηριότητας, με την εμφάνιση υβριδικών μορφών που υπερβαίνουν την άκαμπτη τεϊλορική διχοτομία μεταξύ εξαρτημένης και ανεξάρτητης εργασίας. Στις βιομηχανικές περιφέρειες, η μισθωτή εργασία παραχωρεί τη θέση της σε υβριδικές μορφές εξειδικευμένης βιοτεχνικής εργασίας, αυτοαπασχόλησης για λογαριασμό τρίτων, μορφών συνεργασίας με συμβάσεις έργου και ημι-εξαρτημένης εργασίας. Η άρνηση της μισθωτής εργασίας, όπως θεωρητικοποιήθηκε στη δεκαετία του ’70, μετασχηματίζεται σε μορφές φαινομενικά αυτόνομης εργασίας (την αυτόνομη εργασία δεύτερης γενιάς, σύμφωνα με την εύστοχη έκφραση που επινόησε ο Σέρτζιο Μπολόνια [8]), οι οποίες όμως συχνά κρύβουν μορφές ετεροκαθορισμού.

Έτσι, από τα τέλη της δεκαετίας του ’80, ξεκινά εκείνη η διαδικασία ελαστικοποίησης της εργασίας, η οποία θα φτάσει στην πλήρη της έκταση με την απελευθέρωση των ατομικών απολύσεων που εισήγαγε το Jobs Act της κυβέρνησης Ρέντσι το 2015.

Το νέο κοινωνικοοικονομικό παράδειγμα, βασισμένο στην εκμετάλλευση των δυναμικών αποδόσεων της μάθησης (παραγωγή γνώσης) και του δικτύου (διάχυση της γνώσης), χαρακτηρίζεται από μια κυρίαρχη εξειδίκευση προς την άυλη παραγωγή, μέσα σε ένα πλαίσιο οργάνωσης της εργασίας που εδράζεται στην αντιφατική σχέση ανάμεσα στη συνεργασία και την ιεραρχία: η πρώτη πηγάζει από την κοινωνική φύση που ενυπάρχει στις διαδικασίες δικτύωσης και μάθησης, ενώ η δεύτερη απορρέει από την αυξανόμενη επισφάλεια της εργασίας ως συνθήκη –ακόμη και υπαρξιακή– υποτέλειας και έκθεσης στον εκβιασμό. Σε αυτό το πλαίσιο αναπτύσσονται νέες υποκειμενικότητες και η κοινωνική σύνθεση τείνει να μεταβάλλεται. Η κλασική φιγούρα του εξαρτημένου εργαζομένου, ολοένα περισσότερο επισφαλειοποιημένου και ενταγμένου στην αλυσίδα παραγωγής υλικών υπηρεσιών προς τις επιχειρήσεις, που συνδέεται με την εφοδιαστική (logistics) των εμπορευμάτων (μεταφορές, αποθήκευση, μεγάλα δίκτυα διανομής, τροφοδοσία κ.λπ.), διαπλέκεται με την, όχι πάντοτε γραμμική, ανάπτυξη ενός άυλου τριτογενούς τομέα, συνδεδεμένου με την παραγωγή και τη διάχυση του κοινωνικού φαντασιακού, των γλωσσών και των συμβόλων (εκδόσεις, μέσα ενημέρωσης, λογισμικό, design, χρηματοπιστωτικές και κτηματομεσιτικές υπηρεσίες κ.λπ.). Μέσα σε αυτόν τον άυλο τριτογενή τομέα συγκροτείται μια νέα εργασιακή φιγούρα, την οποία μπορούμε να ορίσουμε ως γνωσιακή εργασία (ή γνωστικό εργαζόμενο). Αυτή αποτελείται από υποκείμενα σχετικά νεαρής ηλικίας, στην πλειονότητά τους γυναίκες (διαδικασία θηλυκοποίησης της εργασίας[10]), με μεσαίο έως υψηλό μορφωτικό επίπεδο (διαδικασία μαζικοποίησης της εκπαίδευσης).

Οι τυπικές διχοτομίες της τεϊλορικής ακαμψίας αρχίζουν να καταρρέουν. Ο διαχωρισμός μεταξύ χρόνου εργασίας και ελεύθερου χρόνου (χρόνου μη εργασίας), μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής, μεταξύ κατανάλωσης και παραγωγής, μεταξύ χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας γίνεται ολοένα πιο ασταθής. Οι ανθρώπινες ικανότητες, από τη γλώσσα μέχρι τις αισθήσεις, εισέρχονται στην εργασιακή πράξη, η οποία τείνει όλο και πιο πολύ να εξατομικεύεται και να κατακερματίζεται. Η αυξανόμενη ετερογένεια μιας εργασίας που γίνεται ολοένα πιο σύνθετη και συχνά μετατρέπεται σε δραστηριότητα πολλαπλών καθηκόντων, μεταβάλλει τον παραδοσιακό καταμερισμό της εργασίας σε μεμονωμένα και ολοένα πιο εξειδικευμένα καθήκοντα. Αντίθετα, ο γνωσιακός καταμερισμός, καθώς και ο χωρικός και εθνοτικός καταμερισμός της εργασίας, τείνουν να αποκτούν μεγαλύτερη σημασία για την αύξηση της παραγωγικότητας και του κέρδους.

Παράλληλα, ο κατακερματισμός και η εξατομίκευση των εργασιακών σχέσεων, όταν δεν συνοδεύονται από πολιτικές κοινωνικής ασφάλειας, έχουν ως αποτέλεσμα η ευελιξία να μετατρέπεται σε εργασιακή επισφάλεια, διαγράφοντας νέες μορφές υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο. Και αυτό ακριβώς συμβαίνει. Η Ιταλία μετατρέπεται στην πλέον προχωρημένη χώρα πειραματισμού με μορφές επισφαλειοποίησης, οι οποίες σύντομα θα υιοθετηθούν και από άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Ωστόσο, η κατάσταση αυτή εξελίσσεται σε μπούμερανγκ. Η ίδια η επισφάλεια που χρησιμοποιήθηκε ως όπλο, στρέφεται τελικά εναντίον εκείνων που την επέβαλαν [11]. Δεν προκαλεί έκπληξη το γεγονός ότι η αδυναμία αξιοποίησης των οικονομιών μάθησης και δικτύου, εξαιτίας της υπερβολικής περιοδικότητας της εργασίας και της απουσίας συνέχειας στο εισόδημα, αποτελεί μία (μεταξύ άλλων) από τις αιτίες που ερμηνεύουν την έλλειψη οικονομικής ανάπτυξης και τη μείωση των μισθών κατά την τελευταία εικοσαετία.

