Ελευθερία ενάντια στην ελευθερία της αγοράς

Του Massimo Ilardi*

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 22 Οκτωβρίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista.

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας των Τετραδίων Εδάφους

Οι πρόσφατες εξεγέρσεις της μητροπολιτικής νεολαίας στην Ιταλία αποτελούν την αφετηρία ενός ενδιαφέροντος θεωρητικού διαλόγου ανάμεσα στον Τζίτζι Ροτζέρο και τον Μάσιμο Ιλάρντι, που επαναφέρει ορισμένα κεντρικά ζητήματα της σύγχρονης ταξικής σύγκρουσης. Και οι δύο απορρίπτουν τις ηθικολογικές ερμηνείες της νεανικής παραβατικότητας, αναζητώντας τις αντιφάσεις της καπιταλιστικής ανάπτυξης σε μια μητρόπολη όπου η παραγωγή αξίας επεκτείνεται στις μορφές ζωής, στις κοινωνικές σχέσεις και στις ίδιες τις επιθυμίες. Για τον Ροτζέρο, οι εξεγερσιακές συμπεριφορές αποκαλύπτουν τα όρια της καπιταλιστικής αιχμαλώτισης των κοινωνικών υποκειμενικοτήτων, χωρίς ωστόσο να συγκροτούν αυτομάτως μορφές ταξικής αυτονομίας. Η αντικειμενική αντίφαση δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την υποκειμενική συγκρότηση ενός ανταγωνιστικού υποκειμένου. Το κρίσιμο ερώτημα είναι, επομένως, η δυνατότητα πολιτικής ανασύνθεσης της διάχυτης και εφήμερης μητροπολιτικής συγκρουσιακότητας.

Ο Ιλάρντι μετατοπίζει το επίκεντρο στην αυτονομία της επιθυμίας και στην αντίφαση ανάμεσα στην αγορά και την κατανάλωση. Η αγορά παράγει και πολλαπλασιάζει επιθυμίες, αλλά ταυτόχρονα επιχειρεί να πειθαρχήσει την πραγμάτωσή τους. Η εξέγερση αναδύεται έτσι ως δύναμη ρήξης με την εμπορευματική τάξη, ως άμεση διεκδίκηση του παρόντος που αρνείται την αναβολή και την πολιτική διαμεσολάβηση. Εδώ εντοπίζεται και η βασική διαφορά των δύο προσεγγίσεων: ενώ ο Ροτζέρο αναζητά τις δυνατότητες συγκρότησης ενός συλλογικού υποκειμένου, ο Ιλάρντι αναδεικνύει τη ριζοσπαστικότητα της ίδιας της εξεγερσιακής πράξης, ως άμεσης πραγμάτωσης της επιθυμίας, που δεν αναζητά τη δικαίωσή της σε έναν μελλοντικό πολιτικό ορίζοντα.

Από τη σκοπιά του μεταεργατισμού, η ένταση αυτή επαναφέρει το ζήτημα της σχέσης ανάμεσα στην ταξική σύνθεση, την επιθυμία και την πολιτική οργάνωση. Η αυτονομία της επιθυμίας δεν ταυτίζεται αναγκαστικά με την αυτονομία από το κεφάλαιο, όπως και η πολιτική ανασύνθεση δεν μπορεί να προϋποθέτει την υπαγωγή των κοινωνικών ανταγωνισμών σε προκαθορισμένα οργανωτικά σχήματα. Το διακύβευμα είναι πώς οι ετερογενείς μητροπολιτικές υποκειμενικότητες μπορούν να μετασχηματίσουν τη στιγμιαία δύναμη της εξέγερσης σε συντακτική δύναμη, χωρίς να ακυρώσουν την πολλαπλότητα και τη ριζοσπαστικότητα των ίδιων των αγώνων.

