Το παρόν άρθρο αποτελεί την εισήγηση του Elia Zaru[1] στο συνέδριο «Ο Negri πέρα από τον Negri (II) που έλαβε χώρα στο Πανεπιστήμιο του Σαλέρνο, 18–19 Ιουνίου 2026. Πρόφατα κυκλοφόρησε το βιβλίο του Elia Zaru Από το Εργοστάσιο στον Κόσμο: Ο Παγκόσμιος Μαρξισμός του Αντόνιο Νέγκρι, από τον εκδοτικό οίκο Brill, αποτελώντας μέρος της σειράς Historical Materialism Book Series, η οποία φιλοξενεί μερικές από τις πιο επίκαιρες μελέτες της σύγχρονης μαρξιστικής θεωρίας.

Το Από το Εργοστάσιο στον Κόσμο [From the Factory to the World] προσφέρει μια ιστορική και θεωρητική ανασυγκρότηση-ορόσημο του πολιτικού στοχασμού του Αντόνιο Νέγκρι, από τον ιταλικό εργατισμό [Operaismo] των δεκαετιών του 1960 και 1970 έως την παγκόσμια επιρροή του μέσω της Αυτοκρατορίας [Empire] (2000), και μέχρι τον θάνατό του το 2023. Το βιβλίο αναδεικνύει την επιστημονική συνέχεια του Νέγκρι, δείχνοντας πώς επέκτεινε τα κεντρικά δόγματα του εργατισμού –όπως την αυτονομία της εργατικής τάξης και την «κοπερνίκεια επανάσταση» του Τρόντι– πέρα από το φορντικό εργοστάσιο, σε έναν «παγκόσμιο μαρξισμό» για το παρόν. Επιστρατεύοντας μια μεθοδολογία στο σημείο τομής της ιστορίας του πολιτικού στοχασμού και της ιστορίας των ιδεών [intellectual history], το έργο αποσαφηνίζει τις ιδέες και τις καινοτομίες του Νέγκρι, αναμετράται με τις κυριότερες κριτικές και διαφοροποιεί την προσέγγισή του από τον δυτικό μαρξισμό, τον μεταμαρξισμό και τον νεομαρξισμό, αποτιμώντας τη συμβολή της στην κριτική θεωρία και τα κοινωνικά κινήματα. (Από το οπισθόφυλλο)
***
Καταρχάς, ένα ευχαριστώ σε όσους διοργάνωσαν αυτή τη δεύτερη συνάντηση, μετά από εκείνη του Παρισιού πέρυσι, η οποία μας επιτρέπει να συνεχίσουμε μια συζήτηση που πιστεύω και ελπίζω ότι θα μπορέσει να συνεχιστεί για πολύ ακόμα. Στην παρέμβασή μου θα προτείνω με έναν πολύ συνοπτικό και σχηματικό τρόπο, μέρος των συμπερασμάτων ενός βιβλίου, το οποίο έχει για μένα μεγάλη σημασία, και το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τον εκδοτικό οίκο Brill με τίτλο From the Factory to the World. The Global Marxism of Antonio Negri (Από το Εργοστάσιο στον Κόσμο. Ο Παγκόσμιος Μαρξισμός του Αντόνιο Νέγκρι). Το «Πέρα από τον Νέγκρι» σηματοδοτεί παράλληλα την απαρχή μιας διαδικασίας ιστορικοποίησης· όχι, βέβαια, για να καθηλωθεί μια σκέψη, αλλά αντιθέτως για να παραμείνει ζωντανή και να ενεργοποιηθεί η εσωτερική της δυναμική. Στον χρόνο που έχω στη διάθεσή μου, θα επιχειρήσω να εξηγήσω τι εννοώ με τον όρο «παγκόσμιος μαρξισμός» και γιατί η εφαρμογή αυτής της αναλυτικής κατηγορίας στο έργο του Νέγκρι επιτρέπει να αναδειχθεί, μέσα από μια συνολική προοπτική, η πρωτοτυπία και η ριζοσπαστικότητα του στοχασμού του.
