Μαθαίνοντας να αγωνίζομαι: η δική μου ιστορία ανάμεσα στον εργατισμό και τον φεμινισμό

της Leopoldina Fortunati

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 5 Δεκεμβρίου του 2025 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista.

Εικόνα: Angelica Ferrara

Επανακυκλοφορεί σε μια νέα διευρυμένη έκδοση, στη σειρά Femminismi των εκδόσεων ombre corte, το έργο «Το Arcano (απόκρυφο) της Αναπαραγωγής» της Λεοπολντίνα Φορτουνάτι, ένα από τα κείμενα αναφοράς της ιταλικής, και όχι μόνο, μαρξιστικής φεμινιστικής θεωρίας. Γραμμένο το 1981, στον απόηχο της βίαιης κατασταλτικής επίθεσης ενάντια στα κοινωνικά κινήματα στην Ιταλία, το βιβλίο συγκεντρώνει τους στοχασμούς που αναπτύχθηκαν κατά τα χρόνια των φεμινιστικών αγώνων της προηγούμενης δεκαετίας και θέτει στο επίκεντρο το ζήτημα της κοινωνικής αναπαραγωγής ως κομβικό στοιχείο της καπιταλιστικής παραγωγής. Σε διαρκή διάλογο με τον Μαρξ και τον μαρξισμό, και οικειοποιούμενη την πολιτική επεξεργασία της καμπάνιας για τον Μισθό στην Οικιακή Εργασία, η Φορτουνάτι οικοδομεί μία από τις πρώτες και πλέον ριζοσπαστικές συστηματοποιήσεις της ανάλυσης της αναπαραγωγικής εργασίας.

Η νέα έκδοση, εμπλουτισμένη με ένα εκτενές καταληκτικό κεφάλαιο στο οποίο η συγγραφέας θέτει υπό τη δοκιμασία του παρόντος τους στοχασμούς και τις αναλυτικές κατηγορίες που επεξεργάστηκε στο Arcano, παρουσιάζεται ως μια πολιτική όσο και εκδοτική ευκαιρία: το έργο της Φορτουνάτι συνεχίζει, πράγματι, να μας θέτει κρίσιμα ερωτήματα, τι είναι η κοινωνική αναπαραγωγή και πώς αρθρώνεται στον σύγχρονο καπιταλισμό η σχέση μεταξύ παραγωγής και αναπαραγωγής; Μπορούμε ακόμα να μιλάμε για την «εργάτρια του σπιτιού»; Πώς σχετίζεται η ανάλυση της αναπαραγωγής με τις νέες θεωρητικές και πολιτικές προκλήσεις που διανύουμε στην παρούσα συγκυρία του πολέμου, της γενοκτονίας και της εκμετάλλευσης;

Σήμερα η Φορτουνάτι συγκαταλέγεται επίσης σε μία από τις κεντρικές φυσιογνωμίες του Reproductive Labor Network, ενός διεθνούς δικτύου έρευνας και ακτιβισμού που διερευνά την αναπαραγωγική εργασία, από την οικιακή φροντίδα μέχρι τη συναισθηματική εργασία, και από τη μητρότητα μέχρι την εμπορευματοποίηση των σωμάτων, προωθώντας μαρξιστικές-φεμινιστικές αναλύσεις και συλλογικά εγχειρήματα μετασχηματισμού.

Το απόσπασμα που ακολουθεί είναι η μετάφραση ενός κειμένου[1] του 2013 στο οποίο η Φορτουνάτι ανατρέχει στην δική της πολιτική συγκρότηση, τη σχέση της με τον εργατισμό, τις επιτακτικές ανάγκες των φεμινισμών εκείνων των χρόνων και τις ανεπίλυτες εντάσεις εκείνης της ιστορικής περιόδου. Πρόκειται για στοιχεία απαραίτητα για την κατανόηση όχι μόνο της γένεσης του Arcano, αλλά και της επικαιρότητάς του: το να φανταστούμε σήμερα έναν υλιστικό φεμινισμό ικανό να διαγνώσει τις διαδικασίες αξιοποίησης της θηλυκοποίησης και να συγκροτήσει τον φεμινισμό ως επαναστατικό εργαλείο ικανό να ενεργοποιήσει εκ νέου την άρθρωση μεταξύ φύλου και τάξης. Διότι, όπως έγραφε: «εμάς δεν μας ενδιαφέρει να απελευθερωθούμε από την οικιακή εργασία για να αφομοιωθούμε στην εκμετάλλευση του εργάτη. Ούτε μας ενδιαφέρει να αλλάξουμε τη μορφή της εκμετάλλευσης στην οποία υποκείμεθα για να μπορούμε να λεγόμαστε χειραφετημένες […] πρόκειται για τον ακριβώς αντίθετο δρόμο από εκείνον που διατρέχει αυτή η μελέτη, η οποία βλέπει ως κεντρική στιγμή της φεμινιστικής πολιτικής στρατηγικής όχι τον αγώνα για την εξωοικιακή εργασία, αλλά τον οργανωμένο αγώνα ενάντια στην εργασία, για την οριστική καταστροφή της μη άμεσα μισθωτής εργασίας, καθώς και της μισθωτής» (σελ. 8-9).

Μετάφραση (στα ιταλικά) και επιμέλεια: Chiara Luce Breccia.

                                                                             ***

Η Λεοπολντίνα Φορτουνάτι, μπροστά από γκράφιτι της Potere Operaio, Ιούνιος 1972.

Όταν ήρθα σε επαφή με τον εργατισμό ήμουν δεκαεννέα χρονών και ήμουν αγωνίστρια του φοιτητικού κινήματος στο Πανεπιστήμιο της Πάντοβα. Στην αρχή, επειδή ήμουν πολύ νέα, περισσότερο άκουγα παρά μιλούσα. Θυμάμαι καλά πόσες φορές ήθελα να πάρω τον λόγο στις συνελεύσεις, αλλά ήμουν ντροπαλή και ανασφαλής, κι έτσι στο τέλος προτιμούσα να μένω σιωπηλή.  

Οι καθοδηγητές (leader) του κινήματος ήταν φοιτητές με προηγούμενη πολιτική εμπειρία, συχνά ήδη συνδεδεμένοι με κόμματα ή οργανώσεις. Εγώ, αντίθετα, είχα μόνο τις πεποιθήσεις μου: ήθελα έναν κόσμο πιο δίκαιο, ελεύθερο και ίσο. Η μοναδική μου πολιτική εμπειρία ήταν, στα δεκατέσσερά μου, η συμμετοχή στις απεργίες ενάντια στις γαλλικές πυρηνικές δοκιμές στον Ειρηνικό. Φοιτούσα στο λύκειο Τίτο Λίβιο (Tito Livio) της Πάντοβα και οι μαθητές που απεργούσαν ήταν ελάχιστοι. Θυμάμαι τον λυκειάρχη που προσπάθησε να με πιάσει από το αυτί για να με γυρίσει στην τάξη: εγώ ξέφυγα και του απάντησα ότι δεν μπορούσε να μου συμπεριφέρεται έτσι. Όλοι οι μαθητές που συμμετείχαν τιμωρήθηκαν, με συνέπειες που οδήγησαν σε καθυστέρηση της σχολικής τους εξέλιξης.

Η δεύτερη μεγάλη εμπειρία που με προετοίμασε για την πολιτική στράτευση ήταν ότι δήλωσα άθεη στα 16 μου. Ζούσα με την οικογένειά μου στο Ντόλο (Dolo), ένα μικρό χωριό ανάμεσα στην Πάντοβα και τη Βενετία, και η οικογένειά μου ήταν πολύ καθολική. Κοιτάζοντας γύρω μου, έβλεπα τόση φτώχεια και αδικία, και μια Εκκλησία που έκανε πολύ λίγα. Η στάση μου, που στρεφόταν κυρίως ενάντια στον ρόλο της εκκλησιαστικής ιεραρχίας, ήταν αρχικά ένα σοκ για τους γονείς μου, οι οποίοι τελικά την αποδέχτηκαν.

Στα δεκαοκτώ μου αποφάσισα να φύγω από το σπίτι για να είμαι ανεξάρτητη καθώς σπούδαζα στο πανεπιστήμιο. Όχι τόσο επειδή οι γονείς μου δεν είχαν τα μέσα να με στηρίξουν –αντίθετα, ήταν εύποροι. Το ζήτημα ήταν ότι ήθελα να έχω μεγαλύτερο έλεγχο στη ζωή μου και να ζω χωρίς προνόμια. Έκανα ένα σωρό διαφορετικές δουλειές: πωλήτρια σε βιβλιοπωλείο, πλασιέ έργων τέχνης, βιβλιοθηκάριος στο πανεπιστήμιο. Εκείνη την περίοδο οι γονείς μου έκλαιγαν συχνά: από τη δική τους οπτική, η μοναχοκόρη τους (είχα τρία αδέρφια) ήταν η πιο ανυπότακτη και αντιμετώπιζε τη ζωή με τρόπο που θα της δημιουργούσε δυσκολίες.

Όταν μπήκα στο πανεπιστήμιο, στη Φιλοσοφική Σχολή, το φοιτητικό κίνημα βρισκόταν σε πλήρη ανάπτυξη. Ήταν ένα κίνημα μοναδικό: ήθελε να επανεφεύρει την καθημερινή ζωή και την κοινωνία, ξεκινώντας από τον μετασχηματισμό του πανεπιστημίου. Εντάχθηκα αμέσως, με ενθουσιασμό. Ως φοιτητές, όμως, ήμασταν αποκομμένοι από τον υπόλοιπο κόσμο, ειδικά από τους εργάτες, που εκείνη την περίοδο ήταν απορροφημένοι στους δικούς τους αγώνες. Για τον λόγο αυτό, αποφάσισα να συμμετάσχω στους αγώνες των μετακινούμενων εργαζομένων (pendolari) και των αποθηκάριων.  

Οι μετακινούμενοι εργάτες (pendolari) απαιτούσαν ο χρόνος της μετακίνησης να αναγνωριστεί ως χρόνος εργασίας και όχι ως ατομικό πρόβλημα. Τα τρένα ήταν τα χειρότερα των κρατικών σιδηροδρόμων: ερείπια και πάντα με καθυστέρηση, χωρίς κανέναν σεβασμό για τους εργαζόμενους – για παράδειγμα, αν υπήρχε καθυστέρηση, κανείς δεν ενημέρωνε για τον λόγο ή για το πότε θα έφτανε πραγματικά το τρένο. Οι εργάτες των μεγάλων αποθηκών διεκδικούσαν υψηλότερους μισθούς και πιο ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, ξεκινώντας από τη μείωση του χρόνου εργασίας. Η συμμετοχή σε αυτούς τους αγώνες με ανάγκασε να κατανοήσω καλύτερα τον ρόλο της εργατικής τάξης στην καπιταλιστική κοινωνία και να αναμετρηθώ με το πώς θα αναλύσω βαθύτερα αυτόν τον ρόλο.

Εκείνη την περίοδο, παρακολούθησα ένα σεμινάριο του Ferruccio Gambino (Φερούτσιο Γκαμπίνο) πάνω στο Κεφάλαιο του Μαρξ, στη Σχολή Πολιτικών Επιστημών. Τότε άρχισα επιτέλους να κατανοώ τη σημασία πολλών κατηγοριών και εννοιών που χρησιμοποιούνταν στο κίνημα, αλλά για μένα παρέμεναν μέχρι τότε ασαφείς. Τα σημαντικότερα πράγματα που έμαθα σε εκείνα τα μαθήματα ήταν βασικές έννοιες όπως τάξη, κεφάλαιο, εργατική τάξη, παραγωγική και μη παραγωγική εργασία, υπεραξία κ.ο.κ.· έννοιες επανερμηνευμένες υπό το πρίσμα του παρόντος, ικανές δηλαδή να συλλάβουν τις μεταβολές που επέφερε το κεφάλαιο στην ιστορία. Η ανάγνωση που πρότεινε ο Φερούτσιο ήταν πολύ διαφορετική από την ορθόδοξη εκδοχή που είχε επεξεργαστεί το Ιταλικό Κομμουνιστικό Κόμμα.

Συνειδητοποίησα γρήγορα ότι, σε αυτό το πλαίσιο, υπήρχε μια σπουδαία πολιτική ευφυΐα στην αναμέτρηση με το παρόν, αλλά και στην κατανόηση του παρελθόντος· και ότι η ομάδα Potere Operaio (Εργατική Εξουσία) και ο λόγος της πρόσφεραν μια εξαιρετικά ισχυρή «εργαλειοθήκη» για όλες τις αγωνίστριες και τους αγωνιστές στους πολιτικούς τους αγώνες. Πάνω απ’ όλα, αυτή η ομάδα ήταν αφοσιωμένη στο να οικοδομήσει μια οργάνωση όπου φοιτητές και εργάτες θα μπορούσαν να βρουν έναν κοινό χώρο συνάντησης και σύγκλισης. Εκείνη τη στιγμή, το μεγάλο επίδικο ήταν η ρήξη με τους κοινωνικούς φραγμούς που χώριζαν πεισματικά τους φοιτητές από τους εργάτες, τόσο εκείνους στα εργοστάσια όσο και όλους τους υπόλοιπους.

Ομιλία σε διαδήλωση στην Πιάτσα Φερέτο (Piazza Ferretto), στο Μέστρε, Μάρτιος 1974.

Ωστόσο, αυτός ο επαναπροσδιορισμένος Μαρξ, παρά τη θεωρητική του ισχύ έναντι της ορθοδοξίας, παρέμενε τυφλός απέναντι στην εμπειρία των γυναικών. Ο λόγος της Potere Operaio παρέμενε πρωτοποριακός όσον αφορά τα νέα εργοστάσια και τον νέο ρόλο της εργατικής τάξης στο σύγχρονο καπιταλιστικό σύστημα, αλλά αγνοούσε οτιδήποτε σχετιζόταν με την οικιακή εργασία, τις σχέσεις, τα συναισθήματα, τη σεξουαλικότητα, την εκπαίδευση, την οικογένεια, και την κοινωνική αναπαραγωγή εν γένει. Δεν με ενθουσιάζει να μιλώ για τα όρια της Potere Operaio· ως φεμινίστριες τα προσβάλαμε και τα ασκήσαμε κριτική με διάφορους τρόπους, λόγω της έλλειψης επίγνωσης σχετικά με την κοινωνική θέση των γυναικών. Παρ’ όλα αυτά, θεωρώ πως οι αγωνιστές εκείνης της οργάνωσης κατέβαλαν πραγματική προσπάθεια για να διευρύνουν τη σύνθεση της τάξης, κινητοποιώντας διαφορετικά υποκείμενα: από τους εργάτες της γραμμής παραγωγής μέχρι τους υπαλλήλους, και από τους μαθητές μέχρι τους εκπαιδευτικούς. Πέτυχαν πράγματι τεράστια πρόοδο, υπερβαίνοντας τη μαρξιστική ορθοδοξία και μετατρέποντας τη μαρξική παράδοση σε ένα εργαλείο δυναμικό, ικανό να αναλύσει την κοινωνία του δεύτερου μισού του 20ού αιώνα. Δίδαξαν σε όλους τους αγωνιστές, κι εμένα μαζί, την τέχνη να οικειοποιούμαστε τον Μαρξ χωρίς χωρίς δογματισμούς. Η συμμετοχή μου στην Potere Operaio υπήρξε, σε κάθε περίπτωση, περιορισμένη, καθώς σύντομα άρχισα να οργανώνομαι στις γραμμές της αναδυόμενης ομάδας Lotta Femminista (Φεμινιστικός Αγώνας).

Εκείνη την εποχή ήμουν 22 ετών. Στο μεταξύ, είχα ωριμάσει, είχα μάθει πολλά, είχα ξεπεράσει τη συστολή μου να μιλώ δημόσια και είχα καταλάβει ότι είχε έρθει η στιγμή να δώσω ένα πολιτικό νόημα ακόμα και στις προσωπικές μου επιλογές. Ο καθημερινός αγώνας που πολλές γυναίκες είχαν ξεκινήσει για να αλλάξουν τη δική τους κατάσταση και ολόκληρη την κοινωνία είχε ανάγκη από μια συλλογική αντήχηση και μια ενοποιητική δύναμη που θα αύξανε την ισχύ του. Αυτή η δύναμη ήταν η ανακάλυψη της ταξικής συνείδησης, η οποία χρησίμευσε στις πολιτικές οργανώσεις για να οργανώσουν τους κοινωνικούς τους αγώνες. Η Lotta Femminista μετέφερε την εργατιστική εμπειρία μέσα στο φεμινιστικό κίνημα.  

Με βάση αυτή την πολιτική εμπειρία, αποφάσισα να αφιερώσω όλες μου τις δυνάμεις στην ανάλυση της θέσης των γυναικών μέσα από το πρίσμα της μαρξικής πολιτικής οικονομίας, επανεξετάζοντας τις μαρξιστικές κατηγορίες υπό το πρίσμα της φεμινιστικής πολιτικής εμπειρίας. Έγραψα το «Το απόκρυφο της αναπαραγωγής», ωθούμενη από τις ανάγκες του φεμινιστικού αγώνα. Με βοήθησαν πολύ η Mariarosa Dalla Costa και ο Sandro Serafini (της Potere Operaio), οι οποίοι διάβασαν και συζήτησαν το κείμενο κεφάλαιο προς κεφάλαιο.

Αυτό το βιβλίο πραγματευόταν τα κύρια πολιτικά ζητήματα που συζητούνταν εντός του κινήματος εκείνη την εποχή. Έπρεπε να διαχειριστούμε τον δημόσιο και πολιτικό διάλογο μέσα στις ομάδες μας, στο πλαίσιο του φεμινιστικού κινήματος αλλά και του ευρύτερου κινήματος, το οποίο αποτελούνταν από φοιτητές και πολιτικές οργανώσεις όπως η Potere Operaio και η Lotta Continua. Χρειαζόταν να αποσαφηνίσουμε και να εξηγήσουμε, πρώτα σε εμάς τις ίδιες και έπειτα σε ολόκληρο το κίνημα, γιατί οι αγωνιστές όφειλαν να υπερβούν τις μαρξικές κατηγορίες και με ποιον τρόπο. Για παράδειγμα, πώς μπορούν οι γυναίκες να οριστούν ως εργατική τάξη; Ποιες γυναίκες ακριβώς;

Η Lotta Femminista αποτελούσε πάντα μια μειοψηφική τάση εντός του ευρύτερου φεμινιστικού κινήματος, επειδή οι γυναίκες του κινήματος ήταν αρχικά, και ευλόγως, καχύποπτες απέναντι σε οποιαδήποτε πολιτική θεωρία είχε αναπτυχθεί μέσα από τις ανδροκρατούμενες πολιτικές παραδόσεις.

Ωστόσο, για μένα η ειρωνεία έγκειται στο γεγονός ότι ολόκληρο το φεμινιστικό κίνημα θα ήταν πολύ ισχυρότερο αν είχε υιοθετήσει την πολιτική πρόταση για «μισθό στην οικιακή εργασία» (δηλαδή, εργασία φροντίδας, εκπαίδευση, περίθαλψη, γονεϊκότητα), αντί να υιοθετήσει, χωρίς πραγματικά να το γνωρίζει, τη λενινιστική στρατηγική του αγώνα για εργασία έξω από το σπίτι, προκειμένου να εξασφαλιστεί ένας μισθός. Ήταν όμως εξαιρετικά δύσκολο για την ομάδα του «Μισθού για την Οικιακή Εργασία» να βρει έδαφος, καθώς η κυρίαρχη τάση εντός του φεμινισμού θεωρούσε προτιμότερη τη συνολική άρνηση της οικιακής εργασίας, βγαίνοντας μαζικά από τα σπίτια.

Πρωτομαγιάτικη διαδήλωση στη Νάπολη. Από αριστερά: Mariarosa Dalla Costa, Leopoldina Fortunati.

Εκείνη την περίοδο, εμείς οι εργατίστριες φεμινίστριες δεν σταθήκαμε ικανές να πείσουμε το σύνολο του κινήματος ότι η άρνηση της εργασίας έπρεπε να περάσει μέσα από μια διαδικασία μισθολογικής διεκδίκησης· διαφορετικά, η οικιακή εργασία θα επέστρεφε με άλλη μορφή, παράλληλα με την εργασία εκτός σπιτιού, η οποία παρέμενε ούτως ή άλλως ένας ορίζοντας αγώνα. Με άλλα λόγια, το φεμινιστικό κίνημα δεν συμπεριέλαβε ποτέ στο γενικό πολιτικό του πρόγραμμα τον στόχο μας για την κοινωνική αναγνώριση της αξίας της οικιακής εργασίας μέσω του μισθού. Η στρατηγική που εφάρμοζαν οι φεμινίστριες για την οικιακή εργασία περιοριζόταν ουσιαστικά στην άρνησή της. Σύντομα όμως έγινε σαφές ότι αυτή η στρατηγική δεν επαρκούσε, καθώς δεν μπορούσε να καταργήσει την οικιακή εργασία σε μαζική κλίμακα. Το φεμινιστικό κίνημα είχε το μεγάλο πλεονέκτημα ότι έδωσε στις γυναίκες μια διαπραγματευτική ισχύ σε κοινωνικό επίπεδο. Όμως, όπως είχαμε προβλέψει, το ζήτημα της οικιακής εργασίας δεν έπαψε να στοιχειώνει την πολιτική πάλη των γυναικών. Δυστυχώς, μια ουσιαστική συλλογική αποτίμηση πάνω στην αποτυχία αυτής της στρατηγικής δεν έχει υπάρξει ακόμα. Οι νέες γενιές γυναικών πρέπει να διδαχθούν από αυτό το πολιτικό σφάλμα και να κατανοήσουν ότι η οικιακή εργασία, στις υλικές και άυλες πτυχές της, πρέπει να αναγνωριστεί κοινωνικά ως παραγωγική εργασία.

                                                                           ***

Η Λεοπολντίνα Φορτουνάτι, εκ των πρωταγωνιστριών της καμπάνιας για τον μισθό στην οικιακή εργασία και κεντρική φιγούρα του ευρωπαϊκού υλιστικού φεμινισμού, είναι Καθηγήτρια Κοινωνιολογίας της Επικοινωνίας στο Πανεπιστήμιο του Ούντινε. Στα επιδραστικότερα έργα της συγκαταλέγονται Το Arcano (απόκρυφο) της Αναπαραγωγής (1981), γραμμένο στο πλαίσιο της συζήτησης για την αναπαραγωγική εργασία, Ο μεγάλος Καλιμπάν (μαζί με τη Σίλβια Φεντερίτσι, 1984), κείμενο-κλειδί για τη γενεαλογία της γυναικείας υποταγής, καθώς και πρωτοποριακές μελέτες για τα μέσα και τις τεχνολογίες, όπως το Οι Ιταλοί στο τηλέφωνο (Gli italiani al telefono, 1995) και το (Τηλ)επικοινωνώντας στην Ευρώπη (Telecomunicando in Europa, 1998).


[1] Το κείμενο προέρχεται από το: Learning to struggle: my story between workerism and feminism – Leopoldina Fortunati | libcom.org.