του Ali Zokai
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 24 Μαρτίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Euronomade.info

Τεχεράνη 23 Μαρτίου
Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας
Το κείμενο του Ali Zokai επιχειρεί μια ανάλυση του σύγχρονου πολέμου όχι ως εξαίρεση αλλά ως κανονικότητα της παγκόσμιας διακυβέρνησης, εντάσσοντάς τον σε μια ευρύτερη «οντολογία του χάους». Ο πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν δεν εμφανίζεται ως σύγκρουση μεταξύ σαφώς ορισμένων στρατοπέδων, αλλά ως διαδικασία αναδιοργάνωσης του Κράτους-κεφαλαίου και των μηχανών διακυβέρνησης μέσα σε ένα πεδίο αποσταθεροποιημένων και αποκεντρωμένων σχέσεων εξουσίας. Σε αυτό το πλαίσιο, η κρίση ηγεμονίας και η μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο δεν οδηγούν σε αποδυνάμωση της κυριαρχίας, αλλά σε πολλαπλασιασμό και διάχυση των μορφών της.
Παράλληλα, το κείμενο αναδεικνύει τη διπλή παγίδα του σύγχρονου εθνικισμού στο Ιράν, τόσο στη φονταμενταλιστική όσο και στη φιλοδυτική του εκδοχή, οι οποίες, αν και αντιπαρατιθέμενες, συγκλίνουν στη διατήρηση του Κράτους-κεφαλαίου και των καθεστώτων πολέμου. Μέσα σε αυτό το τοπίο, οι αγώνες από τα κάτω εμφανίζονται αποδυναμωμένοι ή απορροφημένοι, ενώ ο διάχυτος κοινωνικός μηδενισμός λειτουργεί ως υλικό υπόστρωμα για την αναπαραγωγή της κυριαρχίας.
Απέναντι σε αυτή τη συνθήκη, ο Zokai δεν προτείνει μια ηθική καταγγελία του πολέμου, αλλά την ανάγκη συγκρότησης νέων μορφών οργάνωσης: μια συλλογική έξοδο από τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας, μέσα από την παραγωγή θεσμών του κοινού, την ενίσχυση των ταξικών αγώνων και τη διαμόρφωση μιας βιοπολιτικής της αντίστασης. Η δυνατότητα μιας τέτοιας προοπτικής δεν βρίσκεται σε ενιαία πολιτικά υποκείμενα ή εθνικά σχέδια, αλλά στις πολλαπλές ετερογενείς μοναδικότητες και στην ικανότητά τους να συγκροτούν σχέσεις, να οργανώνουν συλλογικές μορφές ζωής και να ανοίγουν γραμμές διαφυγής μέσα στο ίδιο το χάος.
***
1.
Η σκόνη και ο καπνός των βομβαρδισμών έχουν τυλίξει ολόκληρη την πόλη. Οι καταστροφικές εκρήξεις μπλόκαραν κάθε δυνατότητα έκφρασης εντός του κοινωνικού σώματος και κάθε δημόσια εκφορά λόγου έχει ανασταλεί. Τώρα, μετά την άνοδο του Μοτζτάμπα Χαμενεΐ στην εξουσία και την παράταση του πολέμου πέραν των δέκα ημερών, η διάχυτη ευφορία των πρώτων ημερών μετατράπηκε σε άγχος και απελπισία. Βρισκόμαστε μπροστά σε ένα ιδιότυπο αδιέξοδο: η κρατική μηχανή πέρασε πλέον στην ανοιχτή στρατιωτική διοίκηση, η οποία απορρόφησε και σκλήρυνε τη μέχρι πρότινος αστυνομική κυβερνητικότητα. Ταυτόχρονα, ο πόλεμος κατακερμάτισε περαιτέρω μια ιρανική κοινωνία ήδη εξασθενημένη. Πέρα από τη λαϊκή ικανοποίηση για τα πλήγματα ενάντια σε φιγούρες του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, αυτός ο πόλεμος ισχυροποίησε τους μηχανισμούς κυριαρχίας πάνω στο κοινωνικό σώμα και θα μπορούσε να ειπωθεί ότι, σε αυτό το πλαίσιο, οι υποκειμενικότητες και οι αγώνες από τα κάτω μετατράπηκαν σε ένα οικοδόμημα που χάθηκε πίσω από το πέπλο της σκόνης.
