Καλώς ήρθατε στην έρημο του παγκόσμιου

Του Gigi Roggero*

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 20 Οκτωβρίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista.

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας των Τετραδίων Εδάφους

Ο όρος maranza [1],[2] χρησιμοποιείται στην Ιταλία για να περιγράψει μια νεανική υποκουλτούρα, κυρίως των λαϊκών και περιφερειακών συνοικιών των μητροπόλεων, που συνδέεται με την κουλτούρα του δρόμου, τη μουσική τραπ, την επιδεικτική κατανάλωση και την οικειοποίηση εμπορικών συμβόλων. Συχνά αποδίδεται υποτιμητικά σε νέους μεταναστευτικής καταγωγής, ιδιαίτερα δεύτερης γενιάς, λειτουργώντας όχι μόνο ως μηχανισμός ταξικού και φυλετικού στιγματισμού, αλλά και ως διαδικασία φυλετικοποίησης, μέσω της οποίας συγκεκριμένες πολιτισμικές πρακτικές, αισθητικές επιλογές και καταναλωτικές συνήθειες μετατρέπονται σε δείκτες υποτιθέμενης φυλετικής ή εθνοτικής ταυτότητας, ανεξάρτητα από την πραγματική καταγωγή των υποκειμένων.

Σε μια πιο πολιτικά φορτισμένη, εργατιστική και μεταεργατιστική ανάγνωση, οι maranza μπορούν να ιδωθούν ως μια αντιφατική έκφραση της μητροπολιτικής νεολαίας, της οποίας οι επιθυμίες, οι συμπεριφορές και οι μορφές ζωής αποτελούν αντικείμενο καπιταλιστικής αιχμαλώτισης και αξιοποίησης, ενώ ταυτόχρονα μπορούν να εκδηλώνονται ως απρόβλεπτες μορφές άρνησης, οικειοποίησης και σύγκρουσης. Δεν συγκροτούν ένα ενιαίο πολιτικό ή ταξικό υποκείμενο, αλλά συμπυκνώνουν τις αντιφάσεις μιας γενιάς που παράγει αξία μέσα από την ίδια την κοινωνική της ύπαρξη, χωρίς να διαθέτει αντίστοιχη πρόσβαση στον πλούτο, στη σταθερότητα και στο μέλλον που παράγει.

Στο κείμενο του Ροτζέρο, το κρίσιμο στοιχείο είναι ακριβώς αυτή η αντίφαση ανάμεσα στην καπιταλιστική αξιοποίηση των νεανικών τρόπων ζωής και στην ενδεχόμενη μετατροπή τους σε ανεξέλεγκτη μητροπολιτική συγκρουσιακότητα. Οι maranza δεν εξιδανικεύονται ως επαναστατικό υποκείμενο, αλλά ούτε αντιμετωπίζονται απλώς ως παραβατική νεολαία. Αναδεικνύουν, αντίθετα, το ανοιχτό πρόβλημα της πολιτικής οργάνωσης και της δυνατότητας μετασχηματισμού μιας διάχυτης, εφήμερης εξεγερσιακής δύναμης σε συλλογική ταξική δράση.