Γεγονός παραμένει ότι οι ζωτικές λειτουργίες των ανθρώπινων όντων, μέσα στην πολυπλοκότητα και την ετερογένειά τους, εισβάλλουν ορμητικά και ενσωματώνονται στην εργασιακή δύναμη. Δεν είναι τυχαίο ότι, στο εσωτερικό της κυρίαρχης οικονομικής σκέψης, αρχίζει να γίνεται λόγος για «ανθρώπινο κεφάλαιο», ένα οξύμωρο σχήμα που υποδηλώνει ότι ο παράγοντας κεφάλαιο, η μηχανή, έχει εξανθρωπιστεί. Εκείνη την εποχή, ο όρος αυτός αναφερόταν στο γεγονός ότι η γνωστική ικανότητα και ο συνακόλουθος καταμερισμός της εργασίας αποτελούσαν τον κύριο παράγοντα της παραγωγικότητας και, ως εκ τούτου, της συσσώρευσης και του κέρδους. Αναγνωρίζεται έτσι μια μορφή εργασίας η οποία δεν αποτελεί απλώς εξάρτημα της μηχανής, αλλά οφείλει να είναι δημιουργική, να επιλύει προβλήματα και να ενεργοποιεί τις ατομικές δεξιότητες. Πρόκειται για την ιδεολογία της δημιουργικής εργασίας του (Richard) Florida [12] και την «Καλιφορνέζικη Ιδεολογία» (Californian Ideology) [13]. Είναι η ιδεολογία του «επιχειρηματία του εαυτού του». Είναι η ψευδαίσθηση ότι το σύνθημα της δεκαετίας του ’70 για την άρνηση της εργασίας είχε πράγματι αποφέρει θετικά αποτελέσματα, συμβάλλοντας στη βελτίωση της ποιότητας της εργασίας. 

Ωστόσο, η ψευδαίσθηση αυτή διαρκεί λίγο. Η ανάγκη του καπιταλισμού να επανακαθορίσει τη σχέση κεφαλαίου-εργασίας προς όφελός του, δεν του επιτρέπει να αφήσει υπερβολικά μεγάλο χώρο στην αυτονομία της εργασίας και στο δικαίωμα αυτοκαθορισμού του εργαζόμενου και της εργαζόμενης.

Με τη μετάβαση στη νέα χιλιετία, μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση του Μαρτίου του 2000, με τη βαθιά κατάρρευση των αμερικανικών χρηματιστηρίων και την έναρξη διεθνών εντάσεων που αναδεικνύουν την ανάγκη επανακαθορισμού μιας νέας διεθνούς τάξης, γινόμαστε μάρτυρες μιας διαδικασίας αναδιοργάνωσης του καπιταλισμού, με τη μετάβαση σε διαδικασίες συσσώρευσης που επενδύουν όλο και πιο άμεσα τη «γυμνή ζωή» των ανθρώπινων και ζωικών έμβιων όντων. Ο γνωσιακός καπιταλισμός μετασχηματίζεται σε βιογνωσιακό καπιταλισμό και βρίσκει τις οργανωτικές του μορφές στις ψηφιακές πλατφόρμες, τη νέα μεγάλη ριζοσπαστική καινοτομία: η ψηφιακή πλατφόρμα είναι σε θέση να τροποποιεί και να τυποποιεί την οργάνωση της παραγωγής και της κυκλοφορίας των αγαθών, συρρικνώνοντας εκείνους τους χώρους αυτονομίας που η γνωσιακή εργασία είχε φαινομενικά διανοίξει.

Στον καπιταλισμό των πλατφορμών, οι βιογνωσιακές και σχεσιακές ικανότητες του ανθρώπινου όντος αποτελούν την άμεση βάση της διαδικασίας αξιοποίησης. Η ίδια η ζωή υπόκειται σε μια αρχή αυξανόμενης εμπορευματοποίησης.  

Παρακολουθούμε μια μετάλλαξη της διαδικασίας υπαγωγής της εργασίας στο κεφάλαιο, η οποία υπερβαίνει τη μαρξική διχοτομία μεταξύ τυπικής και πραγματικής υπαγωγής. Βρισκόμαστε μπροστά σε διαδικασίες τυπικής και πραγματικής υπαγωγής που αλληλοδιαπλέκονται, δημιουργώντας μια συνέργεια όπου η οργάνωση της παραγωγικής δραστηριότητας διαρθρώνεται ανάμεσα σε μορφές εργασίας και μορφές οικειοποίησης–για παράδειγμα, την εξ αποστάσεως εργασία/smart working–, εμπλέκοντας όλο και περισσότερο την καθημερινή ζωή των ανθρώπων: δραστηριότητες που δεν θεωρούνται εργασία, αλλά δραστηριότητες όπου ο καταναλωτής γίνεται ταυτόχρονα παραγωγός (prosumer), δωρεάν δραστηριότητες που ορίζουν μια νέα μορφή υπαγωγής στο κεφάλαιο: μια υπαγωγή που ανοίγει μια νέα προοπτική, εκείνη μιας ζωτικής υπαγωγής [14] στο κεφάλαιο, στην οποία όλοι μας, χωρίς καμία εξαίρεση, είμαστε εμπλεκόμενοι.

Καθώς η ζωή είναι ατομική, είναι το ίδιο το άτομο που αξιοποιείται «καπιταλιστικά».

Επειδή το άτομο ζει μέσα στη συνεργασία και τις κοινωνικές σχέσεις με άλλα άτομα, η κοινωνική συνεργασία και η κοινωνική αναπαραγωγή, στις διάφορες μορφές τους, αποτελούν τον κύριο παραγωγικό συντελεστή: μια εισροή σύνθετη, δυναμική, ετερογενή και ανεξάντλητη.

Κατά συνέπεια, κάθε χρόνος της ανθρώπινης ζωής εισέρχεται στη διαδικασία αξιοποίησης μέσα από διαφορετικές χρονικότητες: ξεκινώντας από τον πιστοποιημένο χρόνο εργασίας, στον χρόνο της δημιουργικής δραστηριότητας, στον χρόνο που δαπανάται σε δραστηριότητες σχεσιακές, κοινωνικής αναπαραγωγής, παιχνιδιού, επικοινωνίας, φιλίας, στοχασμού και, τέλος, στον χρόνο που απαιτείται για τις «δραστηριότητες επιβίωσης».

Κατά συνέπεια, ολόκληρη η καθημερινή ζωή εντάσσεται ήδη από τη γέννησή της σε έναν μηχανισμό παραγωγής, ανεξάρτητα από τη δραστηριότητα που ασκείται είτε από την πλευρά του παραγωγού είτε από εκείνη του καταναλωτή. Στον βιογνωσιακό καπιταλισμό, ο οποίος οργανώνεται μέσω των πλατφορμών, η ζωή τίθεται άμεσα σε αξιοποίηση [15].