Η διέξοδος βρίσκεται αλλού: έχουμε ανάγκη από μια φυγή, μια συλλογική έξοδο, ένα κίνημα προς τη συγκρότηση αυτοδιαχειριζόμενων συμβουλίων· ακόμη κι αν αποτελούν μειοψηφία, αντιπροσωπεύουν αυτή τη φωνή που η ασθενής της ηχώ συνιστά σήμερα μια επείγουσα αναγκαιότητα. Μια τέτοια φυγή οφείλει αναγκαστικά να τοποθετηθεί εκτός των τρεχουσών εθνικιστικών και «καμπιστικών[1]» σχέσεων εξουσίας και, ασφαλώς, για να αντιταχθεί στις πολιτικές εδαφικού ελέγχου των Τραμπ και Νετανιάχου, δεν πρέπει να εγκλωβιστεί εκ νέου εντός ενός στρατιωτικο-αστυνομικού καθεστώτος. Είναι επομένως αναγκαίο να υιοθετηθεί μια πληθυντική πολιτική. Όπως ακριβώς στις εξεγερσιακές διαδικασίες της επανάστασης του 1979 ορισμένες ομάδες όχι μόνο διακήρυξαν την ανεξαρτησία τους από τη διαδικασία συγκρότησης του κράτους, αλλά, αντί να δώσουν έμφαση στον εθνικισμό και την οικοδόμηση ενός φονταμενταλιστικού μετααποικιακού κράτους, επέμειναν στον σχηματισμό εργατικών συμβουλίων και αυτοδιαχειριζόμενων περιφερειακών επιτροπών. Αυτές οι ομάδες, αν και υιοθέτησαν μια αντιιμπεριαλιστική θέση, αντιστάθηκαν επίσης στη συγκρότηση ενός κεντρικού κράτους και τελικά καταστάλθηκαν ακριβώς μέσω του αντιαποικιακού, και παραδόξως, καπιταλιστικού λόγου της κεντρικής εξουσίας.
Το συλλογικό μας σώμα, σε αυτή τη συγκυρία, εμφανίζεται ως μια οντότητα κατακερματισμένη, μια μάζα άμορφη και τραυματισμένη. Ο διάχυτος μηδενισμός μέσα στην ιρανική κοινωνία, απότοκο μιας συστηματικής φτωχοποίησης, μιας αστυνομικής διακυβέρνησης και μιας θανατηφόρας βίας, έχει διολισθήσει σε μια μορφή συνέργειας με έναν πόλεμο, ο ρόλος του οποίου είναι η αναδιάρθρωση του Κράτους-Κεφαλαίου και των κυβερνητικών μηχανισμών εντός του τρέχοντος πλαισίου του οντολογικού χάους. Αυτός ο πόλεμος και αυτές οι μηχανές διακυβέρνησης, αδυνατώντας να παραγάγουν μια νέα καθορισμένη τάξη, στοχεύουν στη δημιουργία πολλαπλών και αποκεντρωμένων πεδίων ελέγχου εντός του χάους. Οι απολιθωμένοι φορείς μιας παλιάς τάξης πραγμάτων, εγκλωβισμένοι σε συστήματα αναπαράστασης, έχουν εξαφανιστεί. Αυτό που απομένει είναι ένα πεδίο δυνάμεων χωρίς σταθερό κέντρο, όπου κάθε πόλος εξουσίας μπορεί ακαριαία να αναδειχθεί σε νέα κεντρικότητα και να αναλάβει μια πρωτόγνωρη λειτουργία. Ένα καθαρό χάος, μέσα στο οποίο μια φιγούρα όπως ο Τραμπ ονειρεύεται τον ρόλο του πρωταγωνιστή, ενώ η Ισλαμική Δημοκρατία, με έναν αποκαλυπτικό μηδενισμό και μια αυτοκτονική κυβερνητικότητα, συμβάλλει στη διαιώνιση ενός πολέμου χωρίς τέλος, ενός πολέμου που, αν και έχει επίγνωση της τεχνολογικής της κατωτερότητας, επιχειρεί μέσω μιας στρατηγικής φθοράς να αποσταθεροποιήσει τις ροές της κυκλοφορίας, κυρίως μέσω της κρίσης των συναλλαγών πετρελαίου και φυσικού αερίου, θέτοντας έτσι υπό αμφισβήτηση την παγκόσμια ενεργειακή τάξη. Ένα θέατρο του οποίου η έκβαση παραμένει αβέβαιη. Κι όμως, σχεδόν φασματικά, οι μοναδικότητες του «πλήθους» εμφανίζονται εκεί ως ισχνές αναπαραστάσεις: εκείνες ακριβώς που ενσαρκώνουν τη δυνατότητα της φυγής από τις μηχανές διακυβέρνησης και από την τάξη που θεμελιώνεται πάνω στα πολεμικά καθεστώτα.
Σε αυτό το πλαίσιο, είναι προφανές ότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν διαθέτουν την πλήρη ικανότητα να παραγάγουν μια τάξη πραγμάτων σύμφωνη με τις επιθυμίες τους, αυτό είναι ξεκάθαρα ορατό στην τρέχουσα εξέλιξη του πολέμου. Ωστόσο, αυτή η αδυναμία, σε συνδυασμό με τις μορφές κυβερνητικότητας της Ισλαμικής Δημοκρατίας, συμβάλλει στην αναπαραγωγή και την αναδιοργάνωση του υφιστάμενου χάους. Επομένως, η αδυναμία των ΗΠΑ, αντίθετα με όσα υποστηρίζουν οι καμπιστές, δεν συνεπάγεται απαραίτητα μια αποδυνάμωση της κυριαρχίας. Αντίθετα, επιφέρει μια αναπαραγωγή και αναδιανομή της σε πολλαπλές μορφές, εντός των οποίων γεννιέται η τρέχουσα τάξη, στόχος της οποίας είναι η ολοκληρωτική καταστολή των δυνατοτήτων που ενυπάρχουν στους ταξικούς αγώνες ενάντια στο Κράτος-Κεφάλαιο. Όπως υποστηρίζουν οι Νέγκρι και Χαρντ στο βιβλίο τους Αυτοκρατορία, μετά την παρακμή της μονομερούς ηγεμονίας των ΗΠΑ, ο πολυπολικός κόσμος αποδεικνύεται ήδη εγγενώς ασταθής και στερημένος από ηγεμονία. Αυτή η αστάθεια μπορεί ίσως να επανερμηνευθεί υπό το πρίσμα μιας οντολογίας του χάους, όπου η κυριαρχία και η κυβερνητικότητα αναπαράγονται μέσα από δυναμικές και εμμενείς σχέσεις.