                                                                                 ***

Σημειώσεις για το Σαββατοκύριακο των maranza

Το περασμένο Σαββατοκύριακο χαρακτηρίστηκε από αγωνιστικές κινητοποιήσεις και μια συγκρουσιακότητα που, τουλάχιστον στην Ιταλία, προσέλαβαν πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά. Ο Τζίτζι Ροτζέρο καταθέτει ορισμένους άξονες προβληματισμού, επιχειρώντας πρωτίστως να απεγκλωβίσει τα γεγονότα από τον επαρχιωτισμό της εγχώριας ιταλικής αντιπαράθεσης και να τα επανεντάξει στο πλαίσιο των παγκόσμιων μητροπόλεων –από το Παρίσι και το Λονδίνο μέχρι το Λος Άντζελες– οι οποίες διατρέχονται από μορφές εξέγερσης που αναπαράγονται ιογενώς, μέσω της σημειο-επικοινωνιακής μετάδοσης των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Εκκινώντας από εδώ, θέτει ένα κεντρικό πολιτικό διακύβευμα: οι μορφές χαοτικής συγκρουσιακότητας αποτελούσαν ανέκαθεν μέρος της ιστορίας της ταξικής πάλης, αλλά στο παρελθόν, με τρόπους που διέφεραν ανάλογα με τους ιστορικούς κύκλους, υπήρχε ένα υποκείμενο ικανό να έλκει, να αποσυνθέτει, να ανασυνθέτει και να επανανοηματοδοτεί αυτά τα «χαοτικά σμήνη». Σήμερα, αυτό το υποκείμενο δεν υφίσταται πλέον. Είναι άραγε ακόμη εφικτό να συγκροτηθεί ή μήπως είναι αναγκαίο να επαναστοχαστούμε ριζικά τις μορφές της πολιτικής οργάνωσης;

                                                                                       ***

Στην εποχή που ορίστηκε ως μεταβιομηχανική, μεταφορντική ή μεταμοντέρνα, οι κοινωνιολόγοι μάς εξήγησαν ότι τα εμπορικά σήματα παύουν να αποτελούν απλές ετικέτες που καθορίζουν τις τιμολογιακές ιεραρχίες των εμπορευμάτων. Μετατρέπονται σε brand με τα οποία ταυτίζεται κανείς, σε διακριτικά λογότυπα, σε τρόπους ζωής. Διότι οι ίδιοι οι τρόποι ζωής έχουν μετατραπεί σε εμπόρευμα. Δεν αγοράζεις ένα αυτοκίνητο, μια μπλούζα, ένα έπιπλο: αποκτάς έναν τρόπο ύπαρξης. Πόσες φορές έχετε ακούσει αυτή τη διατύπωση να επαναλαμβάνεται στις διαφημίσεις;

Προσοχή: δεν πρόκειται απλώς για τεχνητά δημιουργημένες ανάγκες, όπως διατεινόταν το απαρχαιωμένο μαρξιστικό λεξιλόγιο. Πρόκειται για την αιχμαλωσία κοινωνικών συμπεριφορών και τη μετατροπή τους σε εμπορευματική μορφή. Από τη δεκαετία του ’80, για παράδειγμα, οι μεγάλες πολυεθνικές εταιρείες ένδυσης άρχισαν να εξαπολύουν στις αμερικανικές περιφερειακές συνοικίες και στα γήπεδα μπάσκετ των λαϊκών γειτονιών πληρωμένους παρατηρητές. Τους αποκαλούσαν cool hunters, κυριολεκτικά ανιχνευτές των τάσεων. Μεταμφιεσμένοι σε απλούς θεατές ή περαστικούς, είχαν ως αποστολή να εντοπίζουν και να αιχμαλωτίζουν τις ενδυματολογικές μορφές που παρήγαν αυτόνομα τα ίδια τα υποκείμενα και οι οποίες κυκλοφορούσαν μεταξύ τους ως ελκυστικές, ως «cool».  