4. … στο τέλος της εργασίας

Η ζωή που τίθεται άμεσα σε αξιοποίηση –και όχι πλέον απλώς στην εργασία– συνεπάγεται ότι η διαμεσολάβηση της εργασίας και η αναγκαιότητα της οργάνωσής της τείνουν να εκλείψουν. Το ζήτημα του ορισμού της εργασίας καθίσταται περιττό. Αυτό έχει μια διπλή επίπτωση: η πρώτη αφορά την αγορά εργασίας, η δεύτερη την ίδια τη μορφή «εργασία».

Ως προς την αγορά εργασίας, αυτή τείνει να διαστρωματώνεται σε τρία επίπεδα. Ένα πρώτο επίπεδο, αριθμητικά ολοένα πιο περιορισμένο, προορίζεται για λειτουργίες διοίκησης, ελέγχου και επιτήρησης. Πρόκειται για δραστηριότητες που απαιτούν την προσήλωση του εργαζόμενου ή της εργαζόμενης στην εταιρική φιλοσοφία (αυτό που σήμερα ονομάζεται corporation), εξασφαλίζοντας με αυτόν τον τρόπο σταθερότητα και καλή αμοιβή της εργασιακής δραστηριότητας. Ωστόσο, αυτή η επαγγελματική κατηγορία απειλείται σήμερα από τη διάδοση της Τεχνητής Νοημοσύνης (ΤΝ), η οποία, σε ένα όχι και τόσο μακρινό μέλλον θα μπορούσε να πάρει τη θέση της. Σε αντίθεση με τις τεχνολογίες πληροφορικής, οι οποίες ευνόησαν τη μείωση των εργαζομένων χαμηλού γνωσιακού περιεχομένου, το νέο παράδειγμα της ΤΝ και των big data τείνει να ευνοεί τη μείωση πολλών δραστηριοτήτων υψηλότερου γνωσιακού περιεχομένου, με επιπτώσεις που σήμερα είναι ακόμα δύσκολο να αναλυθούν.  

Το δεύτερο επίπεδο αποτελείται από ένα ευρύ πλήθος εργαζομένων, οι οποίοι απασχολούνται με υβριδικές μορφές εξαρτημένης εργασίας, οι οποίες αρχίζουν να ρυθμίζονται νομικά μέσω της διάδοσης πολύ διαφορετικών τύπων συμβάσεων εργασίας. Το φαινόμενο της επισφαλούς εργασίας παγιώνεται και αναπτύσσεται, ευνοώντας νέες μορφές υποδούλωσης και εκμετάλλευσης.

Οι εν λόγω εργασιακές υπηρεσίες εντοπίζονται τόσο στην αρχή όσο και στο τέλος των αλυσίδων αξίας: από τη μία πλευρά, οι clickworkers, που είναι επιφορτισμένοι με τη συνεχή εκπαίδευση των αλγορίθμων μηχανικής και βαθιάς μάθησης [machine & deep learning] –προϋπόθεση για τη σωστή λειτουργία τους–, και από την άλλη πλευρά, οι διάφοροι εργαζόμενοι στην εφοδιαστική (logistics), τόσο την υλική (αποθήκευση, μεταφορά κ.λπ.) όσο και την άυλη (διαφήμιση, επικοινωνία, σχεδιασμός κ.λπ.). Ακόμη και αυτές οι υπηρεσίες μπορούν να αντικατασταθούν από τη χρήση της ΤΝ. Σε αυτά τα τμήματα αναγνωρισμένης εργασίας πρέπει να προστεθούν και οι εργάτες των ορυχείων, τα οποία συχνά βρίσκονται σε φτωχές χώρες με χαμηλή εκβιομηχάνιση, και από τα οποία εξορύσσονται εκείνα τα ορυκτά που είναι όλο και πιο απαραίτητα για την κατασκευή των αλγοριθμικών μηχανών και της ΤΝ (σπάνιες γαίες, πυρίτιο, χαλκός, λίθιο, κοβάλτιο, νεοδύμιο, γάλλιο κ.λπ.).

Τέλος –τρίτο επίπεδο–, το πολυπληθέστερο εργατικό δυναμικό είναι εκείνο των «πελατών» των πλατφορμών, οι λεγόμενοι prosumers. Πρόκειται, πράγματι, για τους χρήστες των διαφόρων πλατφορμών που έχουν ως σκοπό την παροχή πληροφοριών για την ικανοποίηση των επιθυμιών τους ή ψηφιακών περιβαλλόντων για την επικοινωνία, την ψυχαγωγία και την κοινωνικοποίηση, οι οποίοι παρέχουν την πρώτη ύλη που στη συνέχεια υπάγεται στην καπιταλιστική οργάνωση της παραγωγής.

Βρισκόμαστε έτσι μπροστά σε μια νέα τεχνική και πολιτική σύνθεση της εργασίας, η οποία υπερβαίνει την ίδια την παραδοσιακή έννοια της εργασίας (δηλαδή μιας δραστηριότητας που, στον βαθμό που είναι παραγωγική, αμείβεται). Μπορούμε βάσιμα να μιλήσουμε για μια τεχνική και πολιτική σύνθεση της ζωής.

Αν σήμερα οι ανθρώπινες σχέσεις, η κοινωνική συνεργασία, η παραγωγή συλλογικής νοημοσύνης– η Γενική Διάνοια (General Intellect) – και η κοινωνική αναπαραγωγή αποτελούν έκφραση του Κοινού ως τρόπου παραγωγής [16], στην παρούσα φάση βρίσκονται στη βάση του «κομμουνισμού του κεφαλαίου». Πρόκειται, δηλαδή, για την ικανότητα του κεφαλαίου να υπάγει και να ιδιοποιείται τις ίδιες τις εκφράσεις της ζωής των ανθρώπων[17]. Το κεφάλαιο, για να χρησιμοποιήσουμε τη διατύπωση της Κριστίνα Μορίνι (Cristina Morini) [18], γίνεται ανθρωπόμορφο και ταυτόχρονα ανθρωποφάγο.

Οι ψηφιακές πλατφόρμες δημιουργούν αξία στη βάση μιας παραγωγικής διαδικασίας, της οποίας πρώτη ύλη είναι η ζωή των ατόμων. Αυτή η «πρώτη ύλη» παρέχεται σε μεγάλο βαθμό δωρεάν, καθώς αποσκοπεί στην παραγωγή αξίας χρήσης.

