του William Shoki

Φωτογραφία τραβήχτηκε από τον Ali Hedayat στη νήσο Κις του Ιράν το 2020 και δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Unsplash.
Εισαγωγή του μεταφραστή E.J.
Η ιστοσελίδα Africa Ιs a Country είναι μια διεθνής διαδικτυακή επιθεώρηση που ιδρύθηκε το 2009 και δημοσιεύει άρθρα, δοκίμια και πολιτιστικά κείμενα για χώρες της Αφρικής και της λεγόμενης αφρικάνικης διασποράς. Ως στόχο έχει θέσει την αμφισβήτηση των στερεοτύπων και των απλουστευτικών αφηγήσεων για τη συγκεκριμένο ήπειρο, τα οποία συχνά κυριαρχούν στα μέσα ενημέρωσης. Στον δυτικό δημόσιο λόγο η Αφρική παρουσιάζεται συχνά σαν να αποτελεί ένα ενιαίο διοικητικό σύνολο με κοινά προβλήματα, πανομοιότυπη κουλτούρα και οικονομικά χαρακτηριστικά, παρότι πρόκειται για μια ήπειρο με 54 κράτη, εκατοντάδες γλώσσες και μεγάλες πολιτικές και κοινωνικές διαφορές. Σε αυτό το πλαίσιο, το όνομα της επιθεώρησης, “Africa Is a Country” χρησιμοποιείται για να σατιρίσει αυτή την αναγωγή.
«Το όνειρο που μας ονειρεύεται» δημοσιεύτηκε στις 16 Μαρτίου του 2026 στην ιστοσελίδα και αποτελεί άρθρο του αρχισυντάκτη, Ουίλιαμ Σόκι, στο πλαίσιο του ενημερωτικού δελτίου Weekend Special. Ο συγγραφέας, δίχως να παραγνωρίζει τη σημασία της παρακμής της ηγεμονίας των ΗΠΑ ούτε τη χαρά που αυτή προκαλεί, φαίνεται να αρνείται να ενταχθεί στο πλαίσιο των απόψεων που υποστηρίζουν ότι αρκεί απλά μια αλλαγή της γεωπολιτικής πλάστιγγας έτσι ώστε να υπάρξει ένας διαφορετικός και καλύτερος κόσμος. Στο διήγημα «Τα κυκλικά ερείπια» (1940) του Χόρχε Λουίς Μπόρχες ένας άνθρωπος προσπαθεί να ονειρευτεί έναν άλλον άνθρωπο ώστε να του δώσει σάρκα και οστά στην πραγματικότητα· στο τέλος όμως αποκαλύπτεται ότι και ο ίδιος είναι προϊόν κάποιου άλλου ονείρου. Αυτός είναι και ο κίνδυνος που συνεχίζουν να φέρουν εντός τους οι οραματισμοί της ελευθερίας, της αποαποικιοποίησης και της κοινωνικής χειραφέτησης, εφόσον δεν αναστοχάζονται και δεν ασκούν κριτική στα υλικά από τα οποία φτιάχνονται τα σύγχρονα όνειρα. Με δυο λόγια, όπως είπε η αφροαμερικανή ποιήτρια και φεμινίστρια Όντρι Λορντ πριν από περίπου πενήντα χρόνια, τα όπλα του αφέντη δεν μπορούν να γκρεμίσουν το σπίτι του αφέντη.
Ο Ουίλιαμ Σόκι είναι αρχισυντάκτης της διαδικτυακής επιθεώρησης Africa Is a Country, εκδότης και συγγραφέας, και τα δοκίμιά του συνδυάζουν πολιτική ανάλυση με αναφορές στη φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνική θεωρία. Τα κείμενά του εξετάζουν συχνά τα θέματα της παρακμής της αμερικανικής ηγεμονίας, την άνοδο της Κίνας, τον καπιταλισμό, τις μορφές αντιιμπεριαλιστικής σκέψης στον ευρύτερο Παγκόσμιο Νότο, όπως και τη θέση της Αφρικής στην παγκόσμια πολιτική οικονομία.
***
Το Σαββατοκύριακο το Ιράν ανακοίνωσε ότι θα επιτρέψει ξανά τη διέλευση πλοίων από τα Στενά του Ορμούζ, με την προϋπόθεση ότι το πετρέλαιο θα πληρώνεται σε γουάν αντί για δολάρια. Για ορισμένους αυτό αποτέλεσε το πολυαναμενόμενο σημάδι ότι τα μάγια λύθηκαν: η απόδειξη ότι η Ουάσινγκτον το είχε επιτέλους παρακάνει, ότι η κυριαρχία του δολαρίου έφτανε στο τέλος της και ότι ο πολυπολικός κόσμος δεν ήταν πια απλώς θέμα διαλέξεων αλλά κάτι που μπορούσε κανείς να αντικρίσει ακόμη και στον ισολογισμό ενός δεξαμενόπλοιου. Το κλίμα στο διαδίκτυο ήταν αδιαμφισβήτητο: η μεθυστική ικανοποίηση του να βλέπεις έναν νταή να σκοντάφτει και να βλέπεις την ιστορία, για μια φορά, να στρέφεται προς τη δική σου πλευρά.
Οι άνθρωποι που πληρώνουν πιο άμεσα το τίμημα αυτού του πολέμου βρίσκονται στο Ιράν, όπου κυριαρχεί η καταστροφή. Όμως το βάρος των συνεπειών δεν σταματά εκεί· ταξιδεύει, μέσα από τις τιμές των καυσίμων, το κόστος των τροφίμων και την πίεση του χρέους, μέχρι τη Χαράρε, το Καγιελίτσα και δεκάδες άλλα μέρη του κόσμου όπου οι κυβερνήσεις δεν είχαν καμία συμμετοχή στην απόφαση του πολέμου και των οποίων οι πληθυσμοί θα απορροφήσουν τις συνέπειες σιωπηλά, δίχως να γίνουν θέμα στις ειδήσεις. Η χαιρεκακία στα timeline μοιάζει, με κάποιον τρόπο, να παραμένει ακόμη μέσα στην ίδια την ιστορία από την οποία εικάζει ότι δραπετεύει. Η στιγμή «γουάν στο Ορμούζ» γίνεται αντικείμενο αφήγησης ως μια κίνηση σε ένα παιχνίδι του οποίου οι κανόνες παραμένουν άθικτοι. Ο ανταγωνισμός των υπερδυνάμεων, ο άξονας Ουάσιγκτον Πεκίνου και το δράμα της αμερικανικής παρακμής παραμένουν αμετάβλητα. Χειροκροτούμε απλά μια αλλαγή στο καστ, όχι μια αλλαγή στο σενάριο.
Πρόσφατα οι επιμελητές του n+1 δημοσίευσαν μια οξυδερκή διάγνωση αυτού που αποκαλούν «Σινοφοβική Σινοφιλία». Πρόκειται για μια αμερικανική κατάσταση στην οποία ο φόβος για την Κίνα και ο φθόνος προς την Κίνα αποδεικνύονται τελικά το ίδιο πράγμα, με την Κίνα να λειτουργεί λιγότερο ως πραγματική χώρα και περισσότερο ως μόνιτορ πάνω στο οποίο προβάλλονται οι αμερικανικές αγωνίες. Ακόμη και οι πιο αντί-Αμερικανοί Αμερικανοί ονειρεύονται στα αμερικανικά, υποστηρίζουν οι επιμελητές του περιοδικού. Αυτή είναι μια λαμπρή παρατήρηση. Ωστόσο, η ανάλυση εξακολουθεί να γράφεται εντός του ίδιου πλαισίου που επιχειρεί να διαγνώσει. Το τελευταίο της ερώτημα, αν μια μικρότερη και πιο αδύναμη Αμερική θα μπορούσε επιτέλους να γίνει δίκαιη, παραμένει ένα αμερικανικό ερώτημα. Απευθύνεται σε αμερικανικό κοινό και αποδίδει στην Αμερική τον πρωταγωνιστικό ρόλο.
Το βαθύτερο πρόβλημα είναι ότι αυτή η κατάσταση δεν είναι μόνο αμερικανική. Σε όλο τον Παγκόσμιο Νότο, συμπεριλαμβανομένης της Αφρικής, έχουμε επίσης μάθει να αφηγούμαστε τις ελπίδες και τις ήττες μας στο πλαίσιο ενός άξονα Ουάσινγκτον-Πεκίνου. Ο αντιιμπεριαλισμός μας συχνά οργανώθηκε γύρω από την Αμερική ως το πράγμα από το οποίο πρέπει να ξεφύγουμε, να αντισταθούμε ή να αντικαταστήσουμε. Αυτό σημαίνει ότι η Αμερική παραμένει το σταθερό σημείο γύρω από το οποίο περιστρέφεται η πολιτική μας φαντασία. Κι εμείς ονειρευόμαστε στα αμερικανικά και το επεισόδιο γουάν στο Ορμούζ δεν φαίνεται να μπορεί να το αλλάξει αυτό.
Ο Γάλλος θεωρητικός Ζαν Μπωντριγιάρ δημοσίευσε το βιβλίο Αμερική πριν από περίπου σαράντα χρόνια και τότε πολλοί τον απέρριψαν ως ένα προβοκάτορα. Ίσως όμως να ήταν ένας από τους πιο διορατικούς θεωρητικούς της γενιάς του. Γράφοντας προτού το διαδίκτυο προλάβει να διαμορφώσει πλήρως τον κόσμο μας, περιέγραψε τις Ηνωμένες Πολιτείες όχι ως μια χώρα ανάμεσα σε άλλες αλλά ως ένα ολικό περιβάλλον, μια έρημο σημείων στην οποία η εικόνα είχε καταπιεί την πραγματικότητα τόσο ολοκληρωτικά ώστε η εξωτερική κριτική είχε γίνει σχεδόν αδύνατη. Όχι επειδή η διαφωνία καταστελλόταν αλλά επειδή το «έξω» είχε πάψει να υπάρχει. Η Αμερική δεν ήταν απλώς ισχυρή· ήταν ένα σύνολο που τα περιέκλειε όλα: μια φαινομενική ουτοπία ήδη κατακτημένη, ένα όνειρο που είχε ξεχάσει ότι κάποτε είχε υπάρξει όνειρο.
Σαράντα χρόνια μετά, αυτή η σκέψη μοιάζει μάλλον με μια υποεκτίμηση της πραγματικότητας. Το διαδίκτυο δεν παγκοσμιοποίησε τόσο την αμερικανική ισχύ όσο το αμερικανικό φαντασιακό. Δηλαδή τις μορφές, τα είδη και τους ρυθμούς προσοχής και επιθυμίας που η αμερικανική κουλτούρα είχε ξοδέψει έναν ολόκληρο αιώνα τελειοποιώντας. Σκρολάρουμε σε ροές σχεδιασμένες στην Καλιφόρνια, διαφωνούμε με ιδιώματα διαμορφωμένα από τους αμερικανικούς πολιτισμικούς πολέμους και μετράμε την πολιτική μας ζωή με αμερικανικούς δείκτες αναφοράς. Η υποδομή της φαντασίας είναι αμερικανική και δεν έχει προφανή εξωτερική πλευρά.
Ο ιστορικός της θρησκείας και του καπιταλισμού Eugene McCarraher, στο βιβλίο The Enchantments of Mammon, προτείνει ένα συμπληρωματικό επιχείρημα: ότι ο καπιταλισμός είναι μια εκτοπισμένη μορφή θρησκείας που κουβαλά τη δική του λειτουργία[1], τα δικά του μυστήρια και τη δική του εσχατολογία. Ο αμερικανικός καπιταλισμός αποτελεί την πληρέστερη έκφρασή του. Μια ολοκληρωμένη λειτουργική τάξη με τη δική της αντίληψη για το τι εστί ελευθερία, πώς μοιάζει η πρόοδος και τι απαιτήσεις φέρει μια επιτυχημένη ζωή. Και οι λειτουργίες δεν τελειώνουν όταν οι αυτοκρατορίες παρακμάζουν. Η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία έπεσε αλλά οι ρωμαϊκές κατηγορίες συνέχισαν να οργανώνουν την ευρωπαϊκή σκέψη για τα επόμενα χίλια χρόνια. Μια αλλαγή στο αποθεματικό νόμισμα δεν διαλύει τη λειτουργία. Το όνειρο μπορεί να επιβιώσει περισσότερο από τον ονειροπόλο.
Η υπαινικτική απάντηση του McCarraher είναι ο προσηλυτισμός, με την πλήρη θεολογική έννοια της λέξης. Δεν καταστρέφεις μια λειτουργία με το να βρεις ένα καλύτερο προϊόν. Την καταστρέφεις αναπροσανατολίζοντας την επιθυμία προς μια διαφορετική αντίληψη για το νόημα της ζωής. Αυτό είναι ένα απαιτητικό αίτημα. Είναι επίσης, νομίζω, το σωστό.
Ο προσηλυτισμός απαιτεί πόρους· απαιτεί εναλλακτικά φαντασιακά και άλλους τρόπους κατανόησης του τι σημαίνει ευημερία. Και αυτό είναι το σημείο, από την οπτική της Αφρικής, όπου το ερώτημα γίνεται πραγματικά ανοιχτό. Υπάρχουν εδώ παραδόσεις που δεν οργανώνονται γύρω από την αμερικανική εκδοχή της καλής ζωής: οντολογίες της σχεσιακής προσωπικότητας αντί για το κυρίαρχο άτομο· θεολογίες απελευθέρωσης που μετρούν την πρόοδο από τα κάτω· τρόποι κατανόησης του χρόνου, της γης και του ανήκειν που προηγούνται και υπερβαίνουν τη λειτουργία της ανάπτυξης. Δεν τα εξιδανικεύω αυτά. Έχουν τις δικές τους ιστορίες βίας και αντίφασης και βρίσκονται υπό διαρκή πίεση για τόσο καιρό ώστε σήμερα επιβιώνουν σε αποσπασματική μορφή. Παρ’ όλα αυτά υπάρχουν. Δεν είναι κάτι το αμελητέο.
Οι αναλυτές μάλλον έχουν δίκιο ότι η υλική ηγεμονία των ΗΠΑ φθίνει. Η υπερέκταση στο Ιράν, οι δασμοί και τα ξεσπάσματα μιας δύναμης που φαίνεται να έχει ξεμείνει από ιδέες. Τα γραφήματα δείχνουν όλα προς την ίδια κατεύθυνση. Ωστόσο ο Μπωντριγιάρ πιθανότατα δεν θα εντυπωσιαζόταν ιδιαίτερα. Οι αυτοκρατορίες εδάφους φτάνουν στο τέλος τους όταν οι στρατοί επιστρέφουν σπίτι. Για μια αυτοκρατορία εικόνων η αντίστοιχη στιγμή είναι πολύ πιο δύσκολο να εντοπιστεί και ίσως να μη δύναται προκύψει μέσα από τη στρατιωτική ή την οικονομική παρακμή.
Έτσι φτάνω στο ερώτημα που δεν μπορώ να απαντήσω. Αν τα πλοία στο Ορμούζ αρχίσουν αύριο να πληρώνουν σε γουάν, αν το δολάριο αποδυναμωθεί, αν τα αεροπλανοφόρα σκουριάσουν και αν οι μπλόφες της Ουάσιγκτον τελικά φτάσουν στα όρια τους, αλλά εμείς συνεχίσουμε να φανταζόμαστε την ιστορία ως έναν διαγωνισμό υπερδυνάμεων και να αφηγούμαστε κάθε εξέλιξη ως μια κίνηση στο παιχνίδι κάποιου άλλου, έχει τελειώσει πραγματικά κάτι;
Οι άνθρωποι που σκοτώνονται στο Ιράν δεν επιλέγουν να γίνουν σύμβολα της αμερικανικής παρακμής ή αποδείξεις ιμπεριαλιστικής υπερέκτασης. Είναι απλώς άνθρωποι. Το όνειρο που κάνει τους θανάτους τους αναγνώσιμους ως κινήσεις σε ένα γεωπολιτικό παιχνίδι είναι η λειτουργία που δεν θα τελειώσει όταν το δολάριο αποδυναμωθεί. Και μέχρι να τελειώσει, το ερώτημα αν έχει πραγματικά τελειώσει κάτι αξίζει να το αναλογιστούμε, όχι από την Ουάσιγκτον, ούτε από το Πεκίνο αλλά από τα μέρη που υφίστανται το κόστος της απάντησης.
[1] Στο συγκεκριμένο σημείο του κειμένου η λέξη «λειτουργία» (liturgy) αναφέρεται στη θρησκευτική εκδοχή της. ΣτΜ