Ανάμεσα στο να φοράει κανείς χαμηλοκάβαλα παντελόνια και παπούτσια χωρίς κορδόνια, ή στο να επιτίθεται σε αστυνομικούς και να λεηλατεί ένα κατάστημα, η διαφορά είναι αξιολογική: σωστό ή λάθος, καλό ή κακό, κοινωνικά αποδεκτό ή όχι. Αν, αντιθέτως, υιοθετήσουμε την οπτική της έκφρασης συμπεριφορών που μετατρέπονται σε τάσεις, η διαφορά εξαφανίζεται: πρόκειται για συμπεριφορές τόσο στη μία περίπτωση όσο και στην άλλη, και συχνά μάλιστα μπορεί να πρόκειται για τα ίδια ακριβώς άτομα. Δεν είναι τυχαίο ότι, κατά τη διάρκεια του Σαββατοκύριακου των maranza στο Μιλάνο, τα πιο «περιζήτητα» καταστήματα ήταν εκείνα που διέθεταν είδη ένδυσης της Adidas, της Nike και άλλων παρόμοιων εταιρειών. Ακριβώς δηλαδή οι πολυεθνικές που, μέσω των cool hunters τους, αιχμαλώτιζαν, τυποποιούσαν και εμπορεύονταν τις τάσεις. Ιδωμένο υπό αυτό το πρίσμα, θα μπορούσε να ειπωθεί ότι οι maranza ιδιοποιήθηκαν την αμοιβή για τη δωρεάν εργασία που προσφέρουν καθημερινά μέσα από τους τρόπους ζωής τους. Ωστόσο, αυτή η διαπίστωση, ενώ είναι αντικειμενικά αποδείξιμη, δεν υφίσταται υποκειμενικά, καθώς κάτι τέτοιο θα ισοδυναμούσε με το να αποδώσουμε στις λεηλασίες ένα νόημα που δεν διαθέτουν. Ας περιοριστούμε σε μια πιο νηφάλια διαπίστωση. Είτε μας αρέσει είτε όχι, το Σαββατοκύριακο των maranza εγγράφει την Ιταλία εντός των ροών των παγκόσμιων μητροπόλεων. Οι εικόνες από το Μιλάνο –κατεξοχήν της μόνης πραγματικής μητρόπολης της ιταλικής χερσονήσου– δεν σας θυμίζουν εκείνες που είδατε στο Λονδίνο το 2011, ή επανειλημμένα στα γαλλικά banlieues, ή ακόμη εκείνες που εδώ και αρκετές δεκαετίες αναπαράγονται στις Ηνωμένες Πολιτείες, από τη Νέα Υόρκη μέχρι το Λος Άντζελες; Και οι οποίες από εκεί διαχέονται, ως επικοινωνιακός ιός, στις μικρότερες πόλεις και στα αστικά κέντρα. Σαν να λέμε: σας αρέσουν οι τάσεις των παγκόσμιων εμπορευμάτων; Τότε να είστε έτοιμοι και για τις τάσεις των παγκόσμιων riots, που ταξιδεύουν με την ταχύτητα των μέσων κοινωνικής δικτύωσης και, υπό τον ήχο εμβληματικών selfies, παράγουν φαντασιακά, δυνατότητες διάχυσης και έναν ακαριαίο συντονισμό των γεγονότων στο πεδίο.

Ας αποφύγουμε εδώ να υπογραμμίσουμε την κοινοτοπία των τεράστιων διαφορών ανάμεσα στο Μιλάνο, το Παρίσι, το Λονδίνο ή το Λος Άντζελες. Εκείνο που μας φαίνεται άξιο προβληματισμού είναι ότι τα υποκείμενα των εξεγέρσεων ωθούν στα άκρα αυτή ακριβώς την ελευθερία η οποία, από τη δεκαετία του ’80, αποτελεί το θεμελιώδες δόγμα του νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Και ωθώντας την στα άκρα – δηλαδή μέσα από τη λεηλασία– την ακυρώνουν και την ξεπερνούν, αποκαλύπτοντας ότι στον πυρήνα της δεν είναι παρά μια ενοχλητική ψευδαίσθηση. Επομένως, δεν είναι απλώς δημιουργήματα του συστήματος· ταυτόχρονα, εισάγουν νέες πρακτικές και μορφές δράσης που ξεπερνούν τα όριά του. Με λίγα λόγια: ανάμεσα στον «επιχειρηματία του εαυτού του» που στήνει μια start-up και τον «επιχειρηματία του εαυτού του» που επιδίδεται στη λεηλασία, η διαφορά είναι, για άλλη μια φορά, αξιολογική και όχι ουσιαστική: αμφότεροι επιθυμούν χρήμα και εμπορεύματα, εφαρμόζοντας στην πράξη την αρχή του do it yourself. Και ποιος ξέρει αν κάποιος cool hunter δεν έχει ήδη προτείνει το brand «riot» ή «looting» ως μια επενδυτική ευκαιρία. Έτσι είναι η αγορά, ομορφιά μου.