                                                                                 ***

Ελευθερία ενάντια στην ελευθερία της αγοράς

Ο Μάσιμο Ιλάρντι (Massimo Ilardi) εκκινεί από το άρθρο του Τζίτζι Ροτζέρο (Gigi Roggero) για να θέσει προς συζήτηση ορισμένα γενικά στοιχεία που χαρακτηρίζουν τις νέες μορφές μητροπολιτικής εξέγερσης. Σύμφωνα με τον Ιλάρντι, εάν η αγορά έχει ανάγκη να τροφοδοτεί διαρκώς νέες επιθυμίες προκειμένου να επεκτείνεται, έχει ταυτόχρονα ανάγκη να τις πειθαρχεί και να τις τιθασεύει, επιβάλλοντας κανόνες και όρια στην πραγμάτωσή τους. Ακριβώς μέσα σε αυτή την αντίφαση, η κατανάλωση μπορεί να μεταμορφωθεί σε μια ανατρεπτική δύναμη, ικανή να θέσει υπό αμφισβήτηση την ίδια την τάξη της αγοράς. Η εξέγερση μετατρέπεται τότε σε έκφραση μιας επιθυμίας που δεν παραπέμπει στο μέλλον, αλλά επιζητά να πραγματωθεί στο παρόν, διασχίζοντας και διαρρηγνύοντας τα σύνορα που επιβάλλονται στο έδαφος. Πρόκειται για έναν στοχασμό που ανοίγει σημαντικά ερωτήματα γύρω από τις μορφές της σύγχρονης σύγκρουσης και γύρω από την ίδια τη δυνατότητα της πολιτικής να αναμετρηθεί με τη ριζοσπαστικότητά τους.

                                                                                        ***

Στην παρέμβασή του, με τίτλο «Καλώς ήρθατε στην έρημο του παγκόσμιου. Σημειώσεις για το Σαββατοκύριακο των maranza», ο Τζίτζι Ροτζέρο πραγματεύεται, μεταξύ άλλων, δύο ζητήματα που θεωρώ ουσιώδη για την κατανόηση της φύσης και των αιτιών των αστικών εξεγέρσεων που ξέσπασαν τις τελευταίες εβδομάδες σε ορισμένες ευρωπαϊκές πόλεις.

Το πρώτο αφορά τη λεηλασία και την αρπαγή εμπορευμάτων, που κάθε εξέγερση αξία του ονόματός της θέτει ως πρώτο θέμα στην ημερήσια διάταξή της. Ο Ροτζέρο, αφού ορθώς παρατηρεί ότι τουλάχιστον από τη δεκαετία του ’80 οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ένδυσης άρχισαν να εξαπολύουν στις περιφερειακές συνοικίες των πόλεων κυνηγούς τάσεων, τους λεγόμενους cool hunters, οι οποίοι «είχαν ως αποστολή να εντοπίζουν και να αιχμαλωτίζουν τις ενδυματολογικές μορφές που παρήγαν αυτόνομα τα ίδια τα υποκείμενα και οι οποίες κυκλοφορούσαν μεταξύ τους ως ελκυστικές, ως «cool», και τα οποία στη συνέχεια οι ίδιες οι πολυεθνικές συσκεύαζαν και μεταπωλούσαν στην αγορά, αναρωτιέται σε αυτό το σημείο αν οι maranza «πήραν την αμοιβή για τη δωρεάν εργασία που προσφέρουν καθημερινά μέσα από τον τρόπο ζωής τους». «Όμως αυτή η διαπίστωση», συνεχίζει ο Ροτζέρο, «αν και είναι αντικειμενικά αποδείξιμη, δεν υφίσταται υποκειμενικά, διότι κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με το να αποδώσουμε στις λεηλασίες ένα νόημα που δεν διαθέτουν».   

Συμφωνώ αλλά τότε ποιο είναι το νόημά τους ή, καλύτερα, ποιο πολιτικό περιεχόμενο θα μπορούσαν να προσλάβουν; Πρόκειται για ένα ερώτημα του οποίου η απάντηση πρέπει να αναμετρηθεί με ένα ζήτημα που η κριτική σκέψη έχει αναβάλει για υπερβολικά μεγάλο διάστημα: τη σχέση ανάμεσα στην αγορά και την κατανάλωση, μια σχέση η οποία, κατά τη γνώμη μου, πρέπει να επαναπροσδιοριστεί. Διότι όταν μιλάμε για κατανάλωση, δεν αναφερόμαστε μόνο στην κατανάλωση αντικειμένων, αλλά και σε εκείνη που αφορά σχέσεις, συγκινησιακές καταστάσεις, αισθήματα, απόψεις και κουλτούρες, τα οποία σήμερα επίσης καταναλώνονται και καταστρέφονται ταχύτατα. Μόνο μια πολιτική ανάγνωση της κατανάλωσης, ως κριτική ανάλυση των γεγονότων που αυτή παράγει, των δυναμικών εξουσίας που πυροδοτεί και των επιπτώσεών τους στην κοινωνία, και επομένως μια ανάγνωση μη ηθικολογική ή αναγόμενη σε αμιγώς οικονομικούς παράγοντες, βλέπει την αγορά και την ίδια την κατανάλωση να διαχωρίζονται, σε βαθμό που, σε ορισμένες περιπτώσεις, να έρχονται σε ευθεία αντιπαράθεση.

