Γεωγραφίες της εξουσίας και εξεγερσιακές εδαφικότητες

Το παρόν άρθρο, αλιεύτηκε από το 2ο τεύχος του ιταλικού περιοδικού Teiko, το οποίο κινείται στον θεωρητικό και πολιτικό ορίζοντα του μεταεργατισμού, και κυκλοφόρησε τον Οκτώβριο του 2026.

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας των Τετραδίων Εδάφους

Το 2ο τεύχος του ιταλικού περιοδικού Teiko, με τίτλο «Εδάφη» (Territori), επιχειρεί να επαναπροσδιορίσει τη σχέση ανάμεσα στον χώρο, το κεφάλαιο και την ταξική σύγκρουση, σε μια συγκυρία πολέμου, καπιταλιστικών αναδιαρθρώσεων και νέων κοινωνικών κινητοποιήσεων. Με αφετηρία τους αγώνες του φθινοπώρου του 2025 ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα, θέτει στο επίκεντρο το έδαφος όχι ως μια στατική γεωγραφική ενότητα, οριοθετημένη από τα σύνορα του κράτους, αλλά ως ένα διαρκώς μεταβαλλόμενο πεδίο κοινωνικών σχέσεων, καπιταλιστικής αξιοποίησης, εξουσίας και αντίστασης. Μέσα από θεωρητικές παρεμβάσεις, έρευνες, συζητήσεις και αναλύσεις συγκεκριμένων αγώνων, το τεύχος εξετάζει τους μετασχηματισμούς της μητρόπολης, τις νέες γεωγραφίες της εφοδιαστικής και των ψηφιακών υποδομών, τις διαδικασίες εδαφικοποίησης και απεδαφικοποίησης, την κατοίκηση, τη μετανάστευση και τις σύγχρονες μορφές αστικής σύγκρουσης. Από το Τορίνο και τη Βενετία μέχρι το Ρίο ντε Τζανέιρο, τις αμερικανικές μητροπόλεις, τη Γαλλία, το Μάλι και τη Μαλαισία, οι επιμέρους συμβολές συγκροτούν μια πολλαπλή χαρτογραφία των σύγχρονων ανταγωνισμών. Παράλληλα, η επιστροφή στην ιστορία του εργατισμού και των κινημάτων, μέσα από αναφορές στον Αντόνιο Νέγκρι, τον Σέρτζιο Μπολόνια, τον Φεράρι Μπράβο και τη θεωρητική κληρονομιά των Quaderni del Territorio, συνδέει τις σημερινές αναζητήσεις με τις ιστορικές διαδρομές της ταξικής αυτονομίας. Το κεντρικό πολιτικό ερώτημα που διατρέχει το τεύχος είναι πώς, μέσα σε αυτές τις νέες χωρικές και κοινωνικές συνθήκες, μπορούν να συγκροτηθούν υποδομές αγώνα, μορφές συλλογικής οργάνωσης και διαδικασίες απελευθέρωσης ικανών να υπερβούν τα παραδοσιακά όρια του τοπικού και του εθνικού, να συνδέσουν τις διάσπαρτες εστίες κοινωνικής σύγκρουσης και να μετατρέψουν τα ίδια τα εδάφη από πεδία καπιταλιστικής αξιοποίησης και επιβολής της εξουσίας σε πεδία πολιτικού πειραματισμού, ταξικής αυτονομίας και συλλογικής απελευθέρωσης. Σε αυτή την προοπτική, το έδαφος δεν αποτελεί απλώς τον χώρο όπου εκδηλώνονται οι αγώνες, αλλά ένα πεδίο που οι ίδιοι οι αγώνες ανασυγκροτούν, παράγοντας νέες κοινωνικές σχέσεις, δυνατότητες οργάνωσης και μορφές συλλογικής δύναμης.

                                                                                   ***

Editorial

Γεωγραφίες της εξουσίας και εξεγερσιακές εδαφικότητες

Συντακτική Κολεκτίβα του περιοδικού Teiko

Αναγγέλλοντας τη θεματική αυτού του τεύχους στις καταληκτικές σελίδες του Mondi, επισημαίναμε ότι οι κινητοποιήσεις του φθινοπώρου του 2025 ήταν εκείνες που κατέστησαν επιτακτική την επαναφορά της έννοιας του «εδάφους». Μια αναδρομική ματιά σε εκείνους τους αγώνες εξακολουθεί να συνιστά αναγκαίο σημείο εκκίνησης, τόσο για την εισαγωγή στο ανά χείρας τεύχος όσο και για την κατάδειξη του τι δύναται να νοηθεί σήμερα ως Εδάφη.