Για να το πράξω αυτό, εκκινώ από το 1976, έτος κατά το οποίο ο Πέρι Άντερσον δημοσιεύει το έργο του Στοχασμοί για τον Δυτικό Μαρξισμό (Considerations on Western Marxism). Εδώ ο Άντερσον διακρίνει τον «κλασικό» από τον «δυτικό» μαρξισμό. Τα ονόματα του πρώτου εκτείνονται από τους Μαρξ και Ένγκελς έως τους Λένιν, Λούξεμπουργκ και Τρότσκι· στον δεύτερο, εντάσσονται οι μαρξιστές που εκτείνονται από τον Λούκατς έως τον Αντόρνο, και από τον Κορς έως τον Κολέτι. Η διαφορά μεταξύ αυτών των δύο ρευμάτων μαρξισμού είναι ριζική. Ο κλασικός μαρξισμός θεμελιωνόταν σε έναν στενό τριγωνισμό μεταξύ οικονομίας, πολιτικής και φιλοσοφίας: η οικονομική επιστήμη, η στρατηγική θεωρία και η πολιτική οργάνωση ήταν στενά συνδεδεμένες, συγκροτώντας μια στρατευμένη γνώση, οργανικά συνυφασμένη με την πρακτική του εργατικού κινήματος. Αντίθετα, ο δυτικός μαρξισμός γεννιέται, σύμφωνα με τον Άντερσον, από την ήττα του εργατικού κινήματος απέναντι στον ναζι-φασισμό, και από τη ρήξη της οργανικής ενότητας θεωρίας και πολιτικής πράξης η οποία, αντίθετα, λειτουργούσε μέχρι την Οκτωβριανή Επανάσταση. Μπροστά στην άνοδο του ναζι-φασισμού, την καταστολή του εργατικού κινήματος και τη σταδιακή ενσωμάτωση και σταθεροποίηση του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής -αυτή είναι η θέση του Άντερσον- οι «δυτικοί μαρξιστές» υποχωρούν προοδευτικά στο πεδίο της φιλοσοφίας, εγκαταλείποντας το έδαφος της οικονομίας και της πολιτικής στρατηγικής. Από εδώ προκύπτει η περίφημη εικόνα ενός μαρξισμού που διαγράφει μια πορεία αντίστροφη από εκείνη του Μαρξ: αν ο Μαρξ είχε κινηθεί από τη φιλοσοφία προς την πολιτική και στη συνέχεια προς την οικονομία, οι «δυτικοί μαρξιστές», από τη δεκαετία του 1930 και εξής, επιστρέφουν από την οικονομία και την πολιτική στη φιλοσοφία, και το πράττουν χάνοντας τον δεσμό τους με την ταξική πάλη.
Δεν με ενδιαφέρει, εδώ, να μπω στην ουσία αυτής της κατηγοριοποίησης, η οποία βέβαια έχει κάποια όρια. Με ενδιαφέρει, αντίθετα, το γεγονός ότι η κατηγορία του «δυτικού μαρξισμού» είχε ευρεία κυκλοφορία και έγινε κοινή χρήση. Το 1984, με αφορμή μια νέα έκδοση του βιβλίου, ο Άντερσον πρόσθεσε έναν πρόλογο στον οποίο, πέρα από το να επαναλάβει την ουσία της θέσης του, σκιαγραφούσε τρεις θεωρητικούς κόμβους οι οποίοι, κατά τη γνώμη του, παρέμεναν ανοιχτοί και άξιζαν να απασχολήσουν την ατζέντα του μαρξισμού για να εργαστεί κανείς «με τον Μαρξ πέρα από τον Μαρξ»: 1) το ζήτημα του Κράτους και η φύση του καπιταλιστικού Κράτους, 2) η παγκόσμια ενοποίηση του κεφαλαίου, 3) η θεωρία της αξίας. Ο Άντερσον πρόσθετε επίσης, εν παρόδω (en passant), το πρόβλημα της δημοκρατίας υπό τη λενινιστική προοπτική. Αυτά, κατέληγε ο Άντερσον, αντιπροσωπεύουν «τα μεγάλα ανεπίλυτα προβλήματα του μαρξισμού» και επομένως θα έπρεπε να υπαγορεύουν την ατζέντα του σήμερα.