Πρόκειται για αντιφατικές διαδικασίες που πολύ συχνά αλληλοαποκλείονται: από τη μία πλευρά, οι άκαμπτοι οικονομικοί κανόνες της αγοράς, και από την άλλη, η αυτονομία της επιθυμίας του καταναλωτή που διαρρηγνύει τους κανόνες και την τάξη. Κανόνες και τάξη, που αντίθετα η αγορά αναζητά απεγνωσμένα μέσω του Κράτους, μέσω της επίκλησης μιας κοινής παράδοσης που δεν υφίσταται πλέον, ή μιας συλλογικής μνήμης που είναι πια εξίσου διασκορπισμένη. Η αγορά έχει ανάγκη από μια κοινωνία συνεκτική, ειρηνική, υποταγμένη στην αξιοπρέπεια της εργασίας και στην παραγωγή εισοδημάτων. Έχει όμως ένα πρόβλημα: για να επεκταθεί, προϋποθέτει ότι αυτή η κοινωνία -η δική της κοινωνία- θα καταναλώνει όλο και περισσότερο, διευρύνοντας τις επιθυμίες της. Μαζί με αυτές, όμως, αναπτύσσεται και η ανατρεπτική ισχύς ενός φαντασιακού που καθιστά τα πάντα ανοιχτά, ρευστά και χειραγωγήσιμα από ένα υποκείμενο που δεν γνωρίζει δισταγμούς προκειμένου να περάσει στη δράση. Ένα απέραντο φαντασιακό, μη ελέγξιμο, μη μετρήσιμο, μη αναγώγιμο σε παραμέτρους που επιδιώκουν να το τιθασεύσουν, και το οποίο ωθεί όλο και περισσότερο την επιθυμία σε μια αδιάκοπη αντιπαράθεση και σύγκρουση με την περατότητα της πραγματικότητας και με έναν κόσμο που θέλει να θέσει όρια στην ελευθερία της να τον διασχίζει. Διότι σε μια κοινωνία απογυμνωμένη από αξίες και χωρίς μέλλον, είναι ακριβώς πάνω στο έδαφος-και μόνο πάνω σε αυτό- που προβάλλονται οι επιθυμίες και η δυνατότητα ικανοποίησής τους.

Σε αυτό το σημείο, το μόνο που απομένει στην αγορά είναι τα θωρακισμένα οχήματα της αστυνομίας για να υπερασπιστούν τις βιτρίνες, αυτές τις λεπτές και προκλητικές γυάλινες επιφάνειες που αξιώνουν να προστατεύσουν τα εμπορεύματα. Η ορμή της επιθυμίας μεταμορφώνει έτσι την κατανάλωση σε εξωοικονομικό παράγοντα, σε ανεξάρτητη μεταβλητή από το εισόδημα και τους κανόνες της αγοράς, και σε μια δυνητική επιθετική δυναμική ενάντια στους ίδιους τους κανόνες της αγοράς, αν και εντός της αγοράς. Το χάσμα που παράγει ανάμεσα στην επιθυμία και τη δυνατότητα πραγμάτωσής της αποτελεί παραγωγική δύναμη, πολιτικά παραγωγική δύναμη, διότι είναι ακριβώς η απόπειρα να γεφυρωθεί αυτό το χάσμα που γκρεμίζει την τάξη των εμπορευμάτων. Και είναι η εξέγερση που μιλάει στο παρόν -και όχι η επανάσταση που παραπέμπει στο μέλλον- ο δικός τους τρόπος για να την ανατρέψουν. Φυσικά, ο Ροτζέρο έχει δίκιο όταν γράφει ότι όλο αυτό διαρκεί όσο ο χρόνος μιας ημέρας. Όμως το ζήτημα είναι ότι στην εξέγερση το επίδικο δεν είναι το σύστημα, δεν επιδιώκεται ένα αύριο· τα πάντα εμπεριέχονται στο σήμερα, στην ίδια τη στιγμή που εκρήγνυνται η οργή και η επιθυμία, οι οποίες δεν αναγνωρίζουν συμβολική εγκυρότητα σε κανένα διαφορετικό σύστημα και δεν έχουν τίποτα το κοινό με εκείνη την πνευματική ελευθερία, με εκείνη τη mentis libertas για την οποία μιλούσε ο Σπινόζα, και κυρίως με εκείνον τον συνειδητό πολιτικό σχεδιασμό για τη συγκρότηση ενός υποκειμένου.

