Τετράδια εδάφους λοιπον!

Η έμπνευση του ονόματος προέρχεται από τα “Quaderni del territorio” το περιοδικό που επιμελούνταν ο Αλμπέρτο Μανιάγκι (Alberto Magnaghi), και εκδόθηκε από τα Celuc Libri. Πρόκειται αρχικά για μια σειρά πέντε περιοδικών που κυκλοφόρησαν στο Μιλάνο από το 1976 έως το 1978, σε μια εποχή έντονης πολιτικής και κοινωνικής αναταραχής στην Ιταλία, καθώς το «Κίνημα του ’77» εισέβαλε ορμητικά στην πολιτική σκηνή, αντηχώντας τον παταγώδη θόρυβο της ανυπομονησίας των νέων προλεταριακών αναγκών. Η έκδοση του έκτου τεύχους, που ήταν σχεδόν έτοιμο στα τέλη του 1979, διακόπηκε από τη σύλληψή του Μανιάγκι στις 12 Δεκεμβρίου στο πλαίσιο της έρευνας της 7ης Απριλίου. Ολοκληρώθηκε σε μορφή βιβλίου με τίτλο “Ricerche di Quaderni del Territorio” (Έρευνες των Τετραδίων Εδάφους), πάλι από τις εκδόσεις Celuc, το 1981. Πολλά χρόνια αργότερα, το 2021 κυκλοφόρησε ένας συγκεντρωτικός τόμος με τίτλο “Quaderni del Territorio: Dalla città fabbrica alla città digitale” (Τετράδια του Εδάφους: Από την πόλη-εργοστάσιο στην ψηφιακή πόλη) από τις εκδόσεις Derive Approdi, ο οποίος περιλαμβάνει τα σημαντικότερα δοκίμια εκείνης της περιόδου.

Στα τεύχη 4 και 5 περιλαμβάνεται η εμβληματική έρευνα της Silvia Belforte και άλλων ερευνητών του Πολυτεχνείου του Τορίνο με τίτλο “La riconversione del territorio” (Η αναδιάρθρωση του εδάφους), καθώς αναλύει την αποκέντρωση της παραγωγής (το κεφάλαιο «εγκατέλειψε» τα μεγάλα εργοστάσια όπως της FIAT) δημιουργώντας το μοντέλο της «διάχυτης πόλης» (città diffusa), όπου έλαβε χώρα η μετάβαση από τον παραδοσιακό βιομηχανικό εργάτη σε νέες, πιο αβέβαιες μορφές απασχόλησης. Εστιάζει στις μορφές χωρικού ελέγχου που αναπτύχθηκαν και ειδικότερα στο πως χρησιμοποιήθηκε η οργάνωση του εδάφους ως εργαλείο για την κάμψη των εργατικών διεκδικήσεων της δεκαετίας του ’70.

Στο περιοδικό αρθρογραφούσαν συλλογικότητες αρχιτεκτόνων, πολεοδόμων και ερευνητών διαφορετικών πεδίων από πολλά ιταλικά πανεπιστήμια. Οι ερευνητές αυτοί, ενταγμένοι στις κοινωνικές κινητοποιήσεις της περιόδου, μετέφεραν με «επιστημονική αυστηρότητα» την εργατίστικη σκέψη στην ερμηνεία των αστικών και κοινωνικο-εδαφικών μετασχηματισμών, θεωρώντας τους ως αποτέλεσμα της ταξικής σύγκρουσης. Μέσα από το περιοδικό αναδύθηκε ένα ευρύ και εμβριθές πανόραμα των διαδικασιών της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης του χώρου, τόσο σε περιφερειακό επίπεδο (παραγωγική αποκέντρωση, διάχυτο εργοστάσιο, τριτογενειοποίηση των κέντρων) όσο και σε πλανητικό (παγκόσμια συστήματα παραγωγής, μητροπόλεις της διοίκησης και της τεχνο-οικονομίας). Αναλύθηκε επίσης η νέα κοινωνική σύνθεση της εργασίας, με την ανάπτυξη της αυτοαπασχόλησης και της επισφάλειας, τα μεγάλα μεταναστευτικά ρεύματα στον παγκόσμιο Νότο, η αυξανόμενη φτώχεια, καθώς και οι νέες μορφές και στόχοι των συγκρούσεων, οι οποίες αποκτούσαν όλο και πιο σύνθετη άρθρωση στο κοινωνικό και εδαφικό επίπεδο.

Μέσα από αυτά τα κείμενα γεννήθηκε η έννοια της «συνείδησης του τόπου» (Coscienza dei luoghi), που χρησιμοποιείται για να περιγράψει την κοινωνική και πολιτική αναγνώριση του τόπου ως «κοινού αγαθού», που απαιτεί φροντίδα και συμμετοχικό σχεδιασμό.

Στην εργατιστική και μετα-εργατιστική ανάλυση, ο συγκεκριμένος όρος (συνείδηση του τόπου) δεν αναφέρεται απλώς σε μια τοπική ταυτότητα, αλλά στην πολιτική συνειδητοποίηση των υποκειμένων σχετικά με την αξία του βιοτικού τους χώρου απέναντι στην καπιταλιστική απεδαφικοποίηση. Στο έργο του Αλμπέρτο Μανιάγκι και της «Εδαφικής Σχολής» (Scuola Territorialista), η κοινωνική σύγκρουση συνδέεται άρρηκτα με την έννοια της «επανεδαφικοποίησης» (reterritorialization). Ο όρος αυτός περιγράφει την καπιταλιστική στρατηγική των 70s για τη διάλυση των μεγάλων εργοστασιακών μονάδων, δηλαδή το «σπάσιμο» της παραγωγής σε μικρά εργαστήρια, κατ’ οίκον εργασία και υπεργολαβίες, διασκορπισμένα σε ολόκληρη την αστική επικράτεια.

Οι εκδόσεις συνέδεσαν την πολεοδομία με την πολιτική οικονομία και την κοινωνική κριτική της μητροπολιτικής ανάπτυξης. Το κεντρικό θέμα ήταν η ανάλυση της μετάβασης από τη «φορντική πόλη-εργοστάσιο» στη σύγχρονη «ψηφιακή πόλη». Για τον Μανιάγκι, το «έδαφος» αποκτά κεντρική σημασία στις κοινωνικές διεκδικήσεις, αντικαθιστώντας τη στενή εστίαση μόνο στον χώρο εργασίας. Ολόκληρη η επικράτεια λειτουργεί πλέον ως χώρος παραγωγής αξίας, καθιστώντας την πόλη και το έδαφος το νέο πεδίο της ταξικής πάλης.

***

War – War – War – War

There’s war in Afghanistan

And war in Northern Ireland

And war in South America

And war in Africa

And war – Violence

War – Oppression

Απαγγέλοντας με μία δαιμονική κραυγή αυτούς τους στίχους ξεκινούσε το τραγούδι War που κυκλοφόρησε από την θρυλική anarcho-punk μπάντα Zounds το 1980. Μέσα από έναν ήχο, που ακουγόταν σαν χιλιάδες βασανισμένες ψυχές, επιχείρησαν να αποτυπώσουν τη βαρβαρότητα των πολεμικών συγκρούσεων της εποχής. Πίστεψαν ότι οι ανθρώπινες κοινωνίες θα μπορούσαν να μπλοκάρουν τη μηχανή του θανάτου και οι επόμενες γενεές θα ζούσαν ειρηνικά μακριά από τον πόνο και τον θάνατο. Οι ελπίδες τους όμως διαψεύστηκαν οικτρά, αφού έγιναν μάρτυρες δεκάδων αντίστοιχων θηριωδιών τα αμέσως επόμενα χρόνια.

Σήμερα, βρισκόμαστε μπροστά σε μία πρωτόγνωρη συνθήκη, σ΄ ένα περιβάλλον όπου η διαρκής κλιματική, οικονομική κρίση διασταυρώνεται με τον πολλαπλασιασμό των πολέμων εξόντωσης, την κανονικοποίηση της γενοκτονίας στη σχέση μεταξύ κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων και αποκλεισμένων πληθυσμών και τη νέα πραγματικότητα που εγκαινίασε η πανδημία, επανακωδικοποιώντας τη σχέση μεταξύ των σωμάτων. Συντελείται μία μετάβαση σε κάτι που ξεπερνά τις προυπάρχουσες κρίσεις και είναι πολύ βαθύτερο: μία αποσύνθεση του κόσμου που γνωρίζουμε. Η απειλή ή η διεξαγωγή πολέμων λειτουργεί για μία ακόμη φορά ως «σωσίβιο» για να αποφευχθεί μία νέα οικονομική κατάρρευση και μία νέα κοινωνική κρίση, επιτρέποντας στο καπιταλιστικό σύστημα να επιχειρήσει να ξεπεράσει τα εσωτερικά του αδιέξοδα και να ξεκινήσει έναν νέο γύρο συσσώρευσης πλούτου. Η οικονομική στρατηγική του Στρατιωτικού Κεϋνσιανισμού αποτελεί το όχημα εξόδου από την κρίση, μία στροφή από το κράτος πρόνοιας (welfare) στο κράτος πολέμου (warfare), που θα εγγυηθεί την «ορθολογικότητα» της καπιταλιστικής αξιοποίησης, δηλαδή, της αντικειμενικής καταναγκαστικής ανάγκης για συνεχή παραγωγή αξίας.

***

Ζούμε σε περίεργες εποχές, όπου η ζωή υποβιβάζεται ολοένα και περισσότερο σε εμπόρευμα και όλοι μας αποσυρόμαστε σιγά σιγά στην μοναξιά μιας κατακερματισμένης καθημερινής ζωής που τείνει να διαλυθεί από τις πολλαπλές μορφές βίας που την διαπερνούν. Βιώνουμε ένα κενό νοήματος που παράγεται από μια βαθιά κρίση του σύγχρονου δυτικού και καπιταλιστικού πολιτισμού, μια αδυναμία να επεξεργαστούμε τους σημερινούς τεχνολογικούς και παραγωγικούς μετασχηματισμούς που βρίσκονται σε εξέλιξη καθιστώντας τις ζωές μας παγιδευμένες ανάμεσα στην ανάγκη για επιβίωση και την αδυναμία δημιουργίας. Η θλίψη της εποχής μας δεν αντιστοιχεί πλέον στην πλήξη, αλλά μάλλον στην απερίγραπτη αποστροφή προς τις βάναυσες μορφές υποδούλωσης που αναδύονται και στοχεύουν στη διατήρηση συστημάτων ελέγχου που έχουν σχεδιαστεί για να καθορίζουν την επικράτηση νέων ιεραρχιών. Πρόκειται για μια συνθήκη με πολλαπλά διακυβεύματα για τις υποτελείς τάξεις, καθώς αποτυγχάνουν προς ώρας να αποτινάξουν από πάνω τους το νέο «κλινικό βλέμμα», ένα βλέμμα που πραγμοποιεί τις μορφές ζωής, τις απογυμνώνει από την μοναδικότητα και το συναίσθημα και ταπεινώνει τις τάσεις τους προς την ποικιλομορφία.

Ωστόσο, ενώ ο φόβος κυριαρχεί είναι δυνατό να διακρίνουμε θραύσματα ελπίδας, μικρές εντάσεις που παράγουν διάσπαρτες ρωγμές, εγκαινιάζοντας νέους δημόσιους χώρους και νέες μορφές κοινότητας. Η απελπισία και η οργή ιδωμένα όχι ως απλά συναισθήματα, αλλά ως υλικές κινητήριες δυνάμεις της ταξικής σύνθεσης των εν κινήσει κοινωνικών στρωμάτων.

***

Η εν λόγω ιστοσελίδα γεννήθηκε από μια βαθιά ανησυχία για τις ιστορικές, ταραγμένες εποχές που ζούμε, την παγκόσμια ηγεμονική κρίση, τους πολέμους, την υπερθέρμανση του πλανήτη, τη γενοκτονία στη Γάζα, αλλά και από το πολιτικό πάθος που μας ωθεί να μετατρέψουμε αυτό το άγχος σε πιθανότητα μετασχηματισμού.

Καθοδηγήθηκε επίσης από το έκδηλο πολιτικό και θεωρητικό αδιέξοδο που διατρέχει τον κόσμο των «κινημάτων» τόσο στην ελληνική περίπτωση αλλά και πέραν αυτής. Παρατηρούμε ότι μετά το κλείσιμο εκείνου του εκρηκτικού κύκλου αγώνων 2006-2012, τα κινήματα των από τα κάτω αδυνατούν να ανοίξουν περάσματα, να δημιουργήσουν ρωγμές και να συνάψουν νέους κοινωνικούς δεσμούς. Οι πολλαπλοί χωροχρόνοι εκείνης της ανταγωνιστικής κίνησης που παρήγαγε ρήξεις με τον πανοπτικό κρατικό μηχανισμό και παράλληλα αποδιάρθρωνε οποιαδήποτε σύνθεση-αντιπροσώπευση συνάντησε ένα όριο. Σε εκείνη την χρονική συγκυρία μία διερώτηση σε σχέση με τις υποκειμενικότητες των αγωνιζομένων, τη γενεαλογία, τα ριζώματα στο μητροπολιτικό έδαφος, τους μετασχηματισμούς της εργασίας, τη χωρική κινητικότητα και την χρονική ευελιξία, ήταν αναγκαία. Οι νέες έρευνες της ταξικής σύνθεσης θα έπρεπε να καταδυθούν στις δυνάμεις της κοινωνικής συνεργασίας και του κοινού, διασχίζοντας τους χώρους της μητρόπολης και ανακαλύπτοντας τους τρόπους με τους οποίους συνευρίσκονται τα υποκείμενα, τους τόπους που εκδηλώνονται οι νέες εκφράσεις που συγκροτούν τα ίχνη ανασύνθεσης του πλήθους. Εκεί στην απουσία κάθε πολιτικής αντιπροσώπευσης θα έπρεπε να αναζητηθούν τα ίχνη της νέας πολιτικής σύνθεσης, δηλαδή της μορφής της πολιτικής οργάνωσης.

Αντιθέτως το «οργανωμένο» κίνημα κλείστηκε στον εαυτό του, η δημιουργία αλληλοεπιβλεπόμενων οργανώσεων-ομοσπονδιών που αναζητούσαν τη συνοχή και την ενότητα των αντισυστημικών δυνάμεων και επεδίωκαν να ηγεμονεύσουν στο «πραγματικό» κίνημα, επικράτησε σαν τάση, σαν την μοναδική επιλογή μπροστά στην αδυναμία να εφεύρουμε τις νέες μορφές οργάνωσης ικανές να συλλάβουν τις τρέχουσες τροχιές της υποκειμενοποίησης. Η οργάνωση για την οργάνωση, με πολλά δάνεια από την αντιιμπεριαλιστική λενινιστική αριστερά, αποτυπώθηκε όχι μόνο σε επίπεδο μορφής και φρασεολογίας αλλά κυρίως περιεχομένων. Γίναμε μάρτυρες μιας εμμονικής επίκλησης σ ένα ένδοξο εαμικό παρελθόν, μιας απόπειρας να εμφανιστεί εκείνο το «αγαπημένο κόκκινο νήμα της μνήμης» ως ενοποιητικό στοιχείο της -έστω εξωραϊσμένης- πραγματικότητας εκείνης της (όντως ηρωικής και γνήσια αγωνιστικής) Αριστεράς με τα αντιαυταρχικά κινήματα που ξεπήδησαν μετά τη μεταπολίτευση. Μια οικειοποίηση πολιτικών παραδόσεων που βρίσκουν στην ενότητα του λαού το αδιαφιλονίκητο σημείο αναφοράς τους. Όμως η Αριστερά το μόνο που διαθέτει ως «δική της» πραγματικότητα είναι η ιστορία της – η ιστορία των αγώνων και των οργανώσεών της. Η λειτουργία των ιδεολογικών φαντασμάτων αυτής της ιστορίας, ενίοτε ανασύρεται για να εμψυχώσει και να ενισχύσει μια μορφή παρωχημένης αγωνιστικότητας, η οποία αδυνατεί να διαβάσει τις συμπεριφορές της νέας ετερόκλητης ταξικής φιγούρας που γεννήθηκε και αναπτύχθηκε στα έγκατα της παγκόσμιας κρίσης. Να προβλέψει τους τόπους παραγωγής της νέας ανταγωνιστικής υποκειμενικότητας και να αναπαραστήσει τις μορφές που προσλαμβάνουν οι κοινωνικές συγκρούσεις.

***

Τέτοιες μικρές απόπειρες, όπως ο συγκεκριμένος ιστότοπος, θα έπρεπε να στοχεύουν ακριβώς στην ενθάρρυνση της εις βάθος μελέτης, τον αναστοχασμό, την αναζωογόνηση των πρακτικών έρευνας και την παραγωγή ριζοσπαστικής κριτικής σκέψης, αναζητώντας νέους φακούς μέσα από τους οποίους θα δούμε την εποχή μας, ένα ακόμη εργαλείο για τη χαρτογράφηση των νέων πολιτικών συντεταγμένων, για μια ανανεωμένη μαχητικότητα, για τη σύνδεση, υποκειμενικοτήτων, κινημάτων και θραυσμάτων ζωής. Μορφών ζωής που συνδέονται μεταξύ τους μέσω δεσμών που δεν βασίζονται σε κοινά πεπρωμένα ή κοινές ρίζες, αλλά σε κουλτούρες, συμπεριφορές, και άμεσα συμφέροντα, τα οποία συγκροτούν τον τρόπο της κοινής τους ύπαρξης, τις στρατηγικές αγανάκτησης που ορίζουν την ταυτότητάς τους, όσο εφήμερη κι αν είναι αυτή.

Μια πυξίδα για την πλοήγηση στο συστημικό χάος του παρόντος που θα μας βοηθήσει να συλλάβουμε τις νέες μορφές κοινωνικής ανυποταξίας, κατασκευάζοντας μια χαρτογραφία τόσο των νέων μορφών εκμετάλλευσης αλλά ταυτόχρονα και της νέας άρθρωσης των ταξικών αγώνων. Το άνοιγμα ενός νέου χώρου που θα μας επιτρέψει να διακρίνουμε τα σημεία της κρίσης μέσα από την αναβίωση της αυτονομίας της ταξικής οπτικής γωνίας, συνδυάζοντάς και μολύνοντάς την με τους νέους γλωσσικούς χώρους επικοινωνίας και τις νέες εκφραστικές μηχανές που παράγουν αδιάκοπα νέες υποκειμενικές μορφές ζωής. Αυτές είναι μερικές από τις ερευνητικές γραμμές που θα επιδιώξουμε να ακολουθήσουμε, για να πυροδοτήσουμε έναν διάλογο μεταξύ των ποικίλων εμπειριών των κινηματικών πραγματικοτήτων, προσδοκώντας να δοθεί ζωή σε ένα νέο «εμείς», ένα «εμείς» που θα εφεύρουμε, θα κατασκευάσουμε και θα δημιουργήσουμε, με σκοπό την ανάπτυξη εργαλείων για μια νέα πολιτική μαχητικότητα.

Μέσα από το παρόν εγχείρημα γίνεται μια προσπάθεια να μεταφερθεί μια πολιτική συζήτηση εν εξελίξει, η οποία αφορά τις δυνατότητες ανασύνθεσης των κινημάτων του ανταγωνισμού. Άρθρα και συνεντεύξεις που θα κυμαίνονται από τον ρόλο του πολέμου, των οικονομικών και των ψηφιακών τεχνολογιών ως κινητήριες δυνάμεις του σύγχρονου κόσμου έως τον τρόπο με τον οποίο μετασχηματίζονται οι χωρικότητες. Ένας πλούτος που θα μας βοηθήσει να επανερμηνεύσουμε το τρέχον πολιτικό και κοινωνικό τοπίο, εγείροντας νέες πυξίδες, συναρμολογώντας αναλύσεις, γνώσεις, θεωρίες και έρευνες που έχουν το βλέμμα τους στραμμένο στη νέα φυσιολογία των κινημάτων και των αγώνων, τους τρόπους με τους οποίους αναπαράγονται, εξαπλώνονται και συγκρούονται.

Ποια είναι η σχέση μεταξύ της διεθνικής δυναμικής των κινημάτων και των εδαφικών τους προσδιορισμών; Εξετάζοντας, για παράδειγμα τις διαδρομές του Ni Una Menos, της διεθνούς κινητοποίησης για την Παλαιστίνη, τα κινήματα για το κλίμα και το Black Lives Matter, τις κατασκηνώσεις τύπου Occupy και την μητροπολιτική απεργία στη Μινεάπολη, τις ταραχές στο Ιράν και τις εξεγέρσεις των αυτόχθονων πληθυσμών μέχρι το ζαπατίστικο ταξίδι για τη ζωή, και παραπέρα το «αίνιγμα» των νέων «πολιτικών μορφών».

***

Σε μια στιγμή όπως η σημερινή, κατηγορίες που έμοιαζαν σταθερές, όπως η ταξική πάλη, η επανάσταση, η πρωτοπορία, το κεφάλαιο, φαίνονται ακατανόητες και μακριά από τα ενδιαφέροντα και τα αιτήματα της πλειοψηφίας των κοινωνικών συντελεστών. Η συγκεκριμένη διαπίστωση δίνει μία απάντηση στο παρακάτω επιτακτικό ερώτημα: Γιατί όλες οι μαζικές κινητοποιήσεις των τελευταίων ετών απέτυχαν να παράγουν και να σταθεροποιήσουν νέες ισορροπίες δυνάμεων, και να εφεύρουν μορφές οργάνωσης και πρακτικές διάσχισης, ικανές να περάσουν στην αντεπίθεση;

Η ανάδυση μιας νέας ποιότητας κοινωνικών κινημάτων επιχείρησε να απαντήσει άμεσα στις προκλήσεις μιας ρευστής και διαρκώς μεταβαλλόμενης πραγματικότητας, όμως δεν υπήρχε πλέον η ένταση, η διάχυση, η συντακτική δύναμη, που απαιτούνταν για να εμπνεύσει ένα κύκλο διεθνών αγώνων. Οι επιθυμίες και οι ανάγκες των αγωνιζομένων δεν μπόρεσαν να μεταφραστούν κατάλληλα, ώστε να μεταλαμπαδευτούν σε διαφορετικά συμφραζόμενα. Οι αγώνες που διεξάγονται σε όλο τον κόσμο μοιάζουν γραμμένοι σε μία ακατάληπτη ξένη γλώσσα. Πρέπει να κατασκευαστεί μια κοινή γλώσσα που θα διευκολύνει την επικοινωνία, όπως έκαναν οι γλώσσες του προλεταριακού διεθνισμού για τους αγώνες της προηγούμενης εποχής.

Αυτή τη νέα γλώσσα θα πρέπει να την αναζητήσουμε μέσα στον ορυμαγδό των αντιστάσεων και των συλλογικών δημιουργιών, στα διάκενα της μητρόπολης, ικανή να μιλά για σχέσεις και κινήματα, να συλλαμβάνει το εφήμερο και τα αόρατα ρεύματα του προσωρινού, ευέλικτου προλεταριάτου. Μια νέα γλώσσα, λοιπόν, θα πρέπει να ανοίξει τον δρόμο μέσα από τον λαβύρινθο των εννοιών που έχουν παραχθεί από τη σύνδεση των μοναδικοτήτων, υποκειμένων υπό διαμόρφωση που είναι έντονα εδαφοποιημένα, μια γλώσσα που θα την ανασύρουμε από τα υπόγεια των αστικών «κηλίδων». Μια διαδικασία αναδιαμόρφωσης σε βάθος που ενώνει τα συμβάντα στην κατασκευή μιας κοινότητας και που η σύνθεσή τους εκφράζεται ως δύναμη, ως συσσώρευση διασχισμένου χρόνου. Ενός παραγωγικού χρόνου που πλέον υπερβαίνει τον εργασιακό χρόνο, που ολοένα και περισσότερο παύει να είναι υποτελής στην αναπαραγωγή της εργατικής δύναμης και καθίσταται χρόνος πλούσιος σε κοινωνικές σχέσεις, ικανός για επικοινωνία, κάτοχος τεράστιων πόρων και γνώσεων, μια παραγωγική δύναμη που ζει μέσα στον αγώνα εναντίον της εργασίας.