Το να διαβάσει κανείς την εξέλιξη της σκέψης του Νέγκρι υπό το πρίσμα αυτών των σκέψεων του Άντερσον βοηθά, πιστεύω, να συλλάβει την πρωτοτυπία, τη ριζοσπαστικότητα και τη σημασία του στοχασμού του. Ο Νέγκρι, σε τελευταία ανάλυση, αντιμετωπίζει ήδη από τη δεκαετία του ’60 όλα τα προβλήματα στα οποία ο Άντερσον καλούσε να στρέψουμε το βλέμμα μας τη δεκαετία του ’80. Το ζήτημα του Κράτους και της κυριαρχίας είναι ένα κόκκινο νήμα που συνδέει τους στοχασμούς των δεκαετιών του ’60 και του ’70 -που κορυφώθηκαν στο έργο Η μορφή Κράτος (La forma Stato)- με εκείνους των δεκαετιών του ’90 και του 2000 που εκκινούν από την Αυτοκρατορία (Empire). Σε αυτό το κόκκινο νήμα, το μεγαλείο του Νέγκρι έγκειται στην ικανότητά του να αντιμετωπίζει το πρόβλημα του Κράτους ξεκινώντας από την ανάγκη ανασυγκρότησης του δεσμού μεταξύ παραγωγής και συγκρότησης (συντάγματος), μεταξύ ταξικής πάλης και διαδικασιών συνταγματοποίησης της εργασίας μέσα στο Κράτος. Η συγκρότηση του Κράτους διατρέχεται από τον ανταγωνισμό, από τη μη-συμμόρφωση μεταξύ της ώθησης της ταξικής πάλης και των νομικό-θεσμικών μορφών της κυριαρχίας: αυτό μου φαίνεται ότι είναι το νεγκριανό δίδαγμα, ικανό να αποστασιοποιηθεί τόσο από τις «χυδαίες» μαρξιστικές αναγνώσεις που ανάγουν το Κράτος σε απλό ιδεολογικό εποικοδόμημα, όσο και από εκείνες τις θεωρίες – για παράδειγμα, τον κρατικομονοπωλιακό καπιταλισμό ή μια ορισμένη νεο-γκραμσιανή παράδοση- που αποδίδουν στο Κράτος μια σχετική αυτονομία και το αντιμετωπίζουν ως ένα «τρίτο επίπεδο» σε σχέση με το κεφάλαιο και την εργασία, με τον κίνδυνο να μετατοπιστεί το κέντρο βάρους της ταξικής πάλης από το πεδίο της παραγωγής σε εκείνο της διανομής, καθώς θεωρούν ότι η κατάκτηση του Κράτους μέσω της κοινωνίας των πολιτών μπορεί να ανατρέψει τους συσχετισμούς δύναμης χωρίς να αγγίξει την καρδιά της εκμετάλλευσης.
Στην Αυτοκρατορία, έπειτα, ο στοχασμός γύρω από την κυριαρχία μετατοπίζεται στο παγκόσμιο επίπεδο και επικεντρώνεται προφανώς στην παγκόσμια ενοποίηση του κεφαλαίου, το δεύτερο από τα προβλήματα για τα οποία ο Άντερσον καλούσε σε προβληματισμό. Χωρίς να επιστρέψω σε πράγματα που έχουν ήδη ειπωθεί ή που θα ειπωθούν σχετικά με την Αυτοκρατορία, πιστεύω ότι είναι σημαντικό να δοθεί έμφαση στο πλαίσιο εντός του οποίου εκδίδεται αυτό το βιβλίο. Και αυτό σημαίνει να υπογραμμιστεί ότι η Αυτοκρατορία επαναφέρει την ταξική πάλη, τη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας, μέσα στην παγκοσμιοποίηση, σε μια στιγμή που ο λόγος περί παγκοσμιοποίησης ηγεμονεύεται από τις θέσεις -μόνο φαινομενικά συμμετρικές- των Φουκουγιάμα και Χάντινγκτον: από τη μία πλευρά η ιδέα του «τέλους της ιστορίας», δηλαδή του τέλους της σύγκρουσης, και του οριστικού θριάμβου του φιλελευθερισμού· από την άλλη, η υπόθεση μιας «σύγκρουσης των πολιτισμών», στην οποία η σύγκρουση δεν δομείται πλέον από την ταξική πάλη, αλλά από πολιτισμικές ή θρησκευτικές διαφορές που θεωρούνται μη αναγώγιμες. Και στις δύο περιπτώσεις, η παγκοσμιοποίηση εμφανίζεται ως μια διαδικασία που ακυρώνει τη σύγκρουση μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας: μια σύγκρουση η οποία, αντίθετα, χάρη στους Νέγκρι και Χαρντ επιστρέφει στο επίκεντρο του λόγου περί παγκοσμιοποίησης, η οποία διαβάζεται υπό το πρίσμα του ανταγωνισμού που είναι εγγενής στην κοινωνική σχέση του κεφαλαίου και των μορφών της εξουσίας (της προσταγής) πάνω στη ζωντανή εργασία.