Το «μυστικό» [19] της συσσώρευσης έγκειται στη μετατροπή της αξίας χρήσης σε ανταλλακτική αξία. Ή, διατυπωμένο με άλλους όρους, στη μετατροπή της συγκεκριμένης εργασίας, η οποία βρίσκεται στη βάση των καθημερινών δραστηριοτήτων της ζωής που παράγουν δεδομένα μέσω των κοινωνικών σχέσεων και της ανάγκης για πληροφορίες, σε αφηρημένη εργασία.

Όλα αυτά τροποποιούν και αλλοιώνουν το νόημα και τη σημασία της εργασίας, όπως αυτά είχαν διατυπωθεί μέχρι τώρα από τον ευρωπαϊκό και δυτικό πολιτισμό, δηλαδή ως εργαλείο απελευθέρωσης και κοινωνικής αναγνώρισης.

Όταν η ύπαρξη τίθεται σε αξιοποίηση, η παραγωγική δραστηριότητα τείνει έτσι να εξατμίζεται, να γίνεται αόρατη, και μόνο ένα μέρος της θεσμοποιείται και, κατά συνέπεια, αμείβεται.

Η εργασιακή επισφάλεια παραχωρεί έτσι όλο και περισσότερο χώρο στη δωρεάν παραγωγική δραστηριότητα.

Συνεπώς, η εργασία χάνει το νόημά της. Η ζωή, μέσα στην πολυπλοκότητά της, μετατρέπεται στο κέντρο παραγωγής της υπεραξίας, ανεξάρτητα από την εργασία.

Και αυτό εξαπλώνεται τόσο περισσότερο, όσο η σχέση κεφαλαίου-εργασίας γίνεται όλο και λιγότερο διαχωρίσιμη στα δύο συστατικά της μέρη: στο κεφάλαιο και την εργασία, ακριβώς. Δεν είναι όμως η εργασία που μετατρέπεται σε κεφάλαιο. Η έννοια του «ανθρώπινου κεφαλαίου», τόσο προσφιλής στην κυρίαρχη οικονομική σκέψη και διακηρυγμένη ως η ικανότητα του καπιταλισμού να αναγνωρίζει το άτομο στην ουσία του, ξεκινώντας από τη χειραγώγηση του πολιτισμού και της γνώσης, μετατρέπεται στο ιδεολογικό προπέτασμα παραπλάνησης που παγιώνει και καθιστά δομική την παγίδα της επισφάλειας.

Πρόκειται για μια παγίδα της επισφάλειας, η οποία –χάρη στους μηχανισμούς κοινωνικού ελέγχου και ταυτοτικής αυτοαναφορικότητας που παράγουν οι πλατφόρμες, οι οποίες διαχειρίζονται, διοχετεύουν, επιλέγουν και εκμεταλλεύονται με τον πλέον ρητό τρόπο τις κοινωνικές σχέσεις– τείνει να μετατραπεί σε παγίδα των προσδοκιών [20] και της δωρεάν εργασίας.

Δεν υπάρχουν πλέον μη απασχολούμενοι, αν ως τέτοιους εννοούμε εκείνους που, άμεσα ή έμμεσα, δεν μπορούν (άνεργοι) ή δεν θέλουν (απέχοντες από την εργασία) να συμμετάσχουν στη δημιουργία (υπερ)αξίας και επομένως είναι μη παραγωγικοί από τη σκοπιά της διαδικασίας συσσώρευσης. Απέχοντας πολύ από το τέλος της εργασίας, βρισκόμαστε πλέον σε μια εργασία δίχως τέλος, και γι’ αυτόν τον λόγο στην εξαφάνισή της ως ειδικού παράγοντα που χαρακτηρίζει και προσδίδει αξία στη ζωή των ατόμων. Η οξεία αντίθεση σήμερα εντοπίζεται ανάμεσα σε εκείνους που παράγουν αξία, αλλά αυτή η παραγωγικότητα δεν είναι πιστοποιημένη ούτε αναγνωρισμένη στο παραδοσιακό πλαίσιο της εργασίας και άρα δεν αμείβονται, και σε εκείνους που αντιθέτως ασκούν μια δραστηριότητα η οποία αναγνωρίζεται ως παραγωγική και, ως εκ τούτου, κατά κάποιον τρόπο αμείβεται. Το κεφάλαιο υπάγει εξολοκλήρου τη ζωή, σε βαθμό που καθιστά την εργασία αόρατη.

5. Η αναγκαιότητα ενός καθολικού βασικού εισοδήματος

Ο βιογνωσιακός καπιταλισμός των πλατφορμών παρουσιάζει ένα παράδοξο: όσο περισσότερο η εργασία, στην παραδοσιακή της μορφή, εξατμίζεται και περιθωριοποιείται, τόσο περισσότερο η διαδικασία συσσώρευσης τείνει να γίνεται όλο και πιο ασταθής και απορρυθμισμένη, διατρέχοντας τον κίνδυνο της αυτοκαταστροφής.

Αυτή η αυτοκαταστροφή ευνοείται σήμερα από πολλαπλούς παράγοντες. Πρώτα απ’ όλα, από την κλιματική κρίση και τη διατάραξη της οικολογικής ισορροπίας. Χωρίς μια αποκατάσταση της ισορροπίας μεταξύ του ανθρώπινου είδους και των άλλων έμβιων ειδών, καθώς και μεταξύ του ανθρώπινου είδους και της φύσης, ολόκληρη η κοινότητα των έμβιων όντων κινδυνεύει με εξαφάνιση. Η σημερινή διακυβέρνηση του νεοφιλελεύθερου, χρηματιστικοποιημένου και εξορυκτικού καπιταλισμού, που θεμελιώνεται στη ζωτική υπαγωγή των ατόμων και στην εμπορευματοποίησή τους ως βάση της συσσώρευσης, δεν είναι σε θέση, ούτε θέλει, να δώσει μια απάντηση. Αυτό είναι το πρώτο, πραγματικό και μεγάλο πολιτικό πρόβλημα που οφείλουμε να θέσουμε στον εαυτό μας.