Όταν ένα αστυνομικό καθεστώς επιβάλλεται μέσα από τις στρατιωτικές δομές και τους μηχανισμούς της εξουσίας, μετατρέποντας την πολεμική συνθήκη σε εσωτερική διακυβέρνηση, οι αγώνες μεταστοιχειώνονται σε μια εσωτερική αύρα μηδενισμού. Αντί για ένα κίνημα ταυτόχρονα αντιπολεμικό και δημοκρατικό, ικανό να συγκροτήσει συλλογικά σώματα και ενεργά κοινωνικά πάθη εντός των οργανώσεων και των θεσμών, παρατηρούμε από τη μια πλευρά την ανάδυση εκείνων που προκρίνουν τον πόλεμο ως οδό απελευθέρωσης από τη δικτατορία. Από την άλλη, εμφανίζεται ένα μέτωπο που -υπό ποικίλες ονομασίες, από τους φονταμενταλιστές και τον «άξονα της αντίστασης» μέχρι τον καμπισμό και τις συγγενείς του αριστερές συνιστώσες- στοχεύει αποκλειστικά στη διαφύλαξη της κρατικής τάξης. Η τρίτη οδός, δηλαδή η συλλογική φυγή από αυτό το καθεστώς καταστολής που διαλύει τον κοινωνικό ιστό, μοιάζει πλέον χαμένη. Η σκόνη του πολέμου έχει καταστρέψει την πυξίδα αυτών των γραμμών διαφυγής.
Σε γενικές γραμμές, όταν οι κοινωνικές δυναμικές συνθλίβονται και κάθε δίοδος φράζει από τον έλεγχο, τις φυλακίσεις και τη δολοφονική βία, επιβάλλεται μια καθολική αδράνεια που παραλύει το κοινωνικό σώμα. Αντί για ένα κοινό-ενικό σώμα ικανό να επενδύσει σε αγώνες από τα κάτω, κυριαρχεί μια διάθεση εκδίκησης που στερείται κάθε δημιουργικού οράματος για μια νέα κοινωνία. Η υποστήριξη των βομβαρδισμών από ένα μέρος του ιρανικού πληθυσμού πηγάζει ακριβώς από αυτή τη συνθήκη. Πρόκειται για μια παθητική επιθυμία, ριζωμένη σε χρόνια αγώνων, ηττών και ματαιωμένων αντιστάσεων, που όλες τους καταπνίγηκαν με ακραία βία. Για να δράσουμε σε μια τέτοια κατάσταση, είναι επομένως αναγκαίο να αντιπαρατεθούμε στον κυρίαρχο μηδενισμό, γι’ αυτό και καθίσταται επιτακτική η ριζική επανανοηματοδότηση των αξιών μας. Αυτές οι αξίες, ωστόσο, δεν εδράζονται σε μια προκαθορισμένη ηθική, αλλά σε γραμμές πάλης που στοχεύουν στην ανασύνταξη ενάντια σε διάχυτα καθεστώτα· μορφές εξουσίας που, με τρόπο αποκεντρωμένο αλλά ολοκληρωτικό, μέσα από τον πόλεμο και την επιβολή κατασταλτικών οικονομικών πολιτικών, όπως οι δασμολογικοί πόλεμοι, έχουν αποικίσει τη ζωή μας.
Ο παρών πόλεμος δεν διαφέρει από τον διάχυτο μηδενισμό της ιρανικής κοινωνίας. Σε αντίθεση με τις οπτικές της ιρανικής δεξιάς αντιπολίτευσης, που εξιδανικεύουν τον ρόλο των ΗΠΑ και του Ισραήλ επενδύοντας αυτή τη χαοτική σύγκρουση με ένα προκαθορισμένο αισιόδοξο σενάριο, η αναμέτρηση αυτή εγγράφεται στον ίδιο οντολογικό ορίζοντα του χάους. Η αποσταθεροποίηση των πόλων εξουσίας, που στην προηγούμενη τάξη πραγμάτων κατείχαν την παγκόσμια ηγεμονία, συμβάλλει στην αναπαραγωγή και τη διάχυση αυτού του χάους. Μπορούμε, λοιπόν, να ισχυριστούμε ότι η στρατηγική του Τραμπ παραμένει εγκλωβισμένη σε μια ιδιότυπη μορφή μηδενισμού, την οποία επιχειρεί να επιλύσει αποκλειστικά μέσω αξιώσεων στρατιωτικής ισχύος. Αν και διακήρυξε επανειλημμένα ότι ο πόλεμος θα διαρκούσε λίγες εβδομάδες, με την κλιμάκωσή του σε περιφερειακή σύγκρουση υποστήριξε πως διαθέτει έναν στρατό ικανό να πολεμά μέχρι τη συντέλεια του κόσμου. Είναι σαφές ότι τέτοιες δηλώσεις συνεπάγονται, στην πράξη, τη συνέχιση της αναπαραγωγής της κυριαρχίας εν απουσία ηγεμονίας. Μιας αναπαραγωγής που, αδυνατώντας να παραγάγει μια νέα τάξη πραγμάτων, αναγκάζεται να διατηρεί τα κέντρα ισχύος της μέσω της εσωτερικής οργάνωσης του χάους. Για τον λόγο αυτό, ο πόλεμος αναδείχθηκε στο πρωταρχικό εργαλείο για τη διαιώνιση των διαφορετικών μορφών κυβερνητικότητας και των αρθρώσεών τους σε παγκόσμιο επίπεδο. Σε έναν πολυπολικό κόσμο που χαρακτηρίζεται από μια αποκεντρωμένη κυριαρχία, αυτή η συνθήκη μπορεί να συμβάλει καθοριστικά στην εξάπλωση πολέμων χωρίς τέλος, όπως, άλλωστε, συμβαίνει μέχρι σήμερα.
2.
Όπως παρατηρούμε στην τρέχουσα συγκυρία, η εξάπλωση του χάους δεν αρκεί από μόνη της για να συντρίψει τις αντιδραστικές δυνάμεις. Παρομοίως, οι κοινωνικές εντάσεις που εκδηλώνονται μέσα από τα κινήματα δεν οδηγούν κατ’ ανάγκη στην ελευθερία. Αντιθέτως, οι ταυτοτικές πολιτικές της δεξιάς μπορούν να τις κατακερματίσουν και να τις ενσωματώσουν σε νέες ταξικές συνθέσεις και σε ανανεωμένες πρακτικές κυβερνητικότητας. Επομένως, παρόλο που οι κοινωνικές εντάσεις και οι ταξικοί αγώνες προηγούνται οντολογικά των καθεστώτων εξουσίας και των μηχανισμών διακυβέρνησης, έχουν ανάγκη από οργάνωση. Μέσω αυτής της οργάνωσης, οι αγώνες καλούνται να συγκρουστούν με τους νέους εθνικισμούς, οι οποίοι λειτουργούν με ριζικά διαφορετικούς όρους από τα εθνικά μοντέλα του παρελθόντος.
Στο σύγχρονο Ιράν διακρίνονται δύο μορφές εθνικισμού, που αμφότερες στοχεύουν στη διαιώνιση της κατάστασης εξαίρεσης εντός του πλαισίου του Κράτους-Κεφαλαίου και των πολεμικών καθεστώτων. Ο πρώτος είναι ένας εθνικισμός που αναδύθηκε μέσα από τους κόλπους του ισλαμικού φονταμενταλισμού· ο δεύτερος αποτελεί μια μορφή εθνικισμού προσκείμενη στις ιμπεριαλιστικές δυνάμεις, η οποία, μέσα από την ιδεολογική χρήση της αρχαίας ιρανικής ταυτότητας, έχει ήδη εγγράψει το στίγμα του αυταρχισμού στη διαδρομή της.
Ο πρώτος τύπος, επηρεασμένος από το ιδεολόγημα του «άξονα της αντίστασης» (καμπισμός), συρρικνώνει ολόκληρο το πολιτικό πεδίο στη λογική της ασφαλειοποίησης. Με τον τρόπο αυτό, εξαλείφει ουσιαστικά τις τάξεις και τους ταξικούς αγώνες, συγκροτώντας τον πληθυσμό, οριζόμενο ως «έθνος», ως μια αδιάρρηκτη ολότητα, πλήρως υπαγμένη στην κρατική μηχανή και τις μορφές στρατιωτικοποίησής της. Σε αυτή την προοπτική, κάθε αγώνας και κάθε κίνημα εκλαμβάνεται απλώς ως η εσωτερική προέκταση του εξωτερικού πολέμου εντός της εθνικής επικράτειας: μια μορφή συνωμοσιολογίας που θυσιάζει τον πληθυσμό στον βωμό της κρατικής επιβίωσης.
Ο δεύτερος εθνικισμός συγκροτείται από εκείνες τις δυνάμεις που επέβαλαν στο κοινωνικό σώμα το φάσμα του φασισμού μέσω μιας επαναδιατύπωσης της ιδεολογίας του ιρανισμού, ενός είδους αρχαιοπρεπούς φονταμενταλισμού. Πέρα από τις αντικειμενικές πιθανότητες κατάληψης της εξουσίας από αυτές τις μοναρχικές ομάδες φασιστικής μήτρας, ο συγκεκριμένος λόγος και οι εν λόγω δυνάμεις έχουν διαχυθεί μοριακά μέσα στην κοινωνία, προσκολλημένες στα συλλογικά σώματα ως ένας κατασταλτικός μηχανισμός. Ο εθνικισμός που ενυπάρχει στο μοναρχικό ρεύμα προσλαμβάνει κυρίως τη μορφή ενός μηδενιστικού ταυτοτισμού, διατεθειμένου να αποδεχθεί πλήρως τη δυτική κυριαρχία επί του Ιράν, χωρίς καμία κριτική, για παράδειγμα, στις πρόσφατες δηλώσεις του Ντόναλντ Τραμπ σχετικά με τον πιθανό έλεγχο των Στενών του Ορμούζ και των πετρελαϊκών κόμβων (πετρελαϊκών νησιών). Αυτός ο εθνικισμός είναι ήδη θεσμοποιημένος στα υπάρχοντα καθεστώτα εξουσίας και βρίσκει τη δομική του αναπαράσταση στο ισραηλινό καθεστώς και στο συνδεδεμένο με αυτό σχέδιο περιφερειακής διείσδυσης. Από εδώ απορρέει ένας πολεμοχαρής λόγος που στοχεύει στην εγκαθίδρυση μιας διαρκούς κατάστασης εξαίρεσης μέσω γεωπολιτικών κρίσεων, εκμεταλλευόμενος μια συγκυρία όπου η κοινωνία βρίσκεται ήδη υπό καταστολή και αποστερημένη από τη δύναμη αυτοοργάνωσής της.
Κατά συνέπεια, η ιρανική δεξιά αντιπολίτευση δεν έχει κανένα συμφέρον για έναν κοινωνικό μετασχηματισμό θεμελιωμένο σε εξεγέρσεις ή στη συνέχεια των κινητοποιήσεων από τα κάτω· επιδιώκει τον πόλεμο, καθώς μέσω της κρίσης των κοινωνικών χώρων μπορεί ευκολότερα να εγκαθιδρύσει τις δικές της δομές εξουσίας και τις δικές της μηχανές διακυβέρνησης. Σε αυτόν τον τύπο εθνικισμού εδράζεται, επομένως, μια θεμελιώδης αντίφαση: η υποστήριξη των επιθέσεων των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ. Για τον λόγο αυτό, οι μοναρχικοί αντιτίθενται στην κληρονομιά της αντιαποικιοκρατίας και των αντιιμπεριαλιστικών αγώνων στο Ιράν, φτάνοντας ακόμη και στο σημείο να αρνούνται το αγγλοαμερικανικό πραξικόπημα κατά της κυβέρνησης του Μοχάμαντ Μοσαντέκ.
Επομένως, σε αυτή την κρίσιμη ιστορική συγκυρία, καθίσταται αναγκαία η θεμελίωση εκ νέου των αξιών και μια επανάγνωση της αντιαποικιοκρατικής κληρονομιάς, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι σημερινές μηχανές διακυβέρνησης διαφέρουν ριζικά από τις αποικιακές μορφές του παρελθόντος, χωρίς ωστόσο να μειώνουν την ένταση των διαδικασιών εδαφικοποίησης και κατοχής. Αντιθέτως, με την τεχνολογική επιτάχυνση, γινόμαστε σήμερα μάρτυρες μιας αυξανόμενης επέκτασης της κυβερνησιμότητας και της συσσώρευσης κεφαλαίου μέσω εξορυκτικών πρακτικών και της βίαιης κατάληψης εδαφών. Υπό αυτή την έννοια, το μοναρχικό κίνημα εμφανίζεται κωδικοποιημένο μέσα από τις ισραηλινές πρακτικές εδαφικής κατοχής και την επέκταση των στρατιωτικών βάσεων και των αμερικανικών και διεθνικών επιχειρήσεων.
Από την άλλη πλευρά, είναι γνωστό ότι τα δίκτυα εξουσίας και οι μηχανές διακυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας συγκρότησαν μέρος του λόγου τους πάνω στον αντιαποικιακό άξονα· στρατηγικές όπως εκείνη του «στρατηγικού βάθους» και η μετατροπή των στρατιωτικών δυνάμεων σε οικονομικές οντότητες απορρέουν σε μεγάλο βαθμό από αυτή τη ιδεολογική μήτρα. Τη δεκαετία του εβδομήντα, ο αντιιμπεριαλιστικός και αντιαποικιοκρατικός λόγος είχε κατορθώσει να ενεργοποιήσει μια συντακτική δύναμη ενάντια στο καθεστώς της ιμπεριαλιστικής εξάρτησης, γεννώντας μια μορφή εθνικισμού από τα κάτω. Ωστόσο, αυτή η χειραφετητική δυναμική μετατράπηκε γρήγορα, με την επανάσταση του 1979, σε μια μορφή αστυνομικής διακυβέρνησης και, με τη μετέπειτα παγκόσμια αναδιοργάνωση της εξουσίας, σε ένα σύστημα ικανό να πραγματώνει κύκλους συσσώρευσης μέσω στρατιωτικών δικτύων, τόσο εσωτερικών όσο και διεθνικών. Έτσι, ο αντιαποικιοκρατικός εθνικισμός μετασχηματίστηκε σε έναν κατασκευασμένο εθνικισμό, υβριδοποιημένο με τον φονταμενταλισμό.
Οι μοναρχικοί εθνικιστές, παρόλο που μοιράζονται ορισμένα στοιχεία με το υπάρχον σύστημα διακυβέρνησης, ιδιαίτερα την έμφαση στην κρατική αυθεντία και την ιεροποίηση της ιδιοκτησίας, αποτελούν έναν κόμβο στον οποίο εκδηλώνονται οι πολλαπλές αρθρώσεις μιας ταξικής συγκρότησης θεμελιωμένης στην καταπίεση και την εκμετάλλευση. Σε αυτό το πλαίσιο, τα εσωτερικά σύνορα παράγονται και αναπαράγονται διαρκώς μέσω διαδικασιών συγκεντρωτισμού και περιθωριοποίησης, προσλαμβάνοντας μορφές πολλαπλές και δυναμικές.
Κατά συνέπεια, ακόμη και στην περίπτωση που θεωρηθεί εφικτή μια αλλαγή καθεστώτος -υπόθεση από μόνη της αμφισβητήσιμη- ο παρών πόλεμος δείχνει καθαρά πώς οι μηχανές διακυβέρνησης είναι ικανές να αναπαράγονται στο εσωτερικό μιας νέας τάξης πραγμάτων. Η στρατιωτική παρουσία των Ηνωμένων Πολιτειών και του Ισραήλ υποδεικνύει στρατηγικές κατοχής με στόχο την εξόρυξη πόρων, όπως αναδεικνύεται, για παράδειγμα, από την προσέγγιση των ΗΠΑ έναντι της νήσου Χαργκ. Ωστόσο, αυτές οι εξορυκτικές διαδικασίες δεν περιορίζονται στους φυσικούς πόρους, αλλά επενδύουν και στα κοινωνικά εδάφη και στις μορφές συλλογικής ζωής.
Βρισκόμαστε, λοιπόν, μπροστά σε μια ιστορική καμπή: από τη μία πλευρά, την καθολική άρνηση της αντιαποικιοκρατικής κληρονομιάς της επανάστασης του 1979 και της προγενέστερης περιόδου· από την άλλη, την άνευ όρων αποδοχή των ενόπλων δυνάμεων, των επιχειρήσεων και των δυτικών δυνάμεων, σε τέτοιο βαθμό, ώστε το μοναρχικό κίνημα να μπορεί να θεωρηθεί το μοναδικό λαϊκό κίνημα που υποστηρίζει ανοιχτά τον ισραηλινό στρατό, ο οποίος κατηγορείται για γενοκτονικές πρακτικές. Αυτή η καμπή συνδέεται στενά με τον μηδενισμό που αναφέρθηκε στην εισαγωγή: μια στάση που θεωρεί την επανάσταση κενή νοήματος και, ακριβώς γι’ αυτό, προσανατολίζεται προς τη νομιμοποίηση του μοναρχικού δεσποτισμού και της δυτικής κυριαρχίας.
Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο να αναγνωρίσουμε εκ νέου την αντιαποικιοκρατική κληρονομιά και, μέσω μιας κριτικής γενεαλογίας της, να αναλύσουμε τους μετασχηματισμούς των συστημάτων κυριαρχίας σε παγκόσμιο επίπεδο. Ωστόσο, είναι επίσης απαραίτητο να εξαγάγουμε από αυτή την κληρονομιά το δηλητήριο του εθνικισμού, καθώς είναι προφανές ότι, όταν ένα αντιαποικιοκρατικό κίνημα επανεγγράφεται σε ένα αστυνομικό σύστημα, καταλήγει να παράγει και να πολλαπλασιάζει νέες μορφές κυριαρχίας, υποστηρίζοντας ταυτόχρονα μια θηριώδη και νεοφιλελεύθερη κυβερνησιμότητα, θεμελιωμένη στην εξόρυξη και στα στρατιωτικά δίκτυα.
Επομένως, καθίσταται αναγκαίο να παραχθεί, εκκινώντας από τους αγώνες του παρελθόντος, ένα ενικό σώμα που δεν θα διατηρεί καμία συνέχεια με αυτό το παρελθόν, αντιθέτως, που θα μπορεί ακόμη και να τεθεί σε αντιπαράθεση με αυτό. Η προδοσία αυτής της κληρονομιάς ίσως να αποτελεί τον μοναδικό τρόπο για την ανασύνθεση των αγώνων μέσα από το ίδιο τους το εσωτερικό και για τη δημιουργία νέων πολιτικών χώρων στην καρδιά του χάους.
3.
Τα αντιπολεμικά κινήματα, όπως εκείνα της εποχής του Πολέμου του Κόλπου και της αλλαγής καθεστώτος στο Ιράκ, δεν επαρκούν από μόνα τους, δεν μπορούν να επιτελέσουν τον ρόλο μιας συντακτικής δύναμης απέναντι στις μηχανές της διακυβέρνησης. Οι ηθικοί άξονες του «όχι στον πόλεμο» δεν είναι ποτέ ικανοί να ανακόψουν τους κατασταλτικούς μηχανισμούς της εξουσίας, ούτε να δημιουργήσουν μια πραγματική αντίσταση θεμελιωμένη στην παραγωγή του κοινού. Οι ηθικοί σκοποί που συγκροτούνται αποκλειστικά πάνω στη βάση του «ούτε το ένα ούτε το άλλο» δεν διαθέτουν την ικανότητα να χαράξουν γραμμές διαφυγής από τα καθεστώτα εξουσίας. Για να δοθεί μορφή στις συλλογικές δυνατότητες και στα όρια που απαιτούνται για την αναγνώριση των πολιτικο-κοινωνικών δυνάμεων, οφείλουμε να καταστρέψουμε και αυτούς τους ηθικούς σκοπούς, προκειμένου να αναδυθεί ένα πεδίο δυνατοτήτων και ορίων.
Ο πόλεμος εντάσσει τους πληθυσμούς σε μηχανισμούς ομογενοποίησης· οι μοναδικότητες αναπαρίστανται εντός της τάξης που εγκαθιδρύει ο κυρίαρχος και οι αγώνες του «πλήθους των φτωχών» » μετασχηματίζονται σε σώματα λειτουργικά για τις μηχανές της διακυβέρνησης. Κατά συνέπεια, οι ταξικοί αγώνες και τα πολεμικά καθεστώτα, μέσα στη διαπλοκή τους, βρίσκονται στην πλέον αμφίσημη κατάστασή τους. Η αποδοχή των πολεμικών τεχνολογιών ως σκοπού των αντάρτικων αγώνων, αν και εν μέρει ρεαλιστική, οδηγεί σε έναν ευρέως διαδεδομένο σήμερα αποκαλυπτισμό. Είναι αναγκαίο να αντιστρέψουμε αυτή την προοπτική και να στρέψουμε το διάνυσμα της αποκαλυπτικής επίγνωσης προς την παραγωγή νέων δυνατοτήτων.
Στον σύγχρονο πολυπολικό κόσμο, με την επέκταση των πολεμικών καθεστώτων, καθίσταται αναγκαία η ενίσχυση της βιοπολιτικής της αντίστασης, η οργάνωση των μοναδικοτήτων και η παραγωγή κοινωνικών αλληλεπιδράσεων. Οι αγώνες από τα κάτω και η συγκρότηση θεσμών αντιεξουσίας μπορούν να χαράξουν γραμμές διαφυγής από τις κυρίαρχες εξουσίες και να απελευθερώσουν την εναντίωση στον πόλεμο από τα όρια της ηθικής. Η παραγωγή μιας υποκειμενικότητας ενάντια στον πόλεμο και μιας μολυσματικής αντί-ηθικής καθιστά δυνατή τη σύζευξη των ταξικών αγώνων με τα αντιπολεμικά κινήματα.
Στο Ιράν και στην ευρύτερη περιοχή, οι εργατικοί και κοινωνικοί αγώνες που καταστάλθηκαν τα τελευταία χρόνια αποτελούν παράδειγμα της ευαλωτότητας των παραγωγικών και αναπαραγωγικών ροών απέναντι στα πολεμικά καθεστώτα. Μόνο η οργάνωση των σωμάτων από τα κάτω και η διάχυση των τοπικών αγώνων μπορούν να αναχαιτίσουν τα καθεστώτα επιτήρησης και ιεραρχίας και να δημιουργήσουν νέα εδάφη. Η μελέτη και η παραγωγή γνώσης κατά τη διάρκεια των αγώνων μάς απελευθερώνουν από μια αποκαλυπτική θέαση, υπό την προϋπόθεση ότι θα αναδυθούν θεσμοί ικανοί να θέσουν σε κρίση τη σχέση Κράτους-Κεφαλαίου και τις παραγωγικές και αναπαραγωγικές ροές.
Καθίσταται, λοιπόν, αναγκαίο να εξεταστεί, εντός της διαδικασίας των αγώνων, μια μορφή εναλλακτικής για τον μετασχηματισμό των σχέσεων. Για παράδειγμα, ο Αντόνιο Νέγκρι και ο Μάικλ Χαρντ, στο πρώτο μέρος του βιβλίου τους Συνέλευση (Assembly), προτείνουν μια ιδέα ακριβώς πάνω σε αυτή τη μεταβολή των σχέσεων: λαμβάνοντας υπόψη τον μετασχηματισμό της ταξική σύνθεσης της εργασίας και την πολλαπλότητα των μοναδικοτήτων του πλήθους, αναστρέφουν τη σχέση μεταξύ της μορφής του ηγέτη και του πλήθους. Κατά συνέπεια, οι στρατηγικές χαράσσονται από τα κάτω, ενώ η μορφή του ηγέτη επιτελεί έναν ρόλο συντονισμού σε τακτικό επίπεδο.
Για τον λόγο αυτό, οι αγώνες ενάντια στο πολεμικό καθεστώς δεν μπορούν να είναι αποτελεσματικοί αν περιορίζονται στην επίκληση φιλελεύθερων αξιών κατά του πολέμου· στην τρέχουσα συγκυρία, άλλωστε, το πολεμικό καθεστώς δεν αποτελεί μια διακοπή της διακυβέρνησης, αλλά συνιστά, αντιθέτως, μια θεμελιώδη μορφή οργάνωσής της σε παγκόσμια κλίμακα. Εδώ, επίσης, μια ηθική και υπερβατική εξύψωση της ειρήνης δεν είναι σε θέση ούτε να πολεμήσει τον πόλεμο, ούτε να κατανοήσει τη λογική των δυναμικών της σύγχρονης βιοεξουσίας. Επομένως, μια υποκειμενική στρατηγική που αναδύεται μέσα από τις παραγωγικές και αναπαραγωγικές ροές αποτελούν τη μόνη εναλλακτική που έχουμε μπροστά μας.
Με τον ίδιο τρόπο, μέσω της συμμετοχής και της ενίσχυσης των αγώνων, μπορούμε να μετασχηματίσουμε τα κινήματα του «όχι στον πόλεμο» σε κινήματα ενάντια στα πολεμικά καθεστώτα. Οι αγώνες ενάντια στα πολεμικά καθεστώτα είναι αναπόφευκτα αγώνες ενάντια στις μηχανές της διακυβέρνησης. Η σχέση μεταξύ πολεμικών καθεστώτων και συμφερόντων του κεφαλαίου έχει καταστεί πιο αμφίσημη στην παρούσα συγκυρία, και η ενεργειακή κρίση που απορρέει από τον πόλεμο κατά του Ιράν έχει επιτείνει περαιτέρω αυτή την αμφισημία· ωστόσο, όπως αναφέρθηκε, τα πολεμικά καθεστώτα λειτουργούν στο επίπεδο της αναδιοργάνωσης της βιοεξουσίας σε παγκόσμια κλίμακα, και πλήθος παραγόντων παρεμβαίνει σε αυτή την αναδιοργάνωση. Μέσα σε αυτή την πολλαπλότητα και στους πόλους εξουσίας, είναι ίσως εφικτό να αναγνωρίσουμε μέσω των αγώνων έναν από τους πόλους: εκείνον που έχει υποταχθεί στην κυριαρχία και την ιδιοκτησία του κεφαλαίου. Για τον λόγο αυτό, υφίσταται μια πληθώρα παράλληλων αγώνων, καθένας από τους οποίους φέρει μια μοναδικότητα σε τοπικό επίπεδο· ο κύριος κίνδυνος είναι οι αγώνες αυτοί να δουν τις μοναδικότητές τους να παγιδεύονται στις μορφές του σύγχρονου εθνικισμού ή του ταυτοτικού κατακερματισμού, καταλήγοντας να απορροφηθούν από τις μορφές της διακυβέρνησης. Αυτή είναι μία από τις κρίσεις που πλήττουν τους αγώνες στο Ιράν και στην περιοχή, και η οποία εμποδίζει την κοινή τους άρθρωση στο επίπεδο των κοινών.
Η επιστροφή των σύγχρονων εθνικισμών μπορεί να αναλυθεί μέσω του εννοιολογικού εργαλείου της «επανεθνικοποίησης»· ο Σάντρο Μετσάντρα και ο Μπρετ Νίλσον την ορίζουν ως μια μορφή «διαφορικής συμπερίληψης». Αυτή η μορφή υποκειμενοποίησης μπορεί να οριοθετεί εδάφη που υπόκεινται σε βία, διακρίσεις και κυρίαρχες εδαφικοποιήσεις. Με τον ίδιο τρόπο, η εθνικιστική επανεδαφικοποίηση μπορεί να παράγει μια νέα ταξική σύνθεση της εργασίας σε διαφορετικά επίπεδα και, ενώ επεκτείνει την πειθαρχική-ελεγκτική διακυβέρνηση, ακολουθεί τις δυναμικές των κύκλων της κυκλοφορίας. Επομένως, οι ιρανικοί εθνικισμοί, τόσο στη μορφή του ισλαμικού φονταμενταλισμού όσο και σε κοσμικό επίπεδο, δεν αντιπροσωπεύουν μια επιστροφή στο παρελθόν, αλλά νέες μορφές εδαφικοποίησης στο επίπεδο της κυριαρχίας. Κατά συνέπεια, αντί να επιμένουμε σε ενιαία μέτωπα, είναι αναγκαίο να δοθεί έμφαση στις ροές των αγώνων ανοιχτές στις σχέσεις και τις αλληλεπιδράσεις· όπως δηλώνει ο Μπαρούχ Σπινόζα, οι σχέσεις δεν θεμελιώνονται απαραίτητα σε μια υπερβατική ορθολογικότητα, αλλά στην ικανότητα του επηρεάζειν και επηρεάζεσθαι. Επομένως, μια πολιτική οργάνωσης ενάντια στα πολεμικά καθεστώτα οφείλει να δημιουργήσει ένα έδαφος για τον συντονισμό των παθών και των συγκινήσεων
[1] Ο όρος καμπισμός (από την ιταλική λέξη campismo) περιγράφει μια πολιτική στάση, κυρίως εντός της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς αλλά και όχι μόνο, που χωρίζει τον κόσμο σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της καμπιστικής προσέγγισης είναι πρώτον, η επιλογή στρατοπέδου: Υποστηρίζει ότι η κύρια σύγκρουση στον κόσμο είναι ανάμεσα στο «ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο» (ΗΠΑ και Δύση) και το «αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο» (οποιοδήποτε κράτος ή καθεστώς εναντιώνεται στη Δύση, όπως η Ρωσία, η Κίνα ή το Ιράν). Ενίοτε αυτή η προσέγγιση οδηγεί στην υποστήριξη αυταρχικών καθεστώτων, με το πρόσχημα ότι αυτές αποτελούν «ανάχωμα» στον δυτικό ιμπεριαλισμό, παραβλέποντας την καταπίεση που ασκούν στις δικές τους υποτελείς τάξεις. Δεύτερον, οι καμπιστές τείνουν να αντιμετωπίζουν τις εξεγέρσεις των από τα κάτω σε χώρες όπως το Ιράν όχι ως αυθόρμητους αγώνες για ελευθερία ή επιβίωση, αλλά ως «δάκτυλο» των ΗΠΑ ή του Ισραήλ για την αποσταθεροποίηση του «αντιπάλου στρατοπέδου». Τρίτον, βάζουν πάντα τη γεωπολιτική σκακιέρα πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή τους εργατικούς αγώνες εντός αυτών των χωρών. Εν κατακλείδι, ο καμπισμός είναι ένας αντιιμπεριαλισμός που αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι και άλλα κράτη (πέρα από τη Δύση) μπορούν να είναι καταπιεστικά ή ιμπεριαλιστικά.