Η εθνική εξέγερση στο Ιράν και τα κύματα της άκρας δεξιάς

Του Σασάν Σεντγκίνια (Sasan Sedghinia)1

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας

Το άρθρο του Σασάν Σεντγκίνια δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista, ενώ η εξέγερση στο Ιράν βρισκόταν στην κορύφωση της. Έκτοτε μία μικρή γενοκτονία συντελείται στους δρόμους της ιρανικής επικράτειας με τον αριθμό των νεκρών να υπερβαίνει τους 18.000 και των τραυματιών τους 330.000, με βάση ανεξάρτητες πηγές που διαφεύγουν τον έλεγχο του καθεστώτος. Τα βίντεο που είδαν το φως της δημοσιότητας, με χιλιάδες νεκρούς να μεταφέρονται με φορτηγά σε μαύρες σακούλες έξω από το νεκροτομείο της Τεχεράνης, αποτυπώνουν ένα εντελώς νέο επίπεδο βαρβαρότητας. Μία σφαγή για την οποία, η κατά τα άλλα, λαλίστατη παγκόσμια αριστερά σιωπά εκκωφαντικά.

Το εν λόγω άρθρο αποτελεί το πρώτο μέρος μιας συνολικής προσέγγισης, καθώς ο συγγραφέας μας πληροφορεί ότι στο επόμενο μέρος θα εξεταστούν οι κύριοι θεωρητικοί και αναλυτικοί κόμβοι της κρίσης και των διαμαρτυριών στο Ιράν, μαζί με τα πιθανά μελλοντικά σενάρια.

Η ανάλυση του Σασάν Σεντγκίνια ξεκινά, ορίζοντας την εξέγερση στο Ιράν όχι απλώς ως μια φιλελεύθερη διεκδίκηση, αλλά κυρίως ως μια διαδικασία συγκρότησης πολιτικής υποκειμενικότητας. Δεν προσεγγίζει την εξέγερση ως ένα τυχαίο ξέσπασμα, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μεταβολής στην «τεχνική σύνθεση»2 της εργασίας και της ζωής στο Ιράν, όπου η άρνηση της κρατικής επιβολής μετατρέπεται σε άρνηση του συνολικού κοινωνικού ελέγχου. Αποπειράται να διαβάσει τις μεταμορφώσεις της υποκειμενικότητας των πρωταγωνιστών μέσα από την ιχνηλάτιση του ρόλου των γυναικών και της νεολαίας στην εξέγερση. Η ανατρεπτική πυκνότητα του συνθήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» δεν γίνεται αντιληπτό τόσο ως εργαλείο πολιτισμικής αντιπαράθεσης, αλλά κυρίως ως κάτι που πλήττει τον πυρήνα της κοινωνικής αναπαραγωγής πάνω στην οποία βασίζεται η εξουσία του θεοκρατικού κεφαλαίου. Η γυναικεία εργασία, ορατή και αόρατη, γίνεται το πεδίο όπου η ταξική σύνθεση επαναπροσδιορίζεται ενάντια στον δεσποτισμό. Το κείμενο μας προειδοποιεί για την προσπάθεια των κυμάτων της παγκόσμιας ακροδεξιάς να οικειοποιηθούν τον αγώνα και να μετατρέψουν την ιρανική εξέγερση σε ένα εργαλείο γεωπολιτικής πειθάρχησης. Η ακροδεξιά προσπαθεί να επιβάλει μια ανάγνωση που απομονώνει την εξέγερση από το κοινωνικό της περιεχόμενο, μετατρέποντάς την σε μια “σύγκρουση πολιτισμών”, προκειμένου να αποκρύψει την κοινή φύση της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης. Εν κατακλείδι, το κείμενο θεωρεί ότι η πρόκληση για τα διεθνή κινήματα είναι να αναγνωρίσουν στην ιρανική περίπτωση, τη δυνατότητα μιας παγκόσμιας κυκλοφορίας των αγώνων, που θα σπάει τα εθνικά σύνορα και θα αντιπαρατίθεται τόσο στον εγχώριο αυταρχισμό όσο και στις νεοφιλελεύθερες «απελευθερώσεις» που προτείνει η Δύση.

***

Πρόλογος machina

Σύμφωνα με τον Σασάν Σεντγκίνια , η εξέγερση που βρίσκεται σε εξέλιξη στο Ιράν μπορεί να οριστεί πλήρως ως μια εξέγερση των περιθωριοποιημένων και των ανέργων ενάντια στη συστηματική φτωχοποίηση του πληθυσμού.