Αυτή η ανευθυνότητα και η συνειδητή αδιαφορία, καρπός κυρίως του οικονομικού καιροσκοπισμού, εξηγεί επίσης και άλλους παράγοντες αυτοκαταστροφής. Αναφερόμαστε, από τη μία πλευρά, στην αυξανόμενη συγκέντρωση του πλούτου σε λίγα χέρια και την επακόλουθη άνιση κατανομή του εισοδήματος, η οποία βλάπτει ακόμη και τις ίδιες τις καπιταλιστικές ισορροπίες, καθώς πλήττει τη ζήτηση και την ίδια τη συσσώρευση. Από την άλλη πλευρά, αναφερόμαστε στην όλο και συχνότερη προσφυγή στο εργαλείο του πολέμου ως δυνητικού μέσου πρωταρχικής συσσώρευσης, στο πλαίσιο μιας διεθνούς μονοπολικής γεωπολιτικής ισορροπίας η οποία κλυδωνίζεται από τις αυξανόμενες τάσεις προς μορφές πολυπολικότητας – τις οποίες η στρατιωτική και οικονομική ιεραρχία των Ηνωμένων Πολιτειών και της Ευρώπης αρνείται να αποδεχθεί, στο όνομα μιας υποτιθέμενης όσο και εφήμερης πολιτισμικής και θρησκευτικής ανωτερότητας. Η προσφυγή στον πόλεμο αντιμετωπίζεται επίσης ως ένας μηχανισμός που μπορεί να ευνοήσει την καπιταλιστική συσσώρευση, ακριβώς απέναντι σε μια υπερβολική συγκέντρωση των εισοδημάτων. Παρόμοιος είναι και ο ρόλος που διαδραματίζει η κερδοσκοπία των χρηματοπιστωτικών αγορών, της οποίας η παραγωγή υπεραξίας λειτουργεί πάνω σε έναν χρηματοπιστωτικό πολλαπλασιαστή που μπορεί να χρηματοδοτήσει τη συσσώρευση και τη βιωσιμότητα των χωρών με υψηλό χρέος. Όμως, αυτή η λειτουργία δεν μπορεί να διαρκέσει για πάντα, γεγονός που μπορεί να προκαλέσει οικονομική και νομισματική αστάθεια και αβεβαιότητα.

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, η πρόταση για ένα καθολικό βασικό εισόδημα μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στη σταθεροποίηση του οικονομικού συστήματος. Σχετικά με αυτό, είναι απαραίτητο να προτείνουμε ένα πολιτισμικό άλμα πριν από το πολιτικό και να διακηρύξουμε ότι το βασικό εισόδημα αποτελεί μια πρωτογενή μεταβλητή διανομής. Το βασικό εισόδημα πρέπει, πράγματι, να παρεμβαίνει άμεσα στη διανομή του εισοδήματος των παραγωγικών συντελεστών: όπως ακριβώς ο μισθός, ο οποίος αμείβει τον χρόνο εργασίας που πιστοποιείται ως τέτοιος, ή το κέρδος, το οποίο αμείβει την επιχειρηματική δραστηριότητα, ή η πρόσοδος, η οποία αμείβει την άσκηση ενός ιδιοκτησιακού δικαιώματος. Το ότι αποτελεί πρωτογενή μεταβλητή διανομής σημαίνει ότι δεν λειτουργεί ως αναδιανεμητική μεταβλητή· με την έννοια ότι δεν υλοποιείται εκ των υστέρων, αφού έχει ήδη πραγματοποιηθεί μια διανομή του εισοδήματος βάσει των συσχετισμών δύναμης και των κοινωνικών σχέσεων που υπάρχουν στο εσωτερικό μιας δεδομένης διαδικασίας συσσώρευσης.

Μια αναδιανομή του εισοδήματος, η οποία λειτουργεί σε μεταγενέστερο στάδιο, είναι το αποτέλεσμα ενός δεύτερου επιπέδου έμμεσης διανομής, η οποία ασκείται εκτός αγοράς και σε υπερατομικό επίπεδο (συνήθως χάρη στην κρατική παρέμβαση), εφαρμόζοντας κατάλληλες οικονομικές πολιτικές διακριτικής ευχέρειας [21].

Στις προηγούμενες σελίδες υποστηρίξαμε ότι σήμερα η παραγωγή αξίας βασίζεται ταυτόχρονα σε μορφές απόσπασης απόλυτης υπεραξίας και σχετικής υπεραξίας. Όπου ως απόλυτη υπεραξία νοείται η ύπαρξη ενός είδους πρωταρχικής συσσώρευσης –σε μια καπιταλιστική οργάνωση βασισμένη στη σχέση κεφαλαίου-εργασίας και στην ατομική ιδιοκτησία, όπως αυτή μέσα στην οποία ζούμε– η οποία πραγματοποιείται σε ένα εκτατικό, οριζόντιο επίπεδο, τροποποιώντας τη σχέση μεταξύ παραγωγικής και μη παραγωγικής εργασίας. Ο χρόνος ζωής που τίθεται άμεσα σε αξιοποίηση είναι, πράγματι, εξίσου παραγωγικός (και ίσως ακόμη περισσότερο) από τον χρόνο ζωής που αφιερώνεται στην αμειβόμενη εργασία. Ωστόσο, οι νομικές, εργατικές, κρατικές και συνδικαλιστικές μορφές αμοιβής έχουν παραμείνει προσδεδεμένες στο φορντικό μοντέλο αμοιβής. Κατά συνέπεια, γινόμαστε μάρτυρες του φαινομένου όπου μορφές παραγωγικών δραστηριοτήτων της ζωής δεν πιστοποιούνται ως τέτοιες, λόγω της ανεπάρκειας των συνδικαλιστικών κανόνων συλλογικής διαπραγμάτευσης και του εργατικού δικαίου.

Οφείλουμε, επομένως, να αναγνωρίσουμε ότι είμαστε όλοι και όλες παραγωγικοί, αλλά μόνο ένα μέρος αμείβεται. Από αυτό προκύπτει η κατεπείγουσα ανάγκη για ένα καθολικό βασικό εισόδημα ως πρωτογενές εισόδημα, δηλαδή ως ένα εργαλείο αμοιβής που αναγνωρίζει την παραγωγικότητα της ζωής μας η οποία υπάγεται στο κεφάλαιο – τη ζωτική υπαγωγή  [22]. Και επειδή αυτό το εισόδημα αποτελεί μέσο αμοιβής και όχι απλή πρόνοια, δεν μπορεί παρά να είναι εντελώς καθολικό και χωρίς προϋποθέσεις.

Ένα τέτοιο μέτρο, χρηματοδοτούμενο από ένα δικό του ταμείο, με διαχείριση σε κοινοτικό επίπεδο, χάρη σε διαδικασίες αναδιανομής του εισοδήματος από την πλουσιότερη ελίτ του πληθυσμού [23], θα μπορούσε να συμβάλει στην υπέρβαση των σημερινών οικονομικών κρίσιμων ζητημάτων. Από τη μία πλευρά, μπορεί να αποτελέσει, μαζί με άλλα, ένα εργαλείο απελευθέρωσης από μια εργασία που όλο και περισσότερο εξατμίζεται στις κλασικές της μορφές. Από την άλλη, μπορεί να καταστήσει δυνατή την πραγματική άσκηση του δικαιώματος στον αυτοκαθορισμό, το οποίο πρέπει να θεμελιώνεται και στο δικαίωμα επιλογής της εργασιακής δραστηριότητας του καθενός.