Πιθανότατα ορισμένοι θα διακρίνουν σε αυτούς τους προβληματισμούς μια υπερβολική ενσυναίσθηση απέναντι σε όσα συνέβησαν, ενώ άλλοι, αντιθέτως, μια υπερβολική αποστασιοποίηση. Η ουσία είναι ότι και οι δύο πλευρές σκέφτονται με ξεπερασμένα σχήματα, που έχουν καταρρεύσει προ πολλού και σίγουρα δεν συνέβη το περασμένο Σαββατοκύριακο. Μπορεί πράγματι κανείς να καταδικάζει ή να εξυμνεί, να εξοργίζεται ή να δικαιολογεί. Δεν αλλάζει τίποτα, διότι σήμερα ούτε οι μεν ούτε οι δε –προφανώς ούτε και ο υπογράφων– έχουν την παραμικρή δυνατότητα να επηρεάσουν τις εξελίξεις. Μετατρεπόμαστε όλοι σε θεατές εφήμερων τάσεων της επικαιρότητας που διαρκούν μόλις μια μέρα, εκλύοντας μια τρομερή πλην όμως εφήμερη δυναμική.

Η κυβέρνηση Μελόνι κάνει τη βρώμικη δουλειά της, εξισώνοντας σκόπιμα τις φοιτητικές κινητοποιήσεις με τις λεηλασίες, ώστε να στείλει την αστυνομία και να πουλήσει «νόμο και τάξη». Το κατά πόσο αυτό θα χρησιμεύσει σε κάτι είναι αμφίβολο, όμως σε λίγο έρχονται εκλογές και ο νομοταγής πολίτης πρέπει να νιώσει ασφαλής. Εξάλλου, όπως ακριβώς και οι maranza, έτσι και η πολιτική κινείται με βάση τα εφήμερα πυροτεχνήματα της επικαιρότητας. Στην Αριστερά σπεύδουν να πάρουν αποστάσεις, ενώ στα αριστερά της Αριστεράς παίρνουν αποστάσεις από όσους παίρνουν αποστάσεις. Κι εδώ, με τρόπο αντεστραμμένο σε σχέση με τη Δεξιά, επιχειρείται να συγκαλυφθεί η πολιτική ανικανότητα μέσω της ιδεολογίας. Είναι σαφές ότι οι φοιτητές που διαδηλώνουν και οι maranza που λεηλατούν είναι όλοι τους νέοι, κομμάτια μιας γενιάς της οποίας το μέλλον έχει ακυρωθεί, το παρόν έχει βυθιστεί στην επισφάλεια και η ιστορική μνήμη έχει εκμηδενιστεί. Ωστόσο, δεν βιώνουν τις ίδιες συνθήκες ούτε εκφράζουν τις ίδιες συμπεριφορές. Ο φοιτητής που διαδηλώνει για να διεκδικήσει εκ νέου το μέλλον του και ο maranza που λεηλατεί για να γιορτάσει «τα καλύτερα γενέθλια της ζωής του», δεν μοιράζονται τον ίδιο χρονικό ορίζοντα.

Μεταξύ 2005 και 2006 στη Γαλλία, σχεδόν ταυτόχρονα, ξέσπασαν οι εξεγέρσεις στα banlieues και οι φοιτητικοί αγώνες ενάντια στο CPE (Σύμβαση Πρώτης Απασχόλησης). Οι δύο αυτές μορφές κοινωνικής σύγκρουσης διέγραψαν παράλληλη πορεία, χωρίς σχεδόν κανένα σημείο επαφής. Ή, όπως παρατήρησε κάποιος ειρωνικά, το σημείο επαφής εντοπιζόταν στους νεαρούς των προαστίων που πήγαιναν να κλέψουν τα πορτοφόλια των συνομηλίκων τους οι οποίοι διαδήλωναν στο κέντρο. Μια ιταλική συλλογικότητα, με τις σημαίες και τις ιδεολογίες της ανά χείρας, αναχώρησε για τα banlieues υπό το σύνθημα «Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε!». Συνέβη αυτό που ήταν αναπόφευκτο να συμβεί: επέστρεψαν έχοντας μαζί τους μόνο τις σημαίες και τις ιδεολογίες τους, οι οποίες εδώ και πολύ καιρό έχουν πάψει να είναι ελκυστικές, οπότε δεν αξίζει καν τον κόπο να τις κλέψει κανείς.