Ακριβώς το ζήτημα της κεντρικότητας του ανταγωνισμού, πέρα από το ότι εκδηλώνει ένα από τα πλέον προφανή χαρακτηριστικά της επιστημονικής συνέχειας με τον εργατισμό (operaismo) –ένα θέμα στο οποίο δεν έχω τον χρόνο να σταθώ, αλλά φαντάζομαι ότι θα συζητήσουμε τις επόμενες ημέρες– βρίσκεται στο επίκεντρο του στοχασμού του Νέγκρι για τη θεωρία της αξίας, το τρίτο από τα ζητήματα που έθεσε ο Άντερσον. Εδώ, όπως πολύ καλά γνωρίζουμε, το θεμελιώδες κείμενο είναι το Ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ (Marx oltre Marx), του οποίου θα ήθελα να υπογραμμίσω ένα ζήτημα μεθοδολογικό και ταυτόχρονα πολιτικό: το γεγονός, δηλαδή, ότι ο Νέγκρι ξεκινά την ανασκαφή στα Grundrisse από την ενότητα για το χρήμα, και επομένως όχι από την εισαγωγή που προηγείται αυτών. Και αυτό διότι το να ξεκινά κανείς από το χρήμα σημαίνει να εισέρχεται αμέσως στην καρδιά του ανταγωνισμού, εκεί όπου η αξία προσλαμβάνει μια μορφή άμεσα κοινωνική και άμεσα συγκρουσιακή. Το να ξεκινά κανείς από το χρήμα σημαίνει, δηλαδή, να εκκινεί από το κέντρο του ανταγωνισμού. Και αυτό σημαίνει μετασχηματισμό της αξίας από μια καθαρά οικονομική κατηγορία σε έκφραση ισχύος εντός της ταξικής πάλης, δηλαδή σε πολιτική κατηγορία. Από εδώ πηγάζει η κρίση του νόμου της αξίας, για την οποία τόσα έχουν ειπωθεί τα τελευταία τριάντα χρόνια, συχνά μάλιστα άστοχα, παρερμηνεύοντας –μερικές φορές και με κάποιον δόλο– τον στοχασμό του Νέγκρι πάνω σε αυτό το θέμα. Ακόμη και εδώ θα μπορούσαν να προστεθούν πολλά πράγματα για την πρωτοτυπία της νεγκριανής ερμηνείας των Grundrisse, ιδίως σε σύγκριση με τις αναγνώσεις των Ροσντόλσκι (Rosdolsky), Βιγκόντσκι (Vygodsky), Ράιχελτ (Reichelt) και ολόκληρης της Νέας Ανάγνωσης του Μαρξ (Neue Marx-Lektüre), καθώς και του Ποστόουν(Postone)· δεν έχω όμως τον χρόνο. Θέλω, ωστόσο, να υπογραμμίσω το εξής: οι ερμηνείες που προανέφερα μοιράζονται μια ανάγνωση της συνέχειας όσον αφορά τη σχέση μεταξύ Grundrisse και Κεφαλαίου, μια συνέχεια που βρίσκει στη διαλεκτική και στον νόμο της αξίας τον θεμελιώδη άξονά της. Αυτές οι ερμηνείες, όμως, καταλήγουν να παρατηρούν την κριτική της πολιτικής οικονομίας με αφετηρία τη λογική του κεφαλαίου, δίνοντας έμφαση στη λογική του κεφαλαίου. Το αποτέλεσμα είναι ένας αντικειμενισμός στον οποίο το μόνο υποκείμενο είναι το κεφάλαιο: απουσιάζει κάθε δυνατή σύνδεση μεταξύ της κριτικής της πολιτικής οικονομίας και της κριτικής της πολιτικής, σε αντίθεση με ό,τι είχε αποπειραθεί ο Μαρξ. Λοιπόν, αν οι ερμηνείες που προανέφερα μοιράζονται αυτό το στοιχείο, ο Νέγκρι τοποθετείται στον ακριβώς αντίθετο πόλο, καθιστώντας τα Grundrisse ένα έργο με τη δική του αυτονομία και με μια έντονη και θεμελιώδη πολιτικότητα αποτυπωμένη πάνω του. Δεν μπορώ να επεκταθώ σε αυτό, ούτε στον ορισμό του κομμουνισμού που εξάγεται από τα Grundrisse.
Παρομοίως, προσπερνώ το τελευταίο ζήτημα που έθεσε ο Άντερσον, το λενινιστικό πρόβλημα της δημοκρατίας, το οποίο εν τέλει σημαίνει να θέτει κανείς το ζήτημα της σχέσης μεταξύ συγκεντρωτισμού και αποκέντρωσης, καθετότητας και οριζοντιότητας στη δημοκρατική λήψη αποφάσεων· και σε αυτή την περίπτωση, είναι προφανής η σημασία αυτού του ζητήματος στον στοχασμό του Νέγκρι και στον μαρξισμό του. Η σχέση μεταξύ πλήθους και συντακτικής δύναμης αναδεικνύει με ακρίβεια την ανάπτυξη αυτού του προβλήματος.
Μου φαίνεται ότι στο έργο του Νέγκρι υπάρχει μια ανάληψη των προβλημάτων που έθεσε ο Πέρρυ Άντερσον, πολύ πριν ο Άντερσον τα θέσει, και ότι αυτό υποδηλώνει την πιθανότητα με τον Νέγκρι –όχι μόνο με αυτόν, βεβαίως, αλλά θα έλεγα προπάντων χάρη σε αυτόν– στο έργο του οποίου να γινόμαστε μάρτυρες μιας εξόδου από τα αδιέξοδα (impasse) του δυτικού μαρξισμού, και ότι τα κενά αυτής της κατηγορίας –του δυτικού μαρξισμού– μας επιτρέπουν να δούμε, αντιθέτως, τον πλούτο του παγκόσμιου μαρξισμού του Νέγκρι. [Άλλωστε, είναι ο ίδιος ο Άντερσον που υποθέτει, στο τέλος του βιβλίου του, ότι το ’68 αντιπροσωπεύει το άνοιγμα μιας νέας φάσης του μαρξισμού].
Στην τυπολογία του Άντερσον, ο δυτικός μαρξισμός χαρακτηριζόταν από τρία διακριτά γνωρίσματα: 1) έναν φιλοσοφικό εγκλεισμό (εις βάρος του τριγωνισμού μεταξύ οικονομίας, φιλοσοφίας και πολιτικής που είχε, αντιθέτως, χαρακτηρίσει τον κλασικό μαρξισμό)· 2) ελάχιστη ή μηδαμινή προσοχή στον διεθνισμό· 3) ρήξη της οργανικής ενότητας μεταξύ θεωρίας και πράξης. Σε σχέση με αυτά τα τρία γνωρίσματα, ο Νέγκρι τοποθετείται, θα έλεγα συστηματικά, στον αντίποδα. Πρώτα απ’ όλα, η φιλοσοφία του είναι πάντοτε συνυφασμένη με την οικονομία και την πολιτική –αρκεί να κοιτάξει κανείς την «υλιστική ιστορία της φιλοσοφίας» του: ο Πολιτικός Ντεκάρτ (Descartes politico) είναι, σε αυτό το πλαίσιο, ένα εμβληματικό και αριστουργηματικό πόνημα, όπως είναι επίσης Η άγρια ανωμαλία (L’Anomalia selvaggia) και Η συντακτική εξουσία (Il potere costituente). Σε δεύτερο επίπεδο, η προσοχή στη διεθνή –και έπειτα στην καθαυτό παγκόσμια– διάσταση καθώς και στον διεθνισμό είναι σταθερή, και πάνω σε αυτό θα έλεγα ότι δεν χρειάζεται να προσθέσουμε τίποτα άλλο. Τρίτον, ο δεσμός μεταξύ θεωρίας και πράξης είναι διαρκής και δεν εφαρμόζεται ποτέ με όρους υποταγής της μίας στην άλλη, αλλά ως αμοιβαία επαλήθευση στο εσωτερικό μιας υλιστικής σκέψης, στην οποία η κατανόηση του κόσμου και ο μετασχηματισμός του κόσμου προχωρούν μαζί, όπως αναδεικνύει η πολιτική του βιογραφία. Ακόμη και απέναντι στην ήττα –εκείνη των επαναστατικών κινημάτων της δεκαετίας του ’70 στην Ιταλία– η αντίδρασή του είναι αντίθετη από εκείνη ενός θεωρητικού όπως ο Αντόρνο, για παράδειγμα. Ενώ για τον τελευταίο η θεωρητική ενασχόληση υπήρξε ένα καταφύγιο από τη ναζι-φασιστική βαρβαρότητα και την ήττα του εργατικού κινήματος –όπως πολύ σωστά έλεγε ο Κραλ(Krahl), ο Αντόρνο είναι τόσο βαθιά σημαδεμένος, πληγωμένος από τον ναζισμό, ώστε να κλείνεται στην αδυναμία της πολιτικής πράξης, σαν η μόνη δυνατή πράξη να ήταν εκείνη του εχθρού– ενώ λοιπόν ο Αντόρνο βρίσκει στη φιλοσοφία ένα καταφύγιο από τον κόσμο, για τον Νέγκρι η φιλοσοφία και η οντολογία δεν είναι παρά ένα εργαλείο για να οικοδομηθεί η δυνατότητα σκέψης και, ως εκ τούτου, η δυνατότητα εφαρμογής της ταξικής πάλης. Ακόμη και στη στιγμή της μέγιστης ήττας όπως, για παράδειγμα, στη φυλακή, από όπου ο Νέγκρι γράφει την Άγρια Ανωμαλία και ένα άλλο κείμενο που θεωρώ εξαιρετικό, το Μηχανή Χρόνος (Macchina tempo).
Για όλους αυτούς τους λόγους, θεωρώ ότι η έξοδος από τα αδιέξοδα του δυτικού μαρξισμού προσλαμβάνει, με τον Νέγκρι, το όνομα «παγκόσμιος μαρξισμός». Αυτή η «παγκοσμιότητα» (globalità) ενέχει τέσσερις σημασίες. Δηλαδή, ο μαρξισμός του Νέγκρι είναι παγκόσμιος με τέσσερις διαφορετικές έννοιες. Πρώτον: η παγκοσμιότητά του είναι στραμμένη προς τα μέσα, καθώς στον μαρξισμό του Νέγκρι επανενώνονται η θεωρία και η πολιτική πράξη· δεν προσθέτω τίποτα περισσότερο πάνω σε αυτό. Δεύτερον: η παγκοσμιότητά του είναι στραμμένη προς τα έξω, πράγμα που σημαίνει ότι ο μαρξισμός του Νέγκρι απευθύνεται στον κόσμο, προκειμένου να επιχειρήσει τη διατύπωση μιας διάγνωσης και μιας πρόγνωσης που να βρίσκονται στο ύψος της παγκοσμιότητας η οποία χαρακτηρίζει την εποχή μας, με αφετηρία τον τρόπο παραγωγής. Και στις δύο περιπτώσεις, μιλώ για «παγκόσμιο» μαρξισμό επειδή υπάρχει η φιλοδοξία να κατανοηθεί το όλον, η πολυπλοκότητα του ανταγωνισμού μεταξύ κεφαλαίου και εργασίας στις διαφορετικές του εκδοχές, καθώς και στις δικές του χωρικότητες και χρονικότητες. Όπως συνέβαινε ήδη με τον Μαρξ, αυτό που οικοδομεί ο Νέγκρι είναι μια πολιτική επιστημολογία ικανή να υπερβαίνει –χωρίς να τις αγνοεί– τις ιδιαιτερότητες ενός συγκεκριμένου τόπου, καθιστάμενη κατ’ αυτόν τον τρόπο παγκόσμια. Αυτό είναι τόσο αληθές –και εδώ έγκειται η τρίτη σημασία του «παγκόσμιου»– ώστε ο μαρξισμός του Νέγκρι κυκλοφορεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Δεν θα προβώ σε μια διδακτική απαρίθμηση των εξεγέρσεων οι οποίες, κατά τις τελευταίες δεκαετίες, ήρθαν σε γόνιμο διάλογο με το έργο του Νέγκρι. Περιορίζομαι στο να υπογραμμίσω το γεγονός ότι δεν υπάρχει κανένα πραγματικό κίνημα της ζωντανής εργασίας τα τελευταία τριάντα χρόνια που να μην έχει χρησιμοποιήσει, συζητήσει ή ασκήσει κριτική στη σκέψη του Νέγκρι, και δεν υπάρχει πραγματικό κίνημα που να μην έχει εισέλθει, σε κάποιο βαθμό, στο κάδρο της πολιτικής του θεωρίας, συμβάλλοντας μάλιστα στη διαμόρφωση και στον μετασχηματισμό της. Αυτό, πέρα από το βιογραφικό δεδομένο που αφορά τη συμμετοχή και τη στράτευσή του, είναι το βαθύτερο νόημα της οργανικής ενότητας θεωρίας και πράξης. Τέλος, η τέταρτη και τελευταία σημασία του «παγκόσμιου μαρξισμού». Η «παγκοσμιότητα» εδώ αναφέρεται, εκ νέου, στο όλον: ο μαρξισμός του Νέγκρι μπόρεσε να επανασυνδέσει την κριτική της πολιτικής οικονομίας με την κριτική της πολιτικής. Κινείται, αφενός, μακριά από εκείνες τις οικονομίστικες υποθέσεις που, ενδεχομένως, έχουν αποστηθίσει τους τύπους του Κεφαλαίου του Μαρξ και ξέρουν να υπολογίζουν μέχρι δεκάρας το ποσοστό εκμετάλλευσης, για να παραμείνουν ωστόσο άφωνες όταν πρέπει να μιλήσουν για το υποκείμενο που υφίσταται αυτή την εκμετάλλευση και για το πώς αυτό μπορεί και πρέπει να αγωνιστεί εναντίον της. Κινείται, αφετέρου, μακριά από θεωρήσεις που εκχωρούν στην πολιτική μια απόλυτη αυτονομία, με αποτέλεσμα αυτή να ίπταται σε έναν κόσμο ξένο προς την πραγματική, συγκεκριμένη και υλική πραγματικότητα· εκεί δηλαδή όπου ζουν, για άλλη μια φορά, τα υποκείμενα που είναι οι αληθινοί πρωταγωνιστές της πολιτικής. Το να κρατά κανείς μαζί, ή μάλλον, το να επανενώνει την κριτική της πολιτικής οικονομίας και την κριτική της πολιτικής σημαίνει επιστροφή στη μαρξική χειρονομία, όπου η κατανοησιμότητα του τρόπου παραγωγής υπηρετεί το πολιτικό πρόταγμα της χειραφέτησης από την εκμετάλλευση. [Κριτική της πολιτικής: σφοδρή κριτική της κυριαρχίας. Το «ελλείπον» κεφάλαιο του Κεφαλαίου, αυτό για το Κράτος, δεν λείπει πραγματικά · αντίθετα, είναι το 24ο κεφάλαιο για τη λεγόμενη πρωταρχική συσσώρευση, όπου ο Μαρξ αναδεικνύει τις εξωοικονομικές –δηλαδή τις νομικές και πολιτικές– προϋποθέσεις της συσσώρευσης του κεφαλαίου].
Φυσικά, το γεγονός ότι ο «παγκόσμιος μαρξισμός» υπερβαίνει τα αδιέξοδα του «δυτικού μαρξισμού» δεν σημαίνει απλώς μια επιστροφή στον «κλασικό μαρξισμό», διότι πολλά πράγματα έχουν αλλάξει. Ούτε η έξοδος από αυτό το αδιέξοδο σημαίνει ότι έχουμε μπροστά μας έναν μαρξισμό απαλλαγμένο από αντιφάσεις: υπάρχουν, ακόμη και στον «παγκόσμιο μαρξισμό» του Νέγκρι, κριτικές πτυχές. Ως προς αυτό, ο πιο ευαίσθητος κόμβος μού φαίνεται ότι είναι η επικάλυψη, ενίοτε υπερβολικά στενή, μεταξύ οντολογίας, ιστορίας και πολιτικής: ένα ζήτημα που εμφανίζεται στον Νέγκρι ήδη από τη δεκαετία του ’70, αποκτά κεντρική σημασία ξεκινώντας από την οντολογική στροφή της δεκαετίας του ’80 και ξεδιπλώνεται στην έννοια του πλήθους. Αναφέρομαι, φυσικά, στο πρόβλημα που αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό του πλήθους και την πολιτικότητά του. Ένα πρόβλημα που τέθηκε με πολύ ευφυή τρόπο από τον Ετιέν Μπαλιμπάρ (Étienne Balibar) και τον Πάολο Βίρνο (Paolo Virno), για παράδειγμα. Σχετικά με αυτό, ο Αλέν Μπαντιού (Alain Badiou) έκανε λόγο για «παραισθησιογόνο φαντασίωση», για «όνειρο με τα μάτια ανοιχτά», για «ονειροπόληση» που αποτελεί καρπό μιας υπερβολικής αισιοδοξίας εκ μέρους του Νέγκρι. Θεωρώ ότι ο Μπαντιού έχει άδικο. Πιστεύω, αντιθέτως, ότι για να κατανοήσουμε σε όλο του το βάθος την εννοιολογική δύναμη αυτού του κρίσιμου κόμβου, πέρα από τον προβληματικό του χαρακτήρα, είναι χρήσιμο να επαναφέρουμε στη μνήμη μας τη διάκριση μεταξύ διάγνωσης και πρόγνωσης. Στο επίπεδο της διάγνωσης, ο παγκόσμιος μαρξισμός του Νέγκρι διαθέτει μια ερμηνευτική ισχύ που είναι αδύνατον να προσπεραστεί. Στο επίπεδο της πρόγνωσης, δηλαδή της πολιτικής προβολής, η επικάλυψη που αναφέρθηκε προηγουμένως εγείρει βεβαίως ορισμένα προβλήματα –με κυριότερο όλων τον κίνδυνο της τελεολογίας–, αλλά δεν πρέπει να διαβαστεί αποκλειστικά ως όριο. Ωθώντας τα πράγματα στα άκρα, και αντιστρέφοντας κατά μία έννοια τη σημασία αυτού που ο Φουκώ αποκαλούσε «όφελος του ομιλούντος» (beneficio del locutore), θα έλεγα ότι σε μια ιστορική στιγμή κατά την οποία η επανάσταση και ο κομμουνισμός φαντάζουν αδύνατοι και διαγραμμένοι από την ιστορία, και μόνο το γεγονός ότι μιλάμε γι’ αυτά, ότι τα επικαλούμαστε σαν φάντασμα μέσα στις τρέχουσες συνθήκες, ενέχει έναν χειραφετητικό χαρακτήρα. Αν είναι αλήθεια, επομένως, ότι αυτή η επικάλυψη μεταξύ οντολογίας, ιστορίας και πολιτικής είναι προβληματική στο θεωρητικό επίπεδο, είναι εξίσου αλήθεια ότι είναι λιγότερο προβληματική στο πολιτικό επίπεδο, καθώς ο ενίοτε οραματικός της χαρακτήρας έχει ή μπορεί να έχει ένα αποτέλεσμα κινητοποίησης.
Το 1983, όταν ο Νέγκρι βρισκόταν ακόμη στη φυλακή, δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Belfagor ένα άρθρο της Ελεονόρα Φιοράνι (Eleonora Fiorani) με τίτλο «Το γέλιο του στρατευμένου» [Il riso del militante]. Πρόκειται για ένα σύντομο άρθρο, στο οποίο η Φιοράνι θέτει προς συζήτηση, με συνοπτικό τρόπο, ορισμένες πτυχές του θεωρητικού έργου του Νέγκρι, ιδίως την Άγρια ανωμαλία και το Ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ. Η Φιοράνι αναφέρει: «[Ο Νέγκρι] εκφράζει μια δέσμευση ριζοσπαστικής ευφυΐας μαζί με τη (δυστυχώς) ουτοπική του αισιοδοξία. […] Αντηχεί στα βιβλία του το γέλιο του στρατευμένου: είναι το πρόταγμα της ελευθερίας, της ορθολογικότητας, της ευτυχίας ενάντια στον “φόβο” και τη “δεισιδαιμονία”· είναι ο θρίαμβος της παραγωγικής και δημιουργικής φαντασίας ενάντια στη σειριοποίηση και την απώλεια της εμπειρίας του σύγχρονου ανθρώπου, ενάντια στην πολιτική του περιθωριοποίηση. Είναι η αμετρία (dismisura) σε σχέση με το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο». Να λοιπόν, αυτό που πολλοί θεώρησαν ως υπερβολική αισιοδοξίας στον στοχασμό του Νέγκρι δεν είναι κάτι τέτοιο, ούτε αποτελεί ουτοπία· είναι, αντιθέτως, εκείνη η έκφραση χαράς (και ταυτόχρονα αγώνα) που δεν μπορεί να λείπει από όποιον την πολιτική την πράττει, πέρα από το να τη στοχάζεται· αυτό που διαφαίνεται στο έργο του είναι το «γέλιο του κομμουνιστή». Θα έπρεπε ίσως να υπενθυμίσουμε στον Μπαντιού ότι οι επαναστάσεις, προτού γίνουν πραγματικότητα, είναι όνειρα και φαντασιώσεις που, πηγάζοντας από μια έλλειψη μέτρου σε σχέση με το συγκεκριμένο ιστορικό πλαίσιο, είναι ικανές να θέσουν σε κίνηση το πραγματικό κίνημα που καταργεί την υπάρχουσα τάξη πραγμάτων.
[1] Ο Elia Zaru, είναι μεταδιδακτορικός υπότροφος στο Πανεπιστήμιο του Μιλάνου. Η έρευνά του επικεντρώνεται στον νεότερο και σύγχρονο πολιτικό στοχασμό, και ειδικότερα στον συνταγματισμό, τον ρεπουμπλικανισμό, τον μαρξισμό, καθώς και στην ιστορία των εννοιών της νεωτερικότητας, της κυριαρχίας και της παγκοσμιοποίησης.