Εάν υπάρχει ένα άρθρο του Ιταλικού Συντάγματος που θα έπρεπε να τροποποιηθεί, υπό το πρίσμα των σημερινών συνθηκών, είναι ακριβώς η πρώτη παράγραφος του άρθρου 1: «Η Ιταλία είναι μια Δημοκρατία, θεμελιωμένη στην εργασία», υπέρ μιας νέας διατύπωσης: «Η Ιταλία είναι μια Δημοκρατία, θεμελιωμένη στο δικαίωμα επιλογής της εργασίας».

Και κατά συνέπεια, θα έπρεπε να τροποποιηθεί και η δεύτερη παράγραφος του άρθρου 3: «Αποτελεί αποστολή της Δημοκρατίας να άρει τα εμπόδια οικονομικής και κοινωνικής φύσης που, περιορίζοντας στην πράξη την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών, εμποδίζουν την πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας και την ουσιαστική συμμετοχή όλων των εργαζομένων στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική οργάνωση της χώρας», με την ακόλουθη αναδιατύπωση: «Αποτελεί αποστολή της Δημοκρατίας να άρει τα εμπόδια οικονομικής και κοινωνικής φύσης που, περιορίζοντας στην πράξη την ελευθερία και την ισότητα των πολιτών, εμποδίζουν την πλήρη ανάπτυξη της ανθρώπινης προσωπικότητας, το δικαίωμα επιλογής της εργασίας και την ουσιαστική συμμετοχή όλων των πολιτών –γυναικών και ανδρών– καθώς και των κατοίκων της χώρας στην πολιτική, οικονομική και κοινωνική οργάνωση της χώρας».

Αυτό σημαίνει ότι στην εποχή της διάδοσης της Τεχνητής Νοημοσύνης καθίσταται πλέον επιτακτική η συζήτηση για ένα νέο μοντέλο πρόνοιας των Κοινών (Commonfare). Και αυτό ακριβώς θα είναι το θέμα του 2ου συνεδρίου για την ΤΝ που η Effimera επιθυμεί να διοργανώσει την άνοιξη του 2027, μετά από εκείνο της 7ης Νοεμβρίου 2026.

                                                                               ***

Κύρια Βιβλιογραφία Αναφοράς

• Aa. Vv., L’economia politica della promessa [Η πολιτική οικονομία της υπόσχεσης], Manifesto Libri, Roma, 2015

• Aris Accornero, Era il secolo del lavoro [Ήταν ο αιώνας της εργασίας], Il Mulino, Bologna, 1997

• Christian Azais, Antonella Corsani, Patrick Dieuaide (a cura di), Vers un capitalisme cognitif [Προς έναν γνωστικό καπιταλισμό], Paris, L’Harmattan, 2001

• Sergio Bologna, Andrea Fumagalli, Il lavoro autonomo di II generazione. Scenari del postfordismo in Italia [Η αυτόνομη εργασία δεύτερης γενιάς. Σενάρια του μεταφορντισμού στην Ιταλία], Feltrinelli, Milano, 1997

• Richard Barbrook, Andy Cameron, “The Californian Ideology” [Η καλιφορνέζικη ιδεολογία], in Science as Culture, January 1996, vol. 6, n. 1: pp. 44-72

• Toni Casano, Antonio Minaldi e Sergio Riggio (a cura di), Salario o reddito? Il conflitto nella società del lavoro senza fine [Μισθός ή εισόδημα; Η σύγκρουση στην κοινωνία της εργασίας χωρίς τέλος], Multimage, Associazione Editorial, Firenze, luglio 2026

• Richard Florida, L’ascesa della nuova classe creativa. Stile di vita, valori e professioni [Η ανάδυση της νέας δημιουργικής τάξης. Τρόπος ζωής, αξίες και επαγγέλματα], Mondadori, Milano, 2003

• Andrea Fumagalli, Bioeconomia e capitalismo cognitivo. Verso un nuovo paradigma di accumulazione [Βιοοικονομία και γνωστικός καπιταλισμός. Προς ένα νέο παράδειγμα συσσώρευσης], Roma, Carocci, 2007

• Andrea Fumagalli, “La crisi strutturale dell’industria e dell’economia italiana. Chi di precarietà ferisce, di precarietà perisce” [Η δομική κρίση της ιταλικής βιομηχανίας και οικονομίας. Οποιος με επισφάλεια πληγώνει, από επισφάλεια πεθαίνει], in F. D’Aloisio, S. Ghezzi (a cura di), Antropologia della crisi. Prospettive etnografiche sulle trasformazioni del lavoro e dell’impresa in Italia, L’Harmattan Italia, Torino, 2016, pp. 214-242

• Andrea Fumagalli, Economia politica del comune. Sfruttamento e sussunzione nel capitalismo bio-cognitivo [Πολιτική οικονομία του κοινού. Εκμετάλλευση και υπαγωγή στον βιο-γνωστικό καπιταλισμό], Derive Approdi, Roma, 2017

• Andrea Fumagalli, “Ha ancora senso parlare di lavoro nel capitalismo delle piattaforme?” [Έχει ακόμα νόημα να μιλάμε για την εργασία στον καπιταλισμό των πλατφορμών;] in T. Casano, A. Minaldi (a cura di), Occupare l’utopia e la costituente del comune, Multimage, Firenze, 2025, 227-242

• Andrea Fumagalli, Carlo Vercellone, “Il reddito di base sociale incondizionato (Rbsi) come reddito primario e istituzione del Comune” [Το καθολικό κοινωνικό βασικό εισόδημα (Rbsi) ως πρωτογενές εισόδημα και θεσμός του Κοινού], in Questione Giustizia, n. 1, 2020

• Giorgio Griziotti, Neurocapitalismo [Νευροκαπιταλισμός], Mimesis, Milano, 2016

• Carlo Marx, Das Kapital – Bd. I, VII. Der Akkumulationsprozeß des Kapitals, 24. Die sogenannte ursprüngliche Akkumulation [Το Κεφάλαιο – Τόμος Ι, VII. Η διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, 24. Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση]: http://www.textlog.de/kapital-geheimnis.html<

• Karl Marx, Lavoro salariato e capitale [Μισθωτή εργασία και κεφάλαιο], Neue Rheinische Zeitung, aprile 1842 [sic]: marxists.org (Editori Riuniti, Roma, 1971)

• Cristina Morini, Per amore o per forza. Femminilizzazione del lavoro e biopolitiche del corpo [Από έρωτα ή από ανάγκη. Φεμινιστικοποίηση της εργασίας και βιοπολιτικές του σώματος], Ombre Corte, Verona, 2010