Και εδώ ανοίγει το δεύτερο ζήτημα που θέτει ο Τζίτζι Ροτζέρο: «Σήμερα αυτό το υποκείμενο απουσιάζει, και το ερώτημα –αυτό, πράγματι, είναι ιστορικής σημασίας– είναι αν είναι ακόμη δυνατή η ανάδυσή του, ή αν είναι αναγκαίο να σκεφτούμε πολιτικά με όρους εντελώς διαφορετικούς». Με άλλα λόγια: θα έχει ενεργό ρόλο η πολιτική τα επόμενα χρόνια ή θα δύσει επειδή το μέλλον θα καθορίζεται από δυνάμεις πάνω στις οποίες η ίδια η πολιτική δεν μπορεί να επιδράσει; Ο Ροτζέρο απαντά ότι η πολιτική πρέπει να προσπαθήσει να κατανοήσει το χάος του σήμερα, διότι «με τον κόσμο πρέπει να αναμετρηθούμε εκ νέου και από την αρχή, αν θέλουμε πραγματικά να τον μεταμορφώσουμε». Είναι αλήθεια, οφείλουμε να τον κατανοήσουμε. Επομένως, για να μπορέσει να αναπτύξει τη δράση της και την ικανότητά της να επιδρά στις τρέχουσες διεργασίες, η πολιτική σκέψη θα πρέπει να κατανοήσει και να προσδιορίσει πού εντοπίζεται σήμερα το πολιτικό στη μητροπολιτική του εκδοχή -το οποίο δεν μπορεί να αναχθεί στα άλλα πεδία της εμπειρίας (ηθικό, αισθητικό κ.λπ.)- και κατά συνέπεια να προσαρμόσει τα εργαλεία παρέμβασής της.

Συνεπώς, καθίσταται αναγκαίο να αναμετρηθούμε με τη ριζοσπαστικότητα των πρακτικών ελευθερίας και, ως εκ τούτου, με την ισχύ της σύγκρουσης και της αταξίας. Υπάρχει ωστόσο ένα παράδοξο που πρέπει να επιλυθεί, διότι εκείνες οι πρακτικές της αρνητικής ελευθερίας προκάλεσαν την κρίση της ίδιας της πολιτικής. Όμως, ακριβώς επειδή το ίδιο το αίτημα για ελευθερία δεν έχει ποτέ -όπως και η πολιτική δράση- μια οικουμενική εμβέλεια, αλλά αναφέρεται και αυτό σε συγκεκριμένους τόπους και χρόνους, τοποθετείται πάντα στον ορίζοντα μιας πραγματικής και τοπικής ιστορίας και αντιτίθεται στις διαδικασίες αφαίρεσης και αποεδαφοποίησης που παράγει η αγορά, μια αναμέτρηση-συνάντηση παραμένει ένας εφικτός ορίζοντας. Δύσκολος, αλλά εφικτός.

                                                                                   ***

*Ο Μάσιμο Ιλάρντι δίδαξε Αστική Κοινωνιολογία στη Σχολή Αρχιτεκτονικής του Άσκολι Πιτσένο (Πανεπιστήμιο του Καμερίνο). Διετέλεσε διευθυντής των περιοδικών «Gomorra» και «Outlet». Ανάμεσα στα τελευταία του έργα συγκαταλέγονται: “Οι δύο περιφέρειες. Το έδαφος και το φαντασιακό” (Le due periferie. Il territorio e l’immaginario, DeriveApprodi, 2022) και “Εν ονόματι του δρόμου. Ελευθερίακαι βία” (In nome della strada. Libertà e violenza, Meltemi, 2026). Επιμελήθηκε επίσης τον συλλογικό τόμο “Οι αστικές εξεγέρσεις του 21ου αιώνα” (Le rivolte urbane del XXI secolo, DeriveApprodi, 2025).