Το άρθρο αξίζει προσεκτικής ανάγνωσης, διότι δεν περιορίζεται στην ανασυγκρότηση των αιτιών των διαμαρτυριών, αλλά αναλύει επίσης το προφίλ των διαδηλωτών, την έκταση των κινητοποιήσεων, την κατασταλτική απάντηση του καθεστώτος και τις μελλοντικές προοπτικές. Ο Σεντγκίνια υποστηρίζει ότι το Ιράν αντιπροσωπεύει μια σχεδόν μοναδική περίπτωση, όπου τόσο το κυβερνόν καθεστώς όσο και η πλειοψηφία της αντιπολίτευσης εμφανίζονται δέσμιοι πολιτικών οραμάτων της άκρας δεξιάς.

Η αντιπολίτευση, στην πραγματικότητα, ηγεμονεύεται σήμερα από δυνάμεις που στοχεύουν στη μοναρχική παλινόρθωση και την επιστροφή των Παχλαβί, προωθώντας μια μορφή εθνικισμού που αποσκοπεί στην ανάσχεση των διαμαρτυριών και στην ανακατεύθυνση τους προς το άνοιγμα των δυτικών αγορών. Υποστηρίζεται από μια ισχυρή προπαγανδιστική μηχανή και σημαντικούς οικονομικούς πόρους.

Σε αυτό το πλαίσιο, οι μοναρχικοί κύκλοι φτάνουν στο σημείο να ζητούν ανοιχτά μια στρατιωτική επέμβαση των Τραμπ και Νετανιάχου στο Ιράν· μια εξαιρετικά επικίνδυνη προοπτική, που ενέχει τον κίνδυνο να οδηγήσει στην ήττα μια εξέγερση η οποία, όπως υπενθυμίζει ο Σεντγκίνια, είναι πρωτίστως ένα κίνημα για ψωμί και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η εξέγερση για ψωμί και ελευθερία βρίσκεται έτσι εγκλωβισμένη ανάμεσα στον εθνικισμό και τη λατρεία της αγοράς.

Παρόλα αυτά, ο συγγραφέας μάς καλεί να σκεφτούμε τις διαμαρτυρίες πέρα από τα κρατικά γεωπολιτικά πλαίσια, αποφεύγοντας να τις αναγάγουμε σε μια συναισθηματική, συγκυριακή ή προορισμένη να αποτύχει αντίδραση, αναγνωρίζοντάς τες, αντίθετα, ως μια κοινωνική σύγκρουση ριζωμένη στις υλικές συνθήκες ύπαρξης.

***

Η εθνική εξέγερση στο Ιράν και τα κύματα της άκρας δεξιάς

Εισαγωγή

Αυτό το άρθρο γράφτηκε στις 12 Ιανουαρίου 2026, δύο εβδομάδες μετά την έναρξη μιας νέας φάσης της εθνικής εξέγερσης του ιρανικού λαού ενάντια στο καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η ταχύτητα των εσωτερικών και εξωτερικών εξελίξεων που σχετίζονται με το Ιράν καθιστά εξαιρετικά δύσκολη την παρακολούθηση της κατάστασης. Ωστόσο, όσα έχουν συμβεί μέχρι τώρα μπορούν να χωριστούν σε τέσσερις κύριους τομείς: τη θέση του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας, την εθνική λαϊκή εξέγερση, την κατάσταση της αντιπολίτευσης και το γεωπολιτικό πλαίσιο.

Το αδιέξοδο της διακυβέρνησης στην Ισλαμική Δημοκρατία

Η Ισλαμική Δημοκρατία γεννήθηκε από την καταστολή και την ήττα της επανάστασης του Φεβρουαρίου 1979. Το καθεστώς ανήλθε στην εξουσία μέσω της καταστολής και της σφαγής κάθε φωνής αντιπολίτευσης και των εθνοτικών μειονοτήτων. Μια δεκαετία μετά την εδραίωση της εξουσίας του, και κατά τη διάρκεια του οκταετούς πολέμου με το καθεστώς του Σαντάμ Χουσεΐν, υιοθέτησε διακρατικές πολιτικές που μπορούν να οριστούν ως «νεοφιλελεύθερη προσαρμογή». Από τις αρχές της δεκαετίας του 1990, το καθεστώς κυβερνά βάσει ενός συνδυασμού πολιτικού δεσποτισμού, οικονομικής λιτότητας και στρατιωτικοποίησης.