• Cristina Morini, “Economia dell’interiorità e capitale antropomorfo. Produzione sociale, lavoro emozionale e reddito di base” [Οικονομία της εσωτερικότητας και ανθρωπόμορφο κεφάλαιο. Κοινωνική παραγωγή, συναισθηματική εργασία και βασικό εισόδημα], in Alisa Del Re, Cristina Morini, Bruna Mura, Lorenza Perini (a cura di), Lo sciopero delle donne. Lavoro, trasformazioni del capitale, lotte, Manifestolibri, Roma, 2019

• Cristina Morini, Vite lavorate. Corpi, valore, resistenze al disamore [Ζωές σε εργασία. Σώματα, αξία, αντιστάσεις στην αποξένωση], Manifestolibri, Roma, 2022

• Yann Moulier Boutang, L’Età del capitalismo cognitivo [Η εποχή του γνωστικού καπιταλισμού], Verona, Ombre Corte, 2002

• Antonio Negri, “Il comune come mezzo di produzione” [Το κοινό ως μέσο παραγωγής], 10 giugno 2016

• Carlo Vercellone (a cura di), Capitalismo Cognitivo [Γνωστικός καπιταλισμός], Roma, Manifestolibri, 2006

• Carlo Vercellone, Alfonso Giuliani, Francesco Brancaccio, Pierluigi Vattimo, Il comune come modo di produzione [Το κοινό ως τρόπος παραγωγής], Ombre Corte, Verona, 2017

                                                                                      ***

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

[1] A. Fumagalli, “Ha ancora senso parlare di lavoro nel capitalismo delle piattaforme?” in T. Casano, A. Minaldi (a cura di), Occupare l’utopia e la costituente del comune, Multimage, Firenze, 2025, pp. 227-242.

[2] Βλ. K. Marx, “Lavoro salariato e capitale”, Neue Rheinische Zeitung, aprile 1842 [sic]: marxists.org (Editori Riuniti, Roma, 1971).

[3] Η έννοια του «desarmata manu» (δηλαδή, με γυμνά χέρια) αναφέρεται στην παραγωγή χωρίς κεφάλαιο, ενώ η παραγωγή που χρησιμοποιεί ενδιάμεσα μέσα, δηλαδή εργαλεία για την επίτευξη του σκοπού, είναι καπιταλιστική παραγωγή. Η έννοια αυτή υιοθετείται από τον Böhm-Bawerk στην κριτική του στον Μαρξ, όταν προτείνει τα παραδείγματα του μοναχικού κυνηγού ή ψαρά που χρησιμοποιούσαν οι κλασικοί οικονομολόγοι -τα οποία ο Μαρξ ειρωνευόταν ως «ροβινσωνισμούς» [ή: ως φαντασιώσεις τύπου Ροβινσόνα Κρούσου] – και τα οποία ο Böhm-Bawerk θεωρεί αντίθετα χρήσιμα παραδείγματα για τους πρώτους οικονομολόγους προκειμένου να εξαγάγουν «τα πλέον γενικά τυπικά χαρακτηριστικά» κάθε οικονομικού συστήματος, τον σκελετό, κατά κάποιον τρόπο, οποιουδήποτε οικονομικού συστήματος. Ο Μαρξ, αντίθετα, δεν αναφέρεται στο παραγωγικό σύστημα, αλλά στον ίδιο τον εργαζόμενο, ο οποίος σκόπιμα αφήνεται χωρίς δικά του μέσα (εργαλεία), ώστε να εξαναγκαστεί να πουλήσει την εργατική του δύναμη στο κεφάλαιο.

[4] «Σιωπή, εδώ εργαζόμαστε» ήταν συχνά γραμμένο στους τοίχους των τμημάτων του εργοστασίου.

[5] Η προέλευση της έκφρασης «homo faber» ανάγεται στην αρχαία Ρώμη και συγκεκριμένα στον Άππιο Κλαύδιο τον Τυφλό (που έζησε μεταξύ 4ου και 3ου αιώνα π.Χ.), τον οποίο αναπαράγει ο Σαλλούστιος. Στη σύγχρονη εποχή, η συγκεκριμένη έκφραση Homo faber χρησιμοποιήθηκε αρχικά από τον φιλόσοφο Ανρί Μπερξόν (Henri Bergson) το 1907 και στη συνέχεια από τον Αντριάνο Τίλγκερ (Adriano Tilgher) το 1930, αλλά έγινε διάσημη κυρίως μέσα από το έργο της Χάνα Άρεντ (Hannah Arendt) και του Μαξ Φρις (Max Frisch).

[6] Βλέπε A. Accornero, Era il secolo del lavoro, Il Mulino, Bologna, 1997.

[7] «Lavorare con lentezza» [Να εργάζεσαι με βραδύτητα- με το πασο σου] είναι ο τίτλος ενός πολιτικού τραγουδιού της εποχής, που γράφτηκε και ερμηνεύτηκε από τον Έντσο Ντελ Ρε (Enzo Del Re) το 1974, το οποίο έγινε ο τίτλος μιας ταινίας του Γκουίντο Κιέζα (Guido Chiesa) που αφηγείται την ιστορία και την εκκένωση του ελεύθερου ραδιοσταθμού Radio Alice στην Μπολόνια το 1977.

[8] Βλέπε S. Bologna, A. Fumagalli, Il lavoro autonomo di II generazione. Scenari del postfordismo in Italia, Feltrinelli, Milano, 1997.

[9] Ο όρος αυτός γεννήθηκε στη Γαλλία στις αρχές της δεκαετίας του 2000, στο πλαίσιο της ερευνητικής δραστηριότητας του εργαστηρίου Isys-Matisse (Maison des Sciences Économiques, Πανεπιστήμιο Παρισιού Ι, Σορβόννη), υπό τη διεύθυνση του B. Paulré, και προβλήθηκε από το περιοδικό Multitudes με τα κείμενα —αρκετά διαφορετικά μεταξύ τους— των A. Corsani, M. Lazzarato, Y. Moulier-Boutang, T. Negri, E. Rullani, C. Vercellone κ.ά. Σχετικά, βλ. B. Paulré, “De la New Economy au capitalisme cognitif”, στο Multitudes, n° 2, 2000, pp. 25-42· C. Azais, A. Corsani, P. Dieuaide (a cura di), Vers un capitalisme cognitif, Paris, L’Harmattan, 2001· Y. Moulier Boutang, L’Età del capitalismo cognitivo, Verona, Ombre Corte, 2002· C. Vercellone (a cura di), Sommes-nous sortis du capitalisme industriel?, Paris, La Dispute, 2003· A. Corsani, P. Dieuaide, M. Lazzarato, J.M. Monnier, Y. Moulier Boutang, B. Paulré e C. Vercellone, Le Capitalisme cognitif comme sortie de la crise du capitalisme industriel. Un programme de recherche, 2004. Για πιο πρόσφατες αναλύσεις, παραπέμπουμε στα έργα: C. Vercellone (a cura di), Capitalismo Cognitivo, Roma, Manifestolibri, 2006· A. Fumagalli, Bioeconomia e capitalismo cognitivo. Verso un nuovo paradigma di accumulazione, Roma, Carocci, 2007· Y. Moulier-Boutang, Le capitalisme cognitif. Comprendre la nouvelle grande transformation et ses enjeux, Paris, Ed. Amsterdam, 2007. Βλ. επίσης το ειδικό μονογραφικό τεύχος “Le capitalisme cognitif. Apports et perspectives” του περιοδικού European Journal of Economic and Social Systems, Vol. 20 – n° 1, 2007, σε επιμέλεια των A. Fumagalli και C. Vercellone, με τη συμβολή, πέρα από τους επιμελητές, των A. Arvidsson, L. Cassi, A. Corsani, P. Dieuaide, S. Lucarelli, J.-M. Monnier, B. Paulré.