Έκτοτε έχουν περάσει είκοσι χρόνια, πολλές από τις αντικειμενικές συνθήκες έχουν αλλάξει, και ο πόλεμος γενικά –αλλά και ο πόλεμος ενάντια στη νεολαία ειδικότερα– δεν διεξάγεται πια σε μεταφορικό επίπεδο, έχει προσλάβει μια άκρως υλική υπόσταση. Θα μπορούσε, επιπλέον, κανείς να αντιτείνει ότι οι μορφές βίας και χαοτικής συγκρουσιακότητας αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας της ταξικής πάλης, όσο κι αν αυτό ενοχλεί όσους εμμένουν θρησκευτικά στο ιδεαλιστικό αφήγημα της «συνείδησης» ή διαχωρίζουν την ιερότητα του προλεταριάτου από τον «εσμό» του υποπρολεταριάτου. Η ένσταση αυτή είναι ορθή, το πρόβλημα όμως είναι ότι στο παρελθόν συγκροτούνταν –με διαφορετικό τρόπο από κύκλο σε κύκλο– ένα υποκείμενο ικανό να λειτουργεί ως γραμμή πολιτικής ισχύος και δύναμης, έτοιμο να έλκει, να αποσυνθέτει, να επανασυνθέτει και να νοηματοδοτεί εκ νέου τα χαοτικά σμήνη. Σήμερα αυτό το υποκείμενο απουσιάζει, και το ερώτημα –αυτό, πράγματι, είναι ιστορικής σημασίας– είναι αν είναι ακόμη δυνατή η ανάδυσή του, ή αν είναι αναγκαίο να σκεφτούμε πολιτικά με όρους εντελώς διαφορετικούς.  

Μήπως υποστηρίζουμε το αναπόφευκτο των όσων συμβαίνουν, το ανέφικτο μιας ριζικής μεταβολής, την αποδοχή μιας προδιαγεγραμμένης μοίρας; Κάθε άλλο. Ακόμη κι αν οι πιθανότητες είναι ελάχιστες και ο συσχετισμός δυνάμεων συντριπτικά εις βάρος μας, οφείλουμε να στοιχηματίσουμε πολιτικά σε αυτές. Το κρίσιμο ζήτημα, ωστόσο, είναι το πώς θα το πράξουμε. Φοβόμαστε ότι το να βουτήξει κανείς ιδεολογικά στο χάος της ειδησεογραφίας ελάχιστα ωφελεί –τολμούμε να πούμε καθόλου. Να κατανοήσουμε: αυτό είναι το μόνο που μπορούμε να πράξουμε. Πρόκειται για την αντιστροφή της 11ης θέσης για τον Φόιερμπαχ; Πιθανόν, όμως με τον κόσμο πρέπει να αναμετρηθούμε εκ νέου και από την αρχή, αν θέλουμε πραγματικά να τον μεταμορφώσουμε.

                                                                                      ***

* Ο Gigi Roggero είναι υπεύθυνος σύνταξης του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi. Στρατευμένος αρθρογράφος και επιμελητής της ενότητας freccia tenda cammello (Βέλος – Σκηνή – Καμήλα) στο περιοδικό Machina. Από τις εκδόσεις DeriveApprodi κυκλοφορούν τα έργα του: Elogio della militanza (Εγκώμιο της στράτευσης, 2016), Il treno contro la Storia (Το τρένο ενάντια στην Ιστορία, 2017), L’operaismo politico italiano. Genealogia, storia e metodo (Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός: Γενεαλογία, ιστορία και μέθοδος, 2019), Per una critica della libertà. Frammenti di pensiero forte (Για μια κριτική της ελευθερίας: Ψήγματα ισχυρής σκέψης, 2023). Συμμετείχε επίσης στη συγγραφή των συλλογικών έργων: Futuro anteriore (Συντελεσμένος Μέλλοντας) και Gli operaisti (Οι Εργατιστές).