Σήμερα, η Ισλαμική Δημοκρατία μπορεί να οριστεί ως μια μορφή μαφιόζικου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού. Όλοι οι οικονομικοί και πολιτικοί τομείς βρίσκονται υπό τον έλεγχο χρηματοπιστωτικών δικτύων, της διακίνησης ναρκωτικών και της νομιμοποίησης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Η πετρελαϊκή βιομηχανία του Ιράν βρίσκεται στα χέρια ομάδων που δρουν ουσιαστικά ανεξάρτητα από το κράτος και ελέγχουν μεγάλα τμήματα της οικονομίας. Οι πολιτικές νεοφιλελεύθερης λιτότητας, που εφαρμόστηκαν απουσία οποιουδήποτε ανεξάρτητου εργατικού συνδικάτου, υλοποιήθηκαν με τέτοια ένταση που σήμερα ο μέσος μισθός ενός Ιρανού εργαζόμενου είναι χαμηλότερος από 80 δολάρια τον μήνα˙ πολλοί εργαζόμενοι δεν καλύπτονται καν από την εργατική νομοθεσία.

Το κράτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας δεν υπήρξε ποτέ ένας διαμεσολαβητικός μηχανισμός˙ κυβερνώντας μέσω μιας μόνιμης κατάστασης εξαίρεσης, επέβαλε έναν σκοτεινό δεσποτισμό και μια άγρια λιτότητα σε έναν διαρκώς αυξανόμενο πλεονάζοντα πληθυσμό. Οι υποδομές της χώρας έχουν υποβαθμιστεί πλήρως και το φυσικό περιβάλλον βρίσκεται στα πρόθυρα της καταστροφής. Η λίμνη Ούρμια, η δεύτερη3 μεγαλύτερη λίμνη αλμυρού νερού στον κόσμο, έχει αποξηρανθεί˙ πολυάριθμοι υγρότοποι και λίμνες έχουν εξαφανιστεί. Το Ιράν συγκαταλέγεται σήμερα στις χώρες που βρίσκονται στην πρώτη γραμμή όσον αφορά την καθίζηση του εδάφους και την υπερεκμετάλλευση του υδροφόρου ορίζοντα.

Αυτό όμως που πυροδότησε τις πρόσφατες διαμαρτυρίες ήταν η κατάρρευση της αξίας του εθνικού νομίσματος, του ριάλ, και η συνεχιζόμενη αύξηση της φτώχειας. Επί του παρόντος, ένας στους τρεις Ιρανούς ζει σε συνθήκες εξαθλίωσης, ενώ συνολικά περίπου 55 εκατομμύρια άνθρωποι βρίσκονται κάτω από το όριο της φτώχειας ή στα όρια της. Οι διεθνείς κυρώσεις, ιδίως αυτές που επιβλήθηκαν από την κυβέρνηση των Ηνωμένων Πολιτειών, ενταγμένες σε ένα πλαίσιο νεοφιλελεύθερων πολιτικών, κατέληξαν να ευνοούν το καθεστώς, διευρύνοντας και βαθαίνοντας τις πολιτικές λιτότητας.

Με την επιβράδυνση της εισροής δολαρίων στη χώρα, το καθεστώς υιοθέτησε διάφορες στρατηγικές: τη δημιουργία διακρατικών δικτύων ξεπλύματος χρήματος˙ την ιδιωτικοποίηση της πώλησης πετρελαίου˙ την πώληση αργού πετρελαίου σε τιμές κάτω της αγοράς σε χώρες όπως η Κίνα, απουσία οποιουδήποτε μηχανισμού ελέγχου και λογοδοσίας σχετικά με τις ροές συναλλάγματος. Παράλληλα, το επιδοτούμενο συνάλλαγμα δόθηκε σε πελατειακά δίκτυα, συγγενείς και ομάδες εξουσίας για την εισαγωγή αγαθών, όμως δισεκατομμύρια δολάρια λεηλατήθηκαν ή μεταφέρθηκαν στο εξωτερικό. Το κράτος, αντί να ρυθμίσει την αγορά, επιχείρησε να απαντήσει στην κρίση αυξάνοντας τη νομισματική ρευστότητα.