[10] Επί του σημείου αυτού παραπέμπουμε στο: C. Morini, Per amore o per forza. Femminilizzazione del lavoro e biopolitiche del corpo, Ombre Corte, Verona, 2010.

[11] Βλέπε A. Fumagalli, “La crisi strutturale dell’industria e dell’economia italiana. Chi di precarietà ferisce, di precarietà perisce”, στο F. D’Aloisio, S. Ghezzi (a cura di), Antropologia della crisi. Prospettive etnografiche sulle trasformazioni del lavoro e dell’impresa in Italia, L’Harmattan Italia, Torino, 2016, pp. 214-242.

[12] Βλέπε: R. Florida, L’ascesa della nuova classe creativa. Stile di vita, valori e professioni, Mondadori, Milano, 2003.

[13] R. Barbrook, A. Cameron, “The Californian Ideology”, στο Science as Culture, January 1996, vol. 6, n. 1: pp. 44-72.

[14] A. Fumagalli, Economia politica del comune. Sfruttamento e sussunzione nel capitalismo bio-cognitivo, Derive Approdi, Roma, 2017.

[15] Το πρώτο κείμενο στο οποίο γίνεται ρητά λόγος για τη ζωή που τίθεται άμεσα σε αξιοποίηση, με χαρακτηριστικό παράδειγμα της αξίας-συναισθήματος, είναι το: C. Morini, A. Fumagalli, “La vita messa a lavoro: verso una teoria del valore-vita. Il caso del valore affetto”, στο Sociologia del Lavoro, Τεύχος 115, pp. 94-116, 2009.

[16] C. Vercellone, A. Giuliani, F. Brancaccio, P. Vattimo, Il comune come modo di produzione [Το κοινό ως τρόπος παραγωγής], Ombre Corte, Verona, 2017· T. Negri, “Il comune come mezzo di produzione” [Το κοινό ως μέσο παραγωγής], 10 giugno 2016, http://www.euronomade.info/?p=7331· A. Fumagalli, Economia politica del comune [Πολιτική οικονομία του κοινού], Derive Approdi, Roma, 2017.

[17] Σχετικά με αυτό, εξαιρετικά ενδιαφέρουσα είναι η έννοια βιο-υπερμέσων [ή: των βιο-ψηφιακών υπερμέσων] (Bio-ipermedia), την οποία εισήγαγε ο G. Griziotti: «Τα Βιο-υπερμέσα μπορούν να οριστούν ευρέως ως το πεδίο εντός του οποίου το σώμα στην ολότητά του συνδέεται με τις δικτυακές συσκευές με τρόπο τόσο οικείο, ώστε να εισέρχεται σε μια συμβίωση όπου συντελούνται αμοιβαίες τροποποιήσεις και προσομοιώσεις». Βλέπε G. Griziotti, Neurocapitalismo [Νευροκαπιταλισμός], Mimesis, Milano, 2016, p. 120.

[18] Βλέπε C. Morini, “Economia dell’interiorità e capitale antropomorfo. Produzione sociale, lavoro emozionale e reddito di base” [Οικονομία της εσωτερικότητας και ανθρωπόμορφο κεφάλαιο. Κοινωνική παραγωγή, συναισθηματική εργασία και βασικό εισόδημα], στο A. Del Re, C. Morini, B. Mura, L. Perini (a cura di), Lo sciopero delle donne. Lavoro, trasformazioni del capitale, lotte, Manifestolibri, Roma, 2019 και C. Morini, Vite lavorate. Corpi, valore, resistenze al disamore [Ζωές σε εργασία. Σώματα, αξία, αντιστάσεις στην αποξένωση], Manifestolibri, Roma, 2022.

[19] Η παραπομπή αναφέρεται στο: K. Marx, Das Kapital – Bd. I, VII. Der Akkumulationsprozeß des Kapitals, 24. Die sogenannte ursprüngliche Akkumulation [Το Κεφάλαιο – Τόμος Ι, VII. Η διαδικασία συσσώρευσης του κεφαλαίου, 24. Η λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση]: http://www.textlog.de/kapital-geheimnis.html. Η λέξη “Geheimnis” σημαίνει «μυστικό» στα ιταλικά.

[20] Πρβλ. Aa. Vv., L’economia politica della promessa [Η πολιτική οικονομία της υπόσχεσης], Manifesto Libri, Roma, 2015, με κείμενα των A. Colombo, C. Morini, G. Allegri, G. Bronzini, M. Bascetta, R. Ciccarelli, V. Graziano.

[21] Για μια αναλυτικότερη εξέταση, παραπέμπουμε στο: Andrea Fumagalli, Carlo Vercellone, “Il reddito di base sociale incondizionato (Rbsi) come reddito primario e istituzione del Comune” [Το καθολικό κοινωνικό βασικό εισόδημα (Rbsi) ως πρωτογενές εισόδημα και θεσμός του Κοινού], στο Questione Giustizia, n. 1, 2020.

[22] Για την έννοια της ζωτικής υπαγωγής, παραπέμπουμε στο: A. Fumagalli, Economia politica del comune. Sfruttamento e sussunzione nel capitalismo bio-cognitivo [Πολιτική οικονομία του κοινού. Εκμετάλλευση και υπαγωγή στον βιο-γνωστικό καπιταλισμό], Derive Approdi, Roma, 2017.

[23] Σε αυτό το πλαίσιο, η εκστρατεία «unopercento equo» [δίκαιο ένα τοις εκατό] της Κομμουνιστικής Επανίδρυσης (Rifondazione Comunista) για έναν νόμο λαϊκής πρωτοβουλίας σχετικά με τη φορολόγηση του μεγάλου πλούτου κινείται προς τη σωστή κατεύθυνση.