Πιστεύουμε, πράγματι, ότι η γεωγραφία και οι υλικές δυναμικές των φθινοπωρινών κινητοποιήσεων επιβάλλουν και, ταυτόχρονα, καθιστούν εφικτή μια αναδιοργάνωση της πολιτικής χαρτογράφησης του χώρου – δηλαδή των τρόπων με τους οποίους οι αγώνες εγγράφονται εντός του χώρου, μετασχηματίζοντάς τον. Είναι κομβικό ότι η Global Sumud Flottilla αποτέλεσε το έναυσμα αυτού του μετασχηματισμού: η διάσχιση της Μεσογείου -ανέκαθεν πεδίου αντιστάσεων και επίδικων αναμετρήσεων- προκάλεσε μια εδαφική καθίζηση στους ετερογενείς χώρους τους οποίους αυτή η θάλασσα συνδέει. Ενάντια στον ναυτικό αποκλεισμό που επιβλήθηκε από το Ισραήλ στη Γάζα με στόχο τον έλεγχο ενός εδάφους και τη μετατροπή του σε αδιάβατο, μια πολλαπλότητα πληρωμάτων της θάλασσας ενεργοποίησε μια εξέγερση «στην στεριά» στην Ιταλία, αλλά και σε πολλά μέρη της Βόρειας Αφρικής και της Ευρώπης. Η κινητοποίηση που ακολούθησε επαναχάραξε τα εδάφη μέσω του αποκλεισμού των κεντρικών κόμβων της εφοδιαστικής (logistica) του πολέμου και της γενοκτονίας, οι οποίοι εδράζονται στις πόλεις και στις περιφέρειες, στις επαρχίες, στα λιμάνια, στους αυτοκινητοδρόμους, στους σταθμούς και στα αεροδρόμια. Η διακοπή των κυκλωμάτων που οργανώνονται γύρω από αυτούς τους κόμβους είχε ως στόχο να σταματήσει την πολεμική μηχανή -υλικά, όταν διακόπτονταν οι ροές του στρατιωτικού ανεφοδιασμού, και συμβολικά, όταν ο αποκλεισμός συνδυάστηκε με τη γενική απεργία και επέβαλε την άρνηση συνεργασίας, σε κάθε επίπεδο, με τη γενοκτονία.  

Εκκινώντας από αυτές τις εικόνες, το παρόν τεύχος του Teiko διερευνά νέες συλλήψεις του «εδάφους», με την πεποίθηση ότι αυτό δεν δύναται να νοηθεί ως ένας χώρος οριοθετημένος, σχετικώς ομοιογενής, υπαγόμενος σε ένα πολιτικό κέντρο. Ο ρυθμός και η έκταση των φθινοπωρινών αγώνων προσλαμβάνουν για εμάς μια μεθοδολογική αξία: υποδεικνύουν, δηλαδή -με τρόπο αποσπασματικό αλλά ισχυρό- ένα σύνολο συντεταγμένων γύρω από τις οποίες διαμορφώνεται μια «εδαφικότητα» πέραν του εδάφους που νοείται ως συστατικό στοιχείο του Κράτους. Τα εδάφη, πράγματι, αποτελούν αντικείμενο μιας διαρκούς αναδιάρθρωσης, υπό τη διπλή ώθηση εξουσιών και αγώνων: είναι τόποι όπου η προσταγή αποκτά υλική υπόσταση, πεδία ορατότητας των αλληλεξαρτήσεων, αλλά και σημεία τρωτότητας των καπιταλιστικών διαδικασιών, μέσα από τα οποία καθίσταται δυνατή η οικοδόμηση συγκρούσεων και στρατηγικών σχεδιασμών, ώστε αυτά να μετατραπούν σε πεδία πολιτικού πειραματισμού.

Οι μεταλλάξεις του εδάφους τις οποίες διερευνούμε στις επόμενες σελίδες δεν αφορούν μια ενιαία γεωγραφική κλίμακα, δεν περιορίζονται δηλαδή απλώς στο «τοπικό» επίπεδο. Αντίθετα, αποκαλύπτουν τη διαρκή δράση των παγκόσμιων διαδικασιών, καθώς στα εδάφη είναι που οι τελευταίες οριοθετούνται και αποκτούν υλική υπόσταση, φανερώνοντας την πολλαπλότητα και την ετερογένεια των δρώντων υποκειμένων που τις ενεργοποιούν. Τα εδάφη αποτελούν το πάντοτε ασταθές προϊόν της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε κοινωνικές πρακτικές, οικολογικές δυναμικές, καθώς και επικαλύψεις και εντάσεις μεταξύ κρατών, πολυεθνικών επιχειρήσεων, ψηφιακών πλατφορμών, υποδομών εφοδιαστικής και υπερεθνικών οργανισμών. Εντός αυτών, το παγκόσμιο αποκαλύπτεται γι’ αυτό που πραγματικά είναι: όχι μια αφηρημένη ή απλώς υπερεθνική διάσταση, αλλά ένα σύνολο πρακτικών, επιχειρήσεων και διανυσμάτων που συναρθρώνουν σύνθετες γεωγραφίες, αποτελούμενες από αστικούς χώρους και θάλασσες, από χερσαίους εμπορευματικούς λιμένες (interporti), αποθήκες της εφοδιαστικής και εναέριους χώρους, αλλά και από δομές κράτησης όπως τα CPR και στρατιωτικές βάσεις, από εξορυκτικές γεωγραφίες, κέντρα δεδομένων (data center) και υποθαλάσσια καλώδια.

Ακόμη και σε ό,τι αφορά τις γεωγραφίες της εξουσίας και του κεφαλαίου, το έδαφος δεν ταυτίζεται, συνεπώς, με τη μορφή Κράτος, καθώς εντός αυτού αποκτούν υλική υπόσταση οι ασταθείς σχέσεις ανάμεσα σε πολλαπλές κλίμακες. Η ανάγκη επανανοηματοδότησης του εδάφους βαδίζει, ως εκ τούτου, χέρι-χέρι με την ανάγκη διερεύνησης των μετασχηματισμών της κυριαρχίας, η οποία εδώ και καιρό έχει πάψει να είναι μονοσήμαντη και να ταυτίζεται με τα εθνικά σύνορα. Το έδαφος δεν είναι μια δεδομένη και περίκλειστη από limites (φραγμούς) οντότητα, αλλά μια προσωρινή και διαστρωματωμένη σχέση, αποτέλεσμα της αλληλεπίδρασης ανάμεσα σε υποδομές, θεσμούς, ροές, σώματα και κοινωνικές πρακτικές, οικολογικούς μεταβολισμούς, ετερογενείς δυνάμεις που αποδιαρθρώνουν και επαναπροσδιορίζουν διαρκώς τα σύνορά του και τις ιδιαίτερες λειτουργίες τους. Οι επιχειρήσεις, οι συσχετισμοί δύναμης και οι συγκρούσεις που διαπερνούν κάθε έδαφος αναδιοργανώνουν επίσης τις ιεραρχίες μεταξύ των εδαφών: χώροι άλλοτε περιθωριακοί μετατρέπονται σε κεντρικούς κόμβους επειδή περιέχουν ζώνες εξόρυξης, πλατφόρμες εφοδιαστικής, κόμβους δεδομένων. Η γεωγραφική θέση δεν παύει να είναι σημαίνουσα, αλλά οριοθετείται στη βάση κριτηρίων που δεν είναι πάντοτε «αντικειμενικά»: εκείνο που καθιστά κεντρικό ένα έδαφος είναι ο βαθμός ενσωμάτωσής του στις παγκόσμιες διαδικασίες παραγωγής και κυκλοφορίας, είναι η λειτουργία που καταλαμβάνει στο εσωτερικό νέων χαρτών, στους οποίους πολλαπλασιάζονται διαστρωματωμένα σύνορα.

Οι πολιτικές συνεπαγωγές της αναλυτικής πρότασης που αναδύεται από τις συμβολές τις οποίες δημοσιεύουμε σε αυτό το τεύχος του περιοδικού εμπλουτίζονται στον βαθμό που επαναπροσδιορίζονται και οι αντιθέσεις που επί μακρόν συγκροτούσαν τον ορισμό του «εδάφους», εκκινώντας από εκείνες ανάμεσα στο αστικό και το αγροτικό, καθώς και ανάμεσα στο ψηφιακό και το υλικό. Χωρίς να υιοθετούμε την αντίληψη ότι η αγροτική διάσταση αποτελεί ένα κατάλοιπο προορισμένο να καταβροχθιστεί από την αστικοποίηση, μας φαίνεται ότι η μία και η άλλη έχουν μετασχηματιστεί αμοιβαία, καθώς διαπερνώνται από αρτηρίες και από πρακτικές που εκτείνουν το αστικό πέρα από τα διοικητικά όρια της πόλης, και οι οποίες επανακαθορίζουν, για παράδειγμα, την αγροτική εργασία και τη διαχείριση των εδαφικών πόρων. Αναλογικά, το ψηφιακό και οι πλατφόρμες του, σε αντίθεση με το αφήγημα περί του άυλου χαρακτήρα τους, είναι απολύτως υλικά: καταλαμβάνουν χώρο, καταναλώνουν ενέργεια, απαιτούν πόρους και, με αυτόν τον τρόπο, αναδιοργανώνουν το έδαφος, ρυθμίζουν τις ροές του, και συμβάλλουν στην αναπαράστασή τους.

2. Ας επιστρέψουμε όμως στην αφετηρία. Τι συνέβη μετά την υπερχείλιση του Σεπτεμβρίου/Οκτωβρίου του 2025, όταν υπό την ιαχή «να μπλοκάρουμε τα πάντα» εκατοντάδες χιλιάδες άνθρωποι στην Ιταλία απέργησαν και κατέβηκαν στους δρόμους -παράγοντας, άλλωστε, ενδιαφέρουσες αντηχήσεις με όσα την ίδια περίοδο συνέβαιναν στην Ινδονησία, το Μπανγκλαντές, τη Μαδαγασκάρη και το Μαρόκο (τις λεγόμενες «εξεγέρσεις της γενιάς Z»); Προφανώς, συνέβησαν πάρα πολλά, για τα οποία δεν είναι δυνατόν να γίνει απολογισμός εδώ. Συνεχίζουμε να κατοικούμε σε μια πολεμική συγκυρία, της οποίας το «επίδικο αντικείμενο» δεν είναι τόσο το έδαφος νοούμενο με την κλασική έννοια, όσο η λειτουργία των δικτύων. Λιμάνια, πετρελαιογωγοί, ημιαγωγοί, δορυφόροι, ασφαλιστικά συστήματα και υποδομές πληρωμών συνιστούν ταυτόχρονα οικονομικούς πόρους και στρατηγικούς στόχους. Η αλληλεξάρτηση η οποία, σύμφωνα με το φιλελεύθερο αφήγημα, όφειλε να αμβλύνει τις συγκρούσεις και να εγγυάται εφεδρικές αλυσίδες εφοδιασμού, μετατράπηκε αντιθέτως σε ένα από τα κύρια όπλα μέσω των οποίων διεξάγονται οι συγκρούσεις. Σήμερα, το πλήγμα σε έναν κρίσιμο κόμβο της κυκλοφορίας μπορεί να αποδειχθεί πιο αποτελεσματικό από την επιστράτευση μιας ολόκληρης στρατιωτικής ταξιαρχίας. Και όταν απειλούνται ταυτόχρονα πολλαπλά σημεία συμφόρησης -όπως συμβαίνει στα Στενά του Ορμούζ, στην Ερυθρά Θάλασσα και στη Μαύρη Θάλασσα- η τρωτότητα δεν πηγάζει τόσο από την έλλειψη πετρελαίου, όσο από την αδυναμία μεταφοράς, διύλισης και διασφάλισης της κυκλοφορίας του με βιώσιμο κόστος.

Επιθυμούμε, ωστόσο, εδώ να στοχαστούμε πρωτίστως πάνω στο ιταλικό πλαίσιο, υιοθετώντας παράλληλα μια ιστορική οπτική. Το 2026 συμπληρώσαμε είκοσι πέντε χρόνια από τη σύνοδο της G8 στη Γένοβα, ενώ το 2027 συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από το κίνημα του ’77. Πρόκειται για δύο σημαντικά σημεία αναφοράς, τα οποία επιτρέπουν, μεταξύ άλλων, τον αναστοχασμό γύρω από τις μεταλλάξεις της εδαφικότητας. Το κίνημα του ’77 είναι εμβληματικό για έναν πρώτο πειραματισμό οικοδόμησης μιας «κομουναλιστικής» εδαφικότητας: εκείνο το κίνημα αντιλαμβάνεται το έδαφος ως πεδίο σύγκρουσης και επανοικειοποίησης, δημιουργώντας τους πρώτους κοινωνικούς χώρους και σχεδιάζοντας «απελευθερωμένες» αστικές περιοχές, σε μια συγκυρία κατά την οποία εξαντλείται η συγκέντρωση της σύγκρουσης κυρίως εντός των χωρικών ορίων του φορντικού εργοστασίου. Αντίθετα, το κίνημα της Γένοβας το 2001 εδράζεται σε μια εδαφικότητα που ανάδυθηκε κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990, ένα διασυνδεδεμένο παγκόσμιο δίκτυο το οποίο το κίνημα αμφισβητούσε πολιορκώντας τις παγκόσμιες συνόδους κορυφής. Μια γεωγραφία η οποία, στα χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, μεταμορφώθηκε ριζικά, πυκνώνοντας τις διακλαδώσεις αυτού του δικτύου και συγκροτώντας νέες μορφές εξουσίας.

Πέραν των ιστορικών συγκρίσεων, από τη σκοπιά μιας εδαφικής ανάλυσης των συγκρούσεων, είναι χρήσιμο να ανακαλέσουμε τρία πρόσφατα παραδείγματα που επιτρέπουν τη διερεύνηση των εδαφικών μετασχηματισμών υπό το πρίσμα των αγώνων. Πρώτον, συνεχίστηκε ο πόλεμος της κυβέρνησης ενάντια στα κοινωνικά κέντρα, ο οποίος κορυφώθηκε με την εκκένωση της κατάληψης Askatasuna στο Τορίνο και τη μαζική απάντηση που εκδηλώθηκε τον Ιανουάριο του 2026. Τα κοινωνικά κέντρα έχουν πάψει εδώ και καιρό να αποτελούν ένα «πολιτικό υποκείμενο» σε εθνικό επίπεδο, ενώ εδώ και περίπου δύο δεκαετίες δεν παρατηρούνται πλέον κύματα καταλήψεων. Κι όμως, από τη μία πλευρά αυτό το «φάντασμα» εξακολουθεί να προκαλεί φόβο, και από την άλλη, το έδαφος και τα υποκείμενά του έχουν μεταβληθεί ριζικά. Δεν κατοικούμε πλέον στα τοπία της δεκαετίας του ’90, τα οποία ήταν διάσπαρτα από τα αστικά κενά που άφησε πίσω της η αποβιομηχάνιση, ούτε σε περιβάλλοντα όπου η «πολιτισμική παραγωγή» είχε ελάχιστο χώρο έξω από το κυρίαρχο ρεύμα (mainstream). Τα αστικά κενά συχνά καταλήφθηκαν από νέες μορφές αξιοποίησης, ενώ οι διαδικασίες ψηφιοποίησης άνοιξαν νέους (αμφίσημους) χώρους για μια πολιτισμική και επικοινωνιακή παραγωγή, η οποία δεν έχει πλέον ανάγκη από καθορισμένους τόπους όπως στο παρελθόν. Στη συνέχεια, κατά τη διάρκεια του καλοκαιριού του 2026, δύο γεγονότα πυροδότησαν έντονη συζήτηση: η κοιλάδα Val di Susa και η δολοφονία του Abderrahim Fakir από την αστυνομία στην Μπολόνια. Η Val di Susa αποτελεί αναμφίβολα ένα έδαφος πάνω στο οποίο αναπτύσσονται διεθνείς υποδομές, στις οποίες αντιτίθεται ένας βαθιά ριζωμένος «αντι-εφοδιαστικός» αγώνας, ο οποίος έχει μετασχηματιστεί με την πάροδο των δεκαετιών: αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι, στα τέλη Ιουλίου, χιλιάδες άνθρωποι από όλη την Ευρώπη συμμετείχαν στην πολιορκία των εργοταξίων. Στη δεύτερη περίπτωση, αντιθέτως, μια περιφερειακή συνοικία -το Pilastro– εισέβαλε δυναμικά στην καρδιά της «μητροπολιτικής» Μπολόνια. Η πολυσύνθετη κινητοποίηση που ακολούθησε τη δολοφονία του Abderrahim στις 19 Ιουλίου συνάρθρωσε το πεδίο των μέσων κοινωνικής δικτύωσης (καθοριστικών για την ανάδυση της υπόθεσης), μια εξέγερση στους δρόμους τη νύχτα της 20ής Ιουλίου -ενώ ταυτόχρονα μια απεργία εκατοντάδων εργατών και εργατριών της εφοδιαστικής μπλόκαρε τον χερσαίο εμπορευματικό λιμένα- μια μεγάλη συνέλευση στη γειτονιά Bolognina στις 22 Ιουλίου, και μια λαϊκή πορεία χιλιάδων ανθρώπων στο Pilastro στις 26. Από όλα αυτά προέκυψε μια κινητοποίηση στην οποία πρωταγωνίστησαν διαφορετικά υποκείμενα (εργαζόμενοι στην εφοδιαστική αλυσίδα, νεολαία, λαϊκά στρώματα των περιφερειακών συνοικιών, μεταναστευτικές κοινότητες) και η οποία μπορεί να διερευνηθεί ως η ανάδυση ενός πρωτόγνωρου εδάφους αγώνα.

Οι μήνες που ακολούθησαν την υπερχείλιση στα τέλη του καλοκαιριού και τις αρχές του φθινοπώρου του σημαδεύτηκαν προφανώς και από πολλές άλλες κινητοποιήσεις στον δρόμο και πολιτικές διεργασίες. Είναι μάλλον προφανές, σε κάθε περίπτωση, ότι δεν υπήρξε καμία γραμμική συνέχεια εκείνης της κοινωνικής αναταραχής, η οποία ανακόπηκε από διάφορους παράγοντες. Δύο εξ αυτών μπορούν να αναφερθούν εδώ: πρώτον, τα εσωτερικά όρια των ίδιων των κινηματικών συλλογικοτήτων και των οργανώσεων, οι οποίες συχνά αναλώνονται σε εσωτερικές διαμάχες και σε αξιώσεις αντιπροσώπευσης πάνω στο κίνημα και εξ ονόματός του, περιορίζοντας την ανάπτυξή του· δεύτερον, και κυρίως, η υπογραφή του λεγόμενου «Σχεδίου Τραμπ» στις 9 Οκτωβρίου 2025, το οποίο ανέκοψε σε κάποιο βαθμό την κλιμάκωση της γενοκτονίας, αποσυμπίεσε και τις ίδιες τις ιταλικές κινητοποιήσεις, παρότι προφανώς δεν σταμάτησε την αποικιακή βία που συνεχίζεται μέχρι σήμερα.

Παρ’ όλα αυτά, μπορούμε να υποθέσουμε ότι μια κοινωνική ένταση παραμένει ενεργή, μια υπόγεια δυναμική έτοιμη να εκδηλωθεί, η οποία ωθεί πλήθος ανθρώπων να κατεβαίνουν αυθόρμητα στους δρόμους -κατά κάποιο τρόπο ανεξάρτητα από τον εκάστοτε φορέα του καλέσματος ή την εκάστοτε αφορμή: είτε πρόκειται για μια πανεθνική διαδήλωση στη Ρώμη ενάντια στην κυβέρνηση, είτε για την εκκένωση ενός κοινωνικού κέντρου, είτε για ένα περιστατικό αστυνομικής βίας. Αυτό που πιθανώς κάνει τη διαφορά σήμερα είναι ότι ο κόσμος κατεβαίνει μαζικά στον δρόμο -σε αντίθεση με ό,τι συνέβαινε παλαιότερα- μόνο όταν διαισθάνεται ότι η παρέμβασή του μπορεί να έχει πραγματικό αντίκτυπο. Πρόκειται για κινητοποιήσεις που ξεπερνούν τον καθαρά συμβολικό χαρακτήρα· υπερβαίνουν  τις λογικές της ανάθεσης και της αντιπροσώπευσης, ξεπερνώντας εν τέλει τις ίδιες τις πολιτικές ή συνδικαλιστικές δομές που απηύθυναν το κάλεσμα.

3. Κλείνοντας, ας επανέλθουμε λοιπόν στις δύο υποθέσεις στις οποίες αναφερθήκαμε. Από τη μία πλευρά, στην υπόθεση μιας κοινωνικής αναταραχής που κινείται στο υπόβαθρο, έτοιμης να αναδυθεί μετά το «πάγωμα» που επέφεραν ο αιφνιδιασμός της πανδημικής περιόδου, το ξέσπασμα του πολέμου και η συνεπακόλουθη κοινωνικοοικονομική σκλήρυνση. Από την άλλη πλευρά, στην υπόθεση μιας βαθιάς μετάλλαξης της εδαφικότητας, η οποία ανασυνδυάζει εδάφη συγκροτούμενα από ψηφιακές και εφοδιαστικές υποδομές, από μιντιακά τοπία και πρωτόγνωρες κοινωνικές υποκειμενικότητες, από οικολογικούς μεταβολισμούς και νέες ροές εμπορευμάτων, ανθρώπων και κεφαλαίων, από πολεμικά καθεστώτα και νέα εξεγερσιακά σκιρτήματα.

Μπορούμε να σκιαγραφήσουμε ορισμένες συνέπειες για την πολιτική πράξη και για τις διαδικασίες εδαφικοποίησης των αγώνων, ως νύξεις προς περαιτέρω εμβάθυνση. Εάν το έδαφος σήμερα είναι μη αναγώγιμο στο «τοπικό» ή στην ικανότητα ελέγχου και οργάνωσης ενός κρατικού κέντρου διοίκησης, και εάν τα σύνορα αναδιατάσσονται διαρκώς, είναι απαραίτητο να υπερβούμε μια πολιτική οπτική επικεντρωμένη σε αυστηρά καθορισμένες εδαφικές κλίμακες – είτε πρόκειται για την πόλη, το Κράτος, την «περιφέρεια» ή την ήπειρο. Πρόκειται μάλλον για έναν αναστοχασμό πάνω στις δυνατότητες οικοδόμησης πολιτικών εδαφικών υποδομών, οι οποίες θα είναι ταυτόχρονα ικανές να «παράγουν έδαφος», να διοχετεύουν και να λειτουργούν ως στήριγμα για τα κύματα κινητοποίησης και τα ρεύματα σύγκρουσης που αναπτύσσονται σε παγκόσμια κλίμακα (από την παγκόσμια Παλαιστίνη μέχρι το Ni una menos ή το κίνημα Fridays for Future, για να αναφέρουμε παραδείγματα του πρόσφατου παρελθόντος). Κατά δεύτερον, είναι σημαντικό το γεγονός ότι η απεργία βρίσκεται στο επίκεντρο μιας βαθιάς διαδικασίας επαναπροσδιορισμού, οριζόμενη ολοένα και περισσότερο ως πολιτική, κοινωνική, μητροπολιτική, εφοδιαστική, γενικευμένη απεργία – ως ένα πεδίο δράσης που καθίσταται αποτελεσματικό ακριβώς όταν διαχέεται και διασπείρεται στα εδάφη, επειδή δεν αντλεί τη δύναμή του από την αναζήτηση μιας «σύνθεσης»  και μιας θεσμικής αντιπροσώπευσης προς ένα υποτιθέμενο πολιτικό κέντρο. Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, διότι το έδαφος δεν λειτουργεί πλέον με αυτόν τον τρόπο.

Όπως συμβαίνει εδώ και μερικά χρόνια, είναι πιθανό το φθινόπωρο του 2026 να ανοίξει μια νέα περίοδο ιστορικής επιτάχυνσης. Ζούμε σε μια εποχή χαοτική και βίαιη, αλλά και ενός ριζικού και συγκρουσιακού μετασχηματισμού που μπορεί να γεννήσει σπίθες, δυνατότητες και πρωτοφανείς ορίζοντες για διαδικασίες απελευθέρωσης. Με αυτή τη ματιά, ευχόμαστε αυτό το τεύχος του Teiko να προσφέρει μια μικρή συμβολή στη συλλογική σκέψη και μερικά ερεθίσματα για την πολιτική δράση.

Καλή ανάγνωση.