Τόσο οι συντηρητικοί που βρίσκονται κοντά στον Αλί Χαμενεΐ, ανώτατο ηγέτη του καθεστώτος, όσο και η μεταρρυθμιστική παράταξη που συνδέεται με την προεδρία, συνιστούν ουσιαστικά χρηματοπιστωτικές και μαφιόζικες ολιγαρχίες οι οποίες, απέναντι σε κάθε μορφή οργανωμένης αντίστασης στο εσωτερικό του Ιράν, έχουν καταφύγει στην καταστολή και στη συστηματική λεηλασία του πληθυσμού. Το ποσοστό των δημόσιων δαπανών επί του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος στο Ιράν συγκαταλέγεται στα χαμηλότερα παγκοσμίως, στοιχείο που αντανακλά την εφαρμογή των πιο ριζοσπαστικών νεοφιλελεύθερων πολιτικών και την κυριαρχία της χρηματοπιστωτικοποίησης.

Σε αυτό το πλαίσιο, μεταξύ Ιανουαρίου 2019 και Ιανουαρίου 2026, ο ιρανικός λαός έχει προχωρήσει σε τουλάχιστον τέσσερις πανεθνικές εξεγέρσεις κατά του καθεστώτος. Αυτό που συμβαίνει σήμερα στους δρόμους του Ιράν δεν είναι ένα μεμονωμένο φαινόμενο, αλλά μέρος μιας αλυσίδας διαδοχικών εξεγέρσεων: λίγες χώρες στον κόσμο έχουν βιώσει, τόσο πριν όσο και μετά την πανδημία, μια τόσο έντονη συνέχεια διαμαρτυριών και εξεγέρσεων σε εθνική κλίμακα.

Η εξέγερση του Ιανουαρίου 2018 ξεκίνησε ως διαμαρτυρία ενάντια στον πληθωρισμό και μετατράπηκε γρήγορα σε μια εκτεταμένη πολιτική αμφισβήτηση σε ολόκληρη τη χώρα. Η εξέγερση του Νοεμβρίου 2019, που πυροδοτήθηκε από την αύξηση των τιμών της βενζίνης, κατεστάλη προσωρινά από το καθεστώς μέσω της δολοφονίας εκατοντάδων ανθρώπων και του πλήρους αποκλεισμού του διαδικτύου. Η εξέγερση του Σεπτεμβρίου 2022, μετά τη δολοφονία της Μάχσα Αμινί και ενσαρκώθηκε στο κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», αντιμετώπισε μια απάντηση που περιλάμβανε περισσότερους από 500 νεκρούς, χιλιάδες τραυματίες και μια εκτεταμένη εκκαθάριση κρατικών υπηρεσιών και θεσμών.

Η εθνική εξέγερση του Ιανουαρίου 2026 εντάσσεται στη συνέχεια των νεοφιλελεύθερων οικονομικών πολιτικών, αυτή τη φορά υπό την κυβέρνηση του Μασούντ Πεζεσκιάν. Μια σειρά μέτρων ­­­—μεταξύ των οποίων μια νέα αύξηση στην τιμή της βενζίνης και η κατάργηση των επιδοτήσεων— έδωσε το έναυσμα για τις διαμαρτυρίες. Μετά τον δωδεκαήμερο πόλεμο με το Ισρήλ τον Ιούνιο του 2025, το ριάλ έχασε το 40% της αξίας του και η κυβέρνηση, αντί να αντιμετωπίσει την εξουσία των ολιγαρχών, προσπάθησε συστηματικά να μεταφέρει το βάρος της κρίσης στους πιο αδύναμους κρίκους της κοινωνικής αλυσίδας: τους εργαζόμενους, τις γυναίκες και τους περιθωριοποιημένους πληθυσμούς.

Η εθνική εξέγερση και η κρίση της επιβίωσης

Η πλειονότητα του ιρανικού πληθυσμού βρίσκεται σήμερα βυθισμένη σε μια σοβαρή οικονομική κρίση, αγωνιζόμενη να επιβιώσει. Οι διαμαρτυρίες ξεκίνησαν ως απάντηση στις διακυμάνσεις της συναλλαγματικής ισοτιμίας του δολαρίου, ξεκινώντας από τις αγορές (bazaars) και τις μικρές επιχειρήσεις. Τα παζάρια υπήρξαν ιστορικά ένας από τους συμμάχους του συντηρητικού μετώπου του καθεστώτος, αλλά πλέον ακόμη και αυτοί οι τομείς είναι βαθιά δυσαρεστημένοι. Από την πρώτη κιόλας μέρα, οι διαμαρτυρίες έλαβαν γρήγορα πολιτική διάσταση, στοχεύοντας στην ίδια την καρδιά της εξουσίας.

Το παζάρι της Τεχεράνης, καθώς και αυτά των μεγάλων πόλεων, δεν αποτελούνται αποκλειστικά από εμπόρους και ιδιοκτήτες: πολυάριθμα σημάδια δείχνουν την ενεργό συμμετοχή των μαθητευόμενων στα καταστήματα, των πλανόδιων πωλητών και των εφήβων που εργάζονται ως αχθοφόροι στην αγορά. Τις επόμενες ημέρες, οι διαμαρτυρίες επεκτάθηκαν γρήγορα στις αστικές περιφέρειες και στις δυτικές περιοχές της χώρας, συμπεριλαμβανομένων των επαρχιών Λορεστάν, Κερμανσάχ και Ιλάμ. Αυτή η εξέγερση μπορεί πραγματικά να περιγραφεί ως μια εξέγερση των περιθωριοποιημένων και των ανέργων.

Σε αυτό το πλαίσιο, ο δείκτης των NEET (νέοι εκτός εκπαίδευσης, απασχόλησης ή κατάρτισης) είναι ιδιαίτερα χρήσιμος για την κατανόηση των πρόσφατων εξεγέρσεων. Σύμφωνα με τα επίσημα στατιστικά στοιχεία του καθεστώτος, το 25% των νέων μεταξύ 15 και 25 ετών στο Ιράν δεν σπουδάζει, δεν εργάζεται και δεν έχει κανένα εισόδημα. Με άλλα λόγια, το ένα τέταρτο της λεγόμενης «Γενιάς Z» εντάσσεται σε αυτόν τον «πλεονάζοντα πληθυσμό» που αποκλείεται από κάθε μορφή κρατικής διαμεσολάβησης. Το εκπαιδευτικό σύστημα της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι ένα από τα πιο έντονα στρωματοποιημένα4 στον κόσμο˙ σύμφωνα με τα πιο πρόσφατα στοιχεία, πάνω από ένα εκατομμύριο άτομα σχολικής ηλικίας έχουν εγκαταλείψει τις σπουδές τους λόγω της φτώχειας. Σε ένα τέτοιο σενάριο, το ξέσπασμα εξεγέρσεων από την πλευρά των περιθωριοποιημένων, των ανέργων και των επισφαλών εργαζομένων των πόλεων ήταν σε μεγάλο βαθμό προβλέψιμο.

Από τη δέκατη ημέρα των διαμαρτυριών, το καθεστώς διέκοψε την πρόσβαση στο διαδίκτυο και τις τηλεφωνικές επικοινωνίες, εξαλείφοντας τη δυνατότητα συντονισμού και διάδοσης εικόνων από τις διαδηλώσεις. Αυτό αποτελεί σαφές σημάδι της έναρξης μιας μεγάλης κλίμακας καταστολής, η οποία έχει ήδη δοκιμαστεί κατά τη διάρκεια της εξέγερσης του Νοεμβρίου 2019. Αυτή τη στιγμή, η εξέγερση μαίνεται σε ολόκληρη τη χώρα και αυτή τη φορά οι διαδηλωτές επιδεικνύουν μεγαλύτερη τόλμη και προετοιμασία.

Αντίθετα με τις αισιόδοξες —και εν μέρει προερχόμενες από την ασφάλεια— αναλύσεις, δεν υπάρχει καμία σταθερή οργανωτική δομή ή μορφή συντονισμού. Οι νέοι των διαφόρων γειτονιών έρχονται σε επαφή μεταξύ τους λίγες ώρες πριν από τις νυχτερινές διαμαρτυρίες, παίρνοντας αυθόρμητες αποφάσεις για τη δράση τους. Οι διαδηλωτές επανενώνονται στις κύριες αστικές αρτηρίες, διαμορφώνοντας διαδοχικά κύματα διαμαρτυρίας. Ο κατασταλτικός μηχανισμός της Ισλαμικής Δημοκρατίας είναι πολυεπίπεδος και πολύπλοκος. Τις πρώτες ημέρες των διαδηλώσεων, η καταστολή και ο έλεγχος των κινητοποιήσεων ανατέθηκαν κυρίως στις αστυνομικές δυνάμεις και στις ομάδες με πολιτικά, που είναι γνωστές ως Basij. Τις τελευταίες ημέρες, ωστόσο, οι ανώτατες αρχές του καθεστώτος —συμπεριλαμβανομένου του Αλί Χαμενεΐ— βάφτισαν τους διαδηλωτές «εχθρούς του πολιτεύματος» και έδωσαν εντολή για απροκάλυπτη καταστολή. Ο αρχηγός της αστυνομίας και τα ανώτατα κλιμάκια της δικαστικής εξουσίας απείλησαν τους διαδηλωτές με θάνατο και με σκληρές τιμωρίες χωρίς καμία δυνατότητα επιείκειας. Μετά τις αρχικές αστυνομικές επιχειρήσεις, η ανάπτυξη χερσαίων δυνάμεων από το σώμα των Φρουρών της Επανάστασης αποτελεί πλέον ένα αδιαμφισβήτητο σημάδι του βάθους της κρίσης και του εύρους της κοινωνικής σύγκρουσης.

Η αντιπολίτευση της άκρας δεξιάς

Το Ιράν είναι μια από τις λίγες χώρες όπου τόσο το κυβερνών καθεστώς όσο και η πλειοψηφία της αντιπολίτευσης είναι δέσμιοι οραμάτων της άκρας δεξιάς. Οι μοναρχικοί, που επιθυμούν την επιστροφή στο μοναρχικό σύστημα που προϋπήρχε της επανάστασης του 1979, θεωρούν τον Ρεζά Παχλαβί, γιο του τελευταίου σάχη του Ιράν, ως τον ηγέτη της μεταβατικής φάσης και υιοθετούν μια αυταρχική προσέγγιση με έντονα φασιστικές αποχρώσεις. Στη δική τους οπτική, ο κόσμος είναι διαιρεμένος σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα: από τη μία ο «ελεύθερος κόσμος», με επικεφαλής την Αμερική του Τραμπ και το Ισραήλ˙ από την άλλη, ο ανατολικός θρησκευτικός δεσποτισμός. Αυτή η διχοτόμηση συσκοτίζει πολλά θεμελιώδη ζητήματα και οδηγεί τόσο οι διαμαρτυρίες όσο και η μορφή διακυβέρνησης της Ισλαμικής Δημοκρατίας να ερμηνεύονται σχεδόν αποκλειστικά υπό το πρίσμα των γεωπολιτικών εξισώσεων.

Ακόμη και η λεγόμενη «καμπιστική»5 ή «αντιιμπεριαλιστική» αριστερά βλέπει τις ιρανικές διαμαρτυρίες μέσα από μια γεωπολιτική οπτική γωνία, αν και με διαφορετικό τρόπο, ερμηνεύοντάς τες ως μία Αμερικανό-ισραηλινή συνωμοσία. Αυτές οι προσεγγίσεις συνιστούν μία από τις κύριες πηγές κινδύνου που απειλούν τις πρόσφατες κινητοποιήσεις και αποτελούν εδώ και καιρό ένα δομικό εμπόδιο στην πρόοδο προς την κοινωνική ευημερία.

Μέχρι πριν από λίγα χρόνια, και ακόμη και κατά τη διάρκεια του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία», ο μοναρχισμός ήταν απλώς μία από τις πολλές πολιτικές τάσεις που υπήρχαν στην αντιπολίτευση. Σήμερα, αντίθετα, εμφανίζεται ως ένας ηγεμονικός λόγος και ως μια πολιτική πρακτική ορατή επί του πεδίου, κυρίως στο εσωτερικό της διασποράς. Δεν πρόκειται για ένα αυθόρμητο φαινόμενο, αλλά για μια τάση που υποστηρίζεται από ένα καλά δομημένο χρηματοπιστωτικό και μιντιακό δίκτυο, το οποίο υποστήριξε ανοιχτά την ισραηλινή επίθεση εναντίον του Ιράν.

Ο ακραίος εθνικισμός αυτής της τάσης δεν αναπαράγει μια κλασική εκδοχή του φασισμού, αλλά μάλλον αντιπροσωπεύει μια μορφή εθνικισμού που οικοδομήθηκε στον σύγχρονο κόσμο για την ανάσχεση των διαμαρτυριών και να τις στρέψει προς το μέρος των δυτικών οικονομικών συμφερόντων. Η λατρεία της ελεύθερης αγοράς, η πατριαρχία και ο ριζοσπαστικός εθνικισμός έχουν μετατρέψει αυτό το ρεύμα σε μία ακροδεξιά εναλλακτική λύση ικανή να προσελκύσει ευρέα τμήματα του ιρανικού πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένων στρωμάτων των υποτελών τάξεων.

Το σύνθημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» ακούγεται πλέον σπάνια στους δρόμους, εκτός πανεπιστημίων. Ένας Ιρανός πολίτης, ο οποίος κατάφερε με μεγάλη