Του Alberto Pacheco Benites
Το παρόν άρθρο αλιεύτηκε από τον ιστότοπο Portolan, ενός εγχειρήματος συνέρευνας και παραγωγής θεωρητικής σκέψης, όπου και δημοσιεύτηκε στις 13 Οκτωβρίου 2026.

«Ένας μικροφασισμός πολλαπλασιάζεται στον ίδιο τον ιστό των κοινωνιών μας, εκδηλώνεται μέσα από τον ρατσισμό, την ξενοφοβία, την άνοδο του θρησκευτικού φονταμενταλισμού, τον μιλιταρισμό και την καταπίεση των γυναικών».
– Φελίξ Γκουαταρί, Προς μια επανίδρυση των κοινωνικών μηχανών
Στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ο Φελίξ Γκουαταρί προειδοποιούσε ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουμε συνθήματα όπως «Δεν θα περάσουν!» σε σχέση με τον φασισμό, καθώς, στην πραγματικότητα, αυτός «έχει ήδη περάσει».[1] Και αν πράγματι έχει κατορθώσει να διεισδύσει στις κοινωνίες μας, αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι ο φασισμός συνέχισε να διαχέεται από τις καπιταλιστικές κοινωνίες και να «διεισδύει σε κάθε διάκενο» των κοινωνικών σχέσεων και δυναμικών.
Η ιδέα αυτή διατυπώθηκε αρχικά σε ένα έργο που είχε κάποτε μεταφραστεί στα αγγλικά με τον τίτλο «Όλοι θέλουν να είναι φασίστες», μια διαπίστωση την οποία φαίνεται να βλέπουμε να επιβεβαιώνεται με ολοένα μεγαλύτερη συχνότητα, με κάθε νέο εκλογικό αποτέλεσμα ανά τον κόσμο, με πιο πρόσφατο εκείνο των προεδρικών εκλογών στη Βραζιλία. Υπό αυτή την έννοια, το παρόν κείμενο επιδιώκει να προσφέρει ένα ακόμη εργαλείο για να κατανοήσουμε γιατί αυτά τα αποτελέσματα δεν θα έπρεπε να μας προκαλούν καμία απολύτως έκπληξη· αντίθετα, θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι για την ολοένα βαθύτερη εδραίωσή τους.[2]
Καιρός να πάψουμε να εκπλησσόμαστε
Ο Φλάβιο Μπολσονάρο προκρίθηκε στον δεύτερο γύρο, αφού κατέλαβε την πρώτη θέση στην ψηφοφορία του πρώτου γύρου στη Βραζιλία. Και, υπό το πρίσμα αυτό, το χειρότερο πράγμα -ακόμη χειρότερο και από το ίδιο το αποτέλεσμα- είναι η έκπληξη που εκφράζουν διάφοροι κοινωνικοί και πολιτικοί χώροι. Ορισμένα μέσα ενημέρωσης, ειδικοί, τμήματα της ακαδημαϊκής κοινότητας και διάφορα τμήματα της κοινής γνώμης (ιδιαίτερα συναγωνιστές και συναγωνίστριες από τα κινήματα) φαίνεται να αντιδρούν με έκπληξη ή κατάπληξη.
Το πρόβλημα είναι ότι εδώ και αρκετά χρόνια εξακολουθούμε να εκπλησσόμαστε κάθε φορά με τον ίδιο τρόπο. Μας αιφνιδίασε -πριν από περίπου μία δεκαετία- ο σχεδόν ταυτόχρονος συνδυασμός του πρώτου Μπολσονάρο, του πρώτου Τραμπ και του Brexit. Στη συνέχεια, στη Λατινική Αμερική, μας αιφνιδίασε η κατάρρευση της διαδικασίας συνταγματικής μεταρρύθμισης στη Χιλή, μέσα από τα δημοψηφίσματα του 2022 και του 2023 (στον απόηχο της κοινωνικής εξέγερσης του 2019), όπως επίσης και η άνοδος του αναρχοκαπιταλιστή Μιλέι στην προεδρία της Αργεντινής το 2023, που αντιμετωπίστηκε ως μια «απροσδόκητη» εξέλιξη. Ακολούθησε μια σειρά νικών της σκληρής Δεξιάς: το 2025, η νίκη του Ροδρίγο Πας στη Βολιβία και εκείνη του Χοσέ Αντόνιο Καστ στη Χιλή. Τέλος, οι νίκες του Αμπελάρδο δε λα Εσπριέγια στην Κολομβία και η άνοδος ενός νέου κινήματος τύπου Φουχιμόρι στο Περού, αμφότερες το 2026.
Το πρόβλημα είναι ότι εξακολουθούμε να προσπαθούμε να εξηγήσουμε αυτές τις «δεξιές μετατοπίσεις» απλώς ως ένα παγκόσμιο γεωπολιτικό ή μακροπολιτικό φαινόμενο. Είναι σαν να δυσκολευόμαστε να εξηγήσουμε όσα έχουν συμβεί, πέρα από το να διακηρύσσουμε απλώς την ανάγκη να «αντλήσουμε διδάγματα» και να αναλωνόμαστε στην ιδέα μιας «κρίσης» της αντιπροσώπευσης ή της δημοκρατίας, καθώς και στο να αποδίδουμε ευθύνες στη δυσαρέσκεια, στον λαϊκισμό και στις ακραίες εκφάνσεις του – για να μην αναφέρουμε τις ξένες παρεμβάσεις στις εκλογικές διαδικασίες και έναν μακρύ κατάλογο άλλων παραγόντων. Παρότι όλοι αυτοί οι παράγοντες έχουν τη σημασία τους, απαιτείται μια βαθύτερη ερμηνευτική προσέγγιση, η οποία φαίνεται να απουσιάζει.
Στην πραγματικότητα, το πιο πρόσφατο αποτέλεσμα στη Βραζιλία, όπως και ολόκληρη αυτή η συσσώρευση ηττών, μπορούν να θεωρηθούν σχεδόν αναμενόμενα, αν αναλογιστούμε τι βρίσκεται στον πυρήνα αυτής της εδραίωσης: την υποκειμενικότητα των ψηφοφόρων. Υπό αυτή την έννοια, το επιχείρημα που διατυπώνεται εδώ είναι ότι, εάν ο φασισμός «έχει ήδη περάσει», αυτό συνέβη μέσα από μια διαδικασία παραγωγής υποκειμενικότητας που εκτείνεται σε πενήντα χρόνια νεοφιλελευθερισμού, στην οποία προστέθηκαν τριάντα χρόνια ψηφιακής επιτάχυνσης. Ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά, ο τρόπος με τον οποίο αυτή η τάση «εκφασισμού» έχει διαποτίσει τις καπιταλιστικές κοινωνίες αφορά επίσης τις υποκειμενικότητες που έχουν παραχθεί από αυτή τη μορφή καπιταλιστικής κυβερνητικότητας, καθώς και από την επιτάχυνση αυτής της τεχνολογίας. Πράγματι, αν προσέξουμε τα στοιχεία ή τις διαστάσεις αυτής της νεοφιλελεύθερης-ψηφιακής υποκειμενικότητας, η σημερινή κατάσταση γίνεται κατανοητή, αν όχι σχεδόν αυτονόητη.
Ο πρώτος Κόνδορας και ο νεοφιλελευθερισμός
Θα πρέπει να ξεκινήσουμε αναγνωρίζοντας ότι αυτό που παρακολουθούμε σε παγκόσμια κλίμακα είναι μια νέα επιτάχυνση της κυβερνητικότητας του καπιταλισμού, η οποία φαίνεται να αντικαθιστά τη νεοφιλελεύθερη φάση. Αυτή η νέα φάση είναι σκληρότερη και σκοτεινότερη από όσα έχουμε βιώσει τις τελευταίες δεκαετίες, και έχουμε διαμορφώσει μια ολόκληρη σειρά όρων και εννοιολογικών κατηγοριών για να την περιγράψουμε («αυταρχικός νεοφιλελευθερισμός», «εναλλακτική Δεξιά», «ανελεύθερη δημοκρατία», «μεταφασισμός», «Ακροδεξιά ή φασισμός 2.0», «ύστερος φασισμός» και απλώς «φασισμός», μεταξύ πολλών άλλων όρων). Σε κάθε περίπτωση, πρόκειται για μια περίοδο κατά την οποία η βία εκδηλώνεται πιο απροκάλυπτα και η σκληρότητα επιδεικνύεται πιο ρητά, σε σύγκριση με τον νεοφιλελευθερισμό που επεκτεινόταν σε παγκόσμια κλίμακα και χαρακτήριζε τη «μονοπολική στιγμή» μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου.
Υπό αυτή την έννοια, αξίζει να επισημάνουμε την ιδέα που διατύπωσαν οι Αλιέζ και Λατσαράτο, σύμφωνα με την οποία κάθε νέα επιτάχυνση του καπιταλισμού συνεπάγεται έναν «πόλεμο υποδούλωσης» ή έναν «πόλεμο κατάκτησης», ο οποίος λειτουργεί ως ένα είδος διαρκούς ανανέωσης αυτού που, με τους όρους του Μαρξ, συνιστούσε την «πρωταρχική συσσώρευση». Αυτή η επαναλαμβανόμενη θεμελιωτική βία, αφενός, θέτει τις βάσεις για τη συγκρότηση των «τάξεων» (εγκαθιδρύοντας τη διάκριση ανάμεσα σε νικητές και ηττημένους στο εσωτερικό της κοινωνίας) και, αφετέρου, συνεπάγεται έναν επακόλουθο «υποκειμενικό μετασχηματισμό» · και οι δύο διαδικασίες είναι αναγκαίες για κάθε νέα αναδιάταξη του καπιταλισμού.[3]
Πράγματι, η νεοφιλελεύθερη εποχή το καταδεικνύει με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο, καθώς, στις αρχές της δεκαετίας του 1970, ήταν επίσης στη Λατινική Αμερική που εκδηλώθηκε η θεμελιωτική βία του νεοφιλελευθερισμού, μέσω της (πρώτης) Επιχείρησης Κόνδορας. Εκείνος ο εμφύλιος πόλεμος, με την υποστήριξη των Ηνωμένων Πολιτειών, στον οποίο η κρατική τρομοκρατία αποτέλεσε την κατεξοχήν μέθοδο, άνοιξε τον δρόμο για το οικονομικό πείραμα των «Παιδιών του Σικάγου» στη Χιλή. Ήταν, αν θέλετε, η πρώτη περίπτωση «εφαρμοσμένου νεοφιλελευθερισμού».
Έτσι, για εμάς τους Λατινοαμερικανούς, ο νεοφιλελευθερισμός έφτασε συνοδευόμενος από εξαφανίσεις, βασανιστήρια, βιασμούς και δολοφονίες, ανάμεσα σε σωρούς πτωμάτων φοιτητών, αγωνιστών και πολιτικών ακτιβιστών από ολόκληρη την ήπειρο. Όλα αυτά συνέβησαν αρκετά χρόνια πριν το μοντέλο νομιμοποιηθεί μέσα από «δημοκρατικές» διαδικασίες, με την εκλογή του Ρίγκαν και της Θάτσερ, εγκαινιάζοντας εκείνον τον «μαχητικό νεοφιλελευθερισμό», για να χρησιμοποιήσουμε τον όρο του Γουίλιαμ Ντέιβις.[4]
Με άλλα λόγια, χωρίς τις δικτατορίες που κατέκλυσαν την ήπειρο, δεν θα υπήρχε χώρος για τις υποκειμενικότητες του «επιχειρηματία του εαυτού» (Φουκώ) ή του homo debitor, του «χρεωμένου ανθρώπου» (Λατσαράτο). Για τον σκοπό αυτό, όπως επισημαίνει ο τελευταίος συγγραφέας, ήταν αναγκαίο ο καπιταλισμός να εξαλείψει την επαναστατική υποκειμενικότητα που είχε ριζώσει στην ήπειρο μετά τον θρίαμβο της Κουβανικής Επανάστασης και η οποία εκφράστηκε μέσα από την ανάδυση διαφορετικών πολιτικών κινημάτων -τόσο ένοπλων όσο και κινημάτων που δρούσαν εντός του πολιτικού συστήματος- σε ολόκληρη την ήπειρο κατά τις δεκαετίες του 1960 και του 1970. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι ο εμφύλιος πόλεμος του Πρώτου Σχεδίου Κόνδορας αποτέλεσε το σημείο επιτάχυνσης αυτού του «υποκειμενικού μετασχηματισμού» που συντελέστηκε κατά τα τελευταία πενήντα χρόνια.
Από τον Πρώτο στον Δεύτερο Κόνδορα
Έτσι, η προηγούμενη επιτάχυνση της κυβερνητικότητας (ο νεοφιλελευθερισμός) απαιτούσε στρατιωτικά πραξικοπήματα, άρματα μάχης και στρατούς που καταλάμβαναν κυβερνητικά κτίρια, προκειμένου -έπειτα από μερικά χρόνια- να εξασφαλίσει τη νομιμοποίησή της μέσω της κάλπης. Σήμερα, ωστόσο, εν μέσω ενός «παγκόσμιου καθεστώτος πολέμου» και με την απροκάλυπτη επίδειξη της σκληρότητας να αποτελεί τον κανόνα, η στιγμή του εκφασισμού βρίσκει το αντίστοιχό της σε διάφορες εκλογικές διαδικασίες, χάρη σε ψηφοφόρους που την επιλέγουν ως τέτοια εξαρχής. Δεν απαιτούνται πλέον χρόνια δουλειάς για να διαμορφωθεί μια υποκειμενικότητα που συντονίζεται με αυτή τη συγκεκριμένη αντίληψη του πολιτικού. Το βλέπουμε να συμβαίνει σε πραγματικό χρόνο. Σήμερα, οι φασιστικές πολιτικές δυνάμεις αναδεικνύονται μέσα από την κάλπη.
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι, με την ήττα των κομματικών και θεσμικών μορφών του φασισμού που συγκροτούσαν τον Άξονα, το 1945, οι δυνάμεις που τροφοδοτούσαν τον φασισμό ως πολιτική δύναμη δεν έπαψαν επ’ ουδενί να δρουν. Για να το διατυπώσουμε για άλλη μια φορά με τα λόγια του Γκουαταρί, έχουν ήδη περάσει, καθώς ο φασισμός «μοιάζει να έρχεται απ’ έξω, αλλά βρίσκει το καύσιμό του μέσα στις καρδιές μας».[5] Κάτι ανάλογο συναντάμε στην πασίγνωστη πλέον διατύπωση του Φουκώ, όταν παρατηρεί ότι υπάρχει ένας φασισμός που κατοικεί μέσα σε όλους μας – ο φασισμός «που φωλιάζει μέσα στα κεφάλια μας», που μας κάνει να αγαπάμε την εξουσία και να επιθυμούμε την ίδια μας την εκμετάλλευση και υποδούλωση.[6] Είναι αυτός ο «μικροφασισμός», αν θέλετε, που εξετάζεται εδώ, προκειμένου να προσεγγίσουμε τις εκλογικές τάσεις στη Λατινική Αμερική και σε ολόκληρο τον κόσμο, οι οποίες εδραιώνουν τις νεοαντιδραστικές δυνάμεις.
Με άλλα λόγια, ο τρόπος με τον οποίο οι δυναμικές που τείνουν προς τον φασισμό καταφέρνουν σήμερα να αποκτούν εκλογική νομιμοποίηση οφείλεται εν μέρει στην υποκειμενικότητα που έχει παραχθεί από πενήντα χρόνια νεοφιλελεύθερης κυβερνητικότητας και τριάντα χρόνια ψηφιακής επιτάχυνσης. Στη συγκεκριμένη περίπτωση της Βραζιλίας, το έργο του Ροντρίγκο Νούνες -ιδιαίτερα όσον αφορά τον πρώιμο μπολσοναρισμό- αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμο για την κατανόηση αυτών των στοιχείων, όταν εξετάζει την κεντρική σημασία πτυχών όπως η εσωτερίκευση από το άτομο της ιδέας του «επιχειρηματία του εαυτού» ή όταν αναδεικνύει ζητήματα όπως η ενοχή, η ντροπή και η ατομική αποτυχία. Αντίστοιχα, όταν προσδιορίζει τη συναισθηματική αποσύνδεση της διαδικτυακής ζωής ως σύστοιχο αυτής της διολίσθησης, σκιαγραφεί, με αφετηρία αυτή τη διαπίστωση, μια εικόνα της αποτελεσματικότητας του πρώιμου μπολσοναρισμού σε διάφορα τμήματα της βραζιλιάνικης κοινωνίας.[7] Υπό αυτή την έννοια, η διαφορά σε σχέση με αυτό που παρουσιάζεται εδώ ως «νεοφιλελεύθερη-ψηφιακή υποκειμενικότητα» έγκειται ενδεχομένως στο ότι η δική μας έννοια θεμελιώνεται σε ένα διαφορετικό εννοιολογικό πλαίσιο και αναφέρεται επίσης σε ορισμένες πολύ συγκεκριμένες πτυχές του ψηφιακού μετασχηματισμού (και της μεταβολής της ίδιας της αξίας της πληροφορίας).
Επιπλέον, είναι σημαντικό να επισημάνουμε ότι εδώ δίνουμε έμφαση και στις δύο διαστάσεις (τη νεοφιλελεύθερη και την ψηφιακή), καθώς, παρότι διάφοροι συγγραφείς έχουν αρχίσει πρόσφατα να εστιάζουν στις επιπτώσεις των υποκειμενικοτήτων που παράγονται από τον νεοφιλελευθερισμό ως μία από τις διαστάσεις της εν εξελίξει εδραίωσης των νεοαντιδραστικών δυνάμεων, η έμφαση τείνει να δίνεται στις οικονομικές επιπτώσεις ως τρόπου ζωής (ανταγωνισμός, επισφαλειοποίηση, χρηματιστικοποίηση κ.λπ.).[8] Ωστόσο, έτσι παραβλέπονται οι ανθρωπολογικοί μετασχηματισμοί του ψηφιακού «πληροφοριακού καθεστώτος» και ο τρόπος με τον οποίο αυτό μετασχηματίζει τις διαδικασίες αφαίρεσης και σκέψης, στο πλαίσιο μιας λογικής και μιας ορθολογικότητας της αμεσότητας και της πρωτοκαθεδρίας του θυμικού και της επενέργειας (affect/effect), χωρίς τις οποίες αυτές οι πολιτικές μορφές με φασιστικά χαρακτηριστικά δεν θα μπορούσαν να έχουν εδραιωθεί σε τόσο μεγάλη έκταση.[9]
Με άλλα λόγια, αυτό που προτείνεται εδώ ως διακριτικό γνώρισμα της εποχής μας είναι ότι η «νεοφιλελεύθερη-ψηφιακή υποκειμενικότητα» (μια «πρωτοφασιστική υποκειμενικότητα», αν θέλετε) όχι μόνο παράγεται εδώ και δεκαετίες, αλλά συνιστά επίσης μια διάσταση που συμβάλλει στην εξήγηση της απήχησης και της «δημοκρατικής» εκλογικής νομιμοποίησης της νέας επιτάχυνσης των διαδικασιών εκφασισμού. Αυτό δεν σημαίνει ότι η συγκεκριμένη προσέγγιση υπερβαίνει ή υποκαθιστά την ανάλυση των ιδιαίτερων εθνικών συνθηκών και των γεωπολιτικών συσχετισμών, αλλά ότι αποτελεί αναγκαίο στοιχείο για να κατανοήσουμε πώς αυτή η αντιδραστική επιτάχυνση επιτυγχάνει εκλογικές νίκες, ενώ ταυτόχρονα εξαπολύει τη θεμελιωτική της βία, η οποία εκδηλώνεται σε διάφορα πολεμικά μέτωπα και μέσα από την ολοένα πιο πολεμοχαρή στάση των κρατών.[10]
Αυτό θα μπορούσε να συμβάλει στην εξήγηση ή, τουλάχιστον, να προσφέρει ένα ακόμη σημείο αναφοράς για την κατανόηση αυτών των μετατοπίσεων ανά τον κόσμο προς όφελος όσων προωθεί η «Νεοαντιδραστική Διεθνής», καθώς και ολόκληρης της στροφής της Λατινικής Αμερικής προς την πιο άγρια πλευρά της αβύσσου. Δεν πρέπει, επομένως, να παραβλέπουμε το γεγονός ότι η σημερινή εδραίωση του νεοαντιδραστικού κινήματος απαιτεί εκλογικές νίκες. Με άλλα λόγια, εξακολουθεί να στηρίζεται στην κάλπη και στη βούληση πλειοψηφιών που συντονίζονται ολοένα περισσότερο με όσα προτείνουν αυτές οι δυνάμεις. Για άλλη μια φορά, πρόκειται για την υποκειμενικότητα που έχει παραχθεί και η οποία συντονίζεται με εκείνον τον οικονομικό δαρβινισμό που χαρακτηρίζει την ανεξέλεγκτη «χρηματοπιστωτική ελευθερία» και τη «νεκροοικονομία» του αλυσοπρίονου, την οποία ο Μιλέι εξάγει στον κόσμο ως μορφή παγκόσμιας διακυβέρνησης. Είναι αυτή η έλλειψη ενσυναίσθησης και ο εγωισμός της επιβίωσης που συντονίζονται με τους κυρίαρχους λόγους περί αξιοκρατίας και με την αντίληψη ότι «οι φτωχοί είναι φτωχοί επειδή το επιλέγουν». Είναι επίσης η υποκειμενικότητα που αποσυνδέεται μέσω της υπερσυνδεσιμότητας, όπου η λογική της αμεσότητας και του κορεσμού προκρίνει μια διαρκή προσήλωση στο παρόν, η οποία μας απομακρύνει από όσα κάποτε ήταν ζωτικής σημασίας για την πολιτική ως πρακτική.
Σε αυτή τη συνάρθρωση θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε έναν ακόμη παράγοντα για την εξήγηση όσων συμβαίνουν. Πέντε δεκαετίες ανεξέλεγκτου νεοφιλελευθερισμού, που διεξάγει ανοιχτό πόλεμο ενάντια σε όλους τους κοινωνικούς δεσμούς, έχουν αφήσει το αποτύπωμά τους· το ίδιο ισχύει και για τρεις δεκαετίες κορεσμού και υπερδιόγκωσης των λογικών και των τρόπων σκέψης που διέπονται από την πληροφορία. Στην περίπτωση της Λατινικής Αμερικής, σε όλα αυτά έρχονται να προστεθούν διακόσια χρόνια ύπαρξης δημοκρατιών που συγκροτήθηκαν πάνω σε στρεβλές βάσεις, από και για τις ελίτ και προς εξυπηρέτηση των συμφερόντων τους, κατά την περίοδο της ανεξαρτησίας. Σε αυτό το ιστορικό υπόβαθρο προστίθενται, με τη σειρά τους, πεντακόσια χρόνια βαθιάς κοινωνικής διαίρεσης, με ρατσιστικά και ταξικά χαρακτηριστικά, η οποία έχει τις ρίζες της στην εισβολή και τη γενοκτονία του 16ου αιώνα. Πρόκειται για έναν συνδυασμό ιστορικών διαδικασιών μέσα από τον οποίο η αποικιακή δυναμική εξακολουθεί να ενσαρκώνεται στην καθημερινή ζωή, ανοίγοντας τον δρόμο για τις σύγχρονες μορφές επιτάχυνσης της κυβερνητικότητας που χαρακτηρίζονται από φασιστικές τάσεις.
Το γεωπολιτικό ζήτημα: ένας νέος Κόνδορας ανοίγει τα φτερά του
Όλα αυτά διαδραματίζονται, επιπλέον, σε μια ταραχώδη γεωπολιτική συγκυρία. Ζούμε σε ένα πλαίσιο όπου οι Ηνωμένες Πολιτείες, μέσα στον ιμπεριαλιστικό τους ζήλο, διεκδικούν την αμερικανική ήπειρο ως δική τους σφαίρα επιρροής και όπου το «Δόγμα Ντονρόε» (Donroe Doctrine) της Στρατηγικής Εθνικής Ασφάλειας, που δημοσιεύτηκε τον Νοέμβριο του 2025, θυμίζει έντονα στους Λατινοαμερικανούς ένα «Σχέδιο Κόνδορας 2.0». Σε τελική ανάλυση, ο επιθετικός και ανεξέλεγκτος τραμπισμός έχει βρει τη δική του φόρμουλα για έναν ανανεωμένο παρεμβατισμό και ιμπεριαλισμό. Έτσι, η αντιδραστική συμμαχία υπό την ηγεσία του Τραμπ, με την ονομασία «Ασπίδα της Αμερικής» (Shield of the Americas), αναδύεται ως προκεχωρημένο φυλάκιο στη γεωστρατηγική του αντιπαράθεση με την Κίνα, στην οποία η Λατινική Αμερική θα αποτελέσει κρίσιμο πεδίο σύγκρουσης. Υπό αυτή την έννοια, η προέλαση του μπολσοναρισμού αντιπροσωπεύει μια στρατηγική νίκη υψίστης σημασίας για το καθεστώς Τραμπ.
Η σκιά ενός νέου Κόνδορα πλανάται, επομένως, πάνω από τη Λατινική Αμερική. Και αυτή τη φορά, η εμφάνισή του στηρίζεται στην υποστήριξη μιας εκλογικής πλειοψηφίας, η οποία επιλέγει πολιτικές δυνάμεις που συμβάλλουν στη θεσμική του εδραίωση. Ωστόσο, η ιστορική αυτή συνέχεια δεν εξαντλείται σε μια απλή αναλογία, στην ιδέα ότι η ιστορία επαναλαμβάνεται. Αντίθετα, υπάρχει μια ουσιαστική σύνδεση ανάμεσα στον εμφύλιο πόλεμο που εγκαινίασε τον «Πρώτο Κόνδορα» και στον μετασχηματισμό της υποκειμενικότητας που αυτός κατέστησε δυνατό. Η ίδια ιστορική διαδικασία φτάνει μέχρι την ανάδυση του «Δεύτερου Κόνδορα», αυτή τη φορά μέσω εκλογικών αποτελεσμάτων που κατέστησαν εφικτά οι μεταβολές στην υποκειμενικότητα που είχαν ήδη συντελεστεί.
Έτσι, η Βραζιλία -η μόνη χώρα που έχει λειτουργήσει ως αντίβαρο στις Ηνωμένες Πολιτείες στην περιοχή- ενδέχεται κάλλιστα να προστεθεί στις υπόλοιπες χώρες των οποίων οι δημοκρατικά εκλεγμένες κυβερνήσεις έχουν καταλήξει να υποτάσσονται στην αντιδραστική διολίσθηση που ενσαρκώνει ο τραμπισμός. Και, βεβαίως, αυτό έχει ζωτική σημασία για το καθεστώς του Λευκού Οίκου, το οποίο δεν χρειάζεται πλέον να επιδεικνύει αυτοσυγκράτηση ούτε να προσποιείται ότι μετριάζει την ιμπεριαλιστική του βαρβαρότητα, όπως συνέβαινε την εποχή της μονοπολικής παγκοσμιοποίησης. Σήμερα, οι δυνάμεις της νεοαντιδραστικής τάσης αισθάνονται ισχυρότερες από ποτέ σε αυτό που θεωρούν «δικό τους» ημισφαίριο. Αρκεί να σκεφτούμε την εισβολή του καθεστώτος στη Βενεζουέλα και την απαγωγή του προέδρου της -ή μήπως θα έπρεπε να πούμε την αρπαγή του πετρελαίου της;- καθώς και τις παράνομες δολοφονίες μελών πληρωμάτων στην Καραϊβική Θάλασσα (ακόμη κι αν μετέφεραν ναρκωτικά). Θα μπορούσαμε, λοιπόν, να πούμε ότι, ακόμη κι όταν οι Ηνωμένες Πολιτείες βρίσκονται αντιμέτωπες με μια αναμφισβήτητη κρίση της παγκόσμιας ηγεμονίας τους και υφίστανται ανατροπές -ή ακόμη και ήττες- στα διάφορα μέτωπα των πολέμων στους οποίους εμπλέκονται (Ιράν, Ουκρανία, Κίνα), εξακολουθούν να έχουν τη δυνατότητα να «επιδεικνύουν την ισχύ τους» απέναντι σε μια υποταγμένη Λατινική Αμερική, στην οποία ενδέχεται πλέον να προστεθεί και η Βραζιλία, διευρύνοντας τον κύκλο των υποτελών τους. Και όλα αυτά, ας μην το ξεχνάμε, με τη λαϊκή ψήφο.
Εν ολίγοις, το πολιτικό τοπίο της Λατινικής Αμερικής μοιάζει, κατά κάποιον τρόπο, να προαναγγέλλει μία από τις πιθανές εκδοχές του μέλλοντος. Κι αυτό γιατί η φαινομενική αποσύνθεση της Νεωτερικότητας, την οποία ακόμη και η ίδια η «Δύση» φαίνεται να αντιμετωπίζει με έκπληξη -ή αδυνατώντας να κατανοήσει πλήρως όσα συμβαίνουν-, αποτελεί για εμάς, στη Λατινική Αμερική, μια ιστορικά οικεία πραγματικότητα. Εκείνο που για τον υπόλοιπο κόσμο εμφανίζεται ως το «τέλος των αξιών» της Νεωτερικότητας υπήρξε, για εμάς, η μόνη πραγματικότητα που γνωρίσαμε. Καλώς ήρθατε στη λατινοαμερικανοποίηση της παγκόσμιας πολιτικής. Υπό αυτό το πρίσμα, ίσως αξίζει να ανακαλέσουμε δύο στίχους του Περουβιανού ποιητή Σέσαρ Βαγιέχο, ο οποίος μας υπενθυμίζει πως «ο πόνος μεγαλώνει στον κόσμο κάθε στιγμή, μεγαλώνει τριάντα λεπτά το δευτερόλεπτο», για να καταλήξει: «Ω, δυστυχώς, άνθρωποι, αδέλφια, υπάρχουν τόσα πολλά ακόμη να γίνουν».
Ρεν, 5 Οκτωβρίου 2026
Σημειώσεις
1. Η αναφορά παραπέμπει στο κλασικό σύνθημα του Ισπανικού Εμφυλίου Πολέμου ενάντια στον φασισμό: «¡No pasarán!» («Δεν θα περάσουν!»). Félix GUATTARI, «Η μικροπολιτική του φασισμού» (The Micro-Politics of Fascism), στο: Μοριακή επανάσταση: Ψυχιατρική και πολιτική (Molecular Revolution: Psychiatry and Politics), Harmondsworth: Penguin, 1984, σ. 229.
2. Το παρόν κείμενο παρουσιάζει τις βασικές θέσεις ενός βιβλίου του συγγραφέα που πρόκειται να κυκλοφορήσει στις αρχές του 2027. Μια κάπως εκτενέστερη παρουσίαση αυτών των θέσεων μπορεί να βρεθεί στο δοκίμιο «Για μια πολιτική του τέλους. Σχετικά με την πρωτοφασιστική υποκειμενικότητα και τη στρατηγική σκέψη» (For a Politics of the End. On Proto-Fascist Subjectivity and Strategic Thinking), στο περιοδικό Aula y Ciencia, τχ. 21, Λίμα: Πανεπιστήμιο Ricardo Palma, σ. 197–228. Μια ανέκδοτη αγγλική μετάφρασή του είναι διαθέσιμη στη διεύθυνση: https://hal.science/hal-05753666. Από το δοκίμιο αυτό αντλούνται ορισμένες από τις ιδέες που αναπτύσσονται εδώ.
3. Βλ. Éric ALLIEZ και Maurizio LAZZARATO, Πόλεμοι και Κεφάλαιο (Wars and Capital), Λος Άντζελες: Semiotext(e), 2018· επίσης: Maurizio LAZZARATO, Πόλεμος ή επανάσταση. Γιατί η ειρήνη δεν αποτελεί εναλλακτική (Guerra o revolución. Porque la paz no es una alternativa), Μπουένος Άιρες: Tinta Limón, 2022.
4. William DAVIES, «Ο νέος νεοφιλελευθερισμός» (The New Neoliberalism), στο: New Left Review, τχ. 101, Σεπτέμβριος–Οκτώβριος 2016. Διαθέσιμο στο: https://newleftreview.org.
5. Félix GUATTARI, «Η μικροπολιτική του φασισμού» (The Micro-Politics of Fascism), ό.π., σ. 229.
6. Η φράση εμφανίζεται στον πρόλογο της αγγλικής έκδοσης του Αντι-Οιδίποδα, όπου επισημαίνεται ότι ο «στρατηγικός αντίπαλος» του βιβλίου είναι ο φασισμός, αλλά συγκεκριμένα όχι ο ιστορικός φασισμός. Michel FOUCAULT, «Πρόλογος» (Preface), στο: Gilles DELEUZE και Félix GUATTARI, Ο Αντι-Οιδίποδας. Καπιταλισμός και σχιζοφρένεια (Anti-Oedipus. Capitalism and Schizophrenia), Μινεάπολη: University of Minnesota Press, 1983, σ. XIII.
7. Rodrigo NUNES, Μπολσοναρισμός και παγκόσμια Ακροδεξιά. Μια γραμματική της αποσύνθεσης (Bolsonarismo y extrema derecha global. Una gramática de la desintegración), Μπουένος Άιρες: Tinta Limón, 2024, σ. 96 και 85.
8. Βλ., για παράδειγμα, τα ακόλουθα βιβλία: Pablo STEFANONI, Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον κόσμο (Un fantasma recorre el mundo), Μπουένος Άιρες: Siglo XXI, 2006· και Jaron ROWAN, Ένα τέρας που ονομάζεται Εγώ (Un monstruo llamado Yo), Μαδρίτη: Traficantes de Sueños, 2026.
9. Σχετικά με την έννοια του «πληροφοριακού καθεστώτος» και την πρωτοκαθεδρία του του θυμικού/της επενέργειας (affect/effect), βλ. το βιβλίο: Alberto PACHECO BENITES, Μεταλλάξεις του πληροφοριακού μας καθεστώτος (Mutaciones de nuestro Régimen informacional), Λίμα: UCAL, 2018.
10. Μια λεπτομερής μελέτη των διαστάσεων αυτής της νεοφιλελεύθερης-ψηφιακής υποκειμενικότητας, καθώς και του συντονισμού της με τις νεοαντιδραστικές τάσεις, αποτελεί τη βάση του υπό έκδοση βιβλίου που αναφέρθηκε παραπάνω. Το βιβλίο αυτό προέρχεται, με τη σειρά του, από τη διδακτορική έρευνα του συγγραφέα του παρόντος κειμένου, η οποία πραγματοποιήθηκε στη Γαλλία, στο Πανεπιστήμιο Paris VIII, με τίτλο: «Επισφαλής, εκστασιασμένη και καταθλιπτική: Σχετικά με τη νεοφιλελεύθερη-ψηφιακή υποκειμενικότητα» (Precarious, Ecstasized and Depressed: On Neoliberal-Digital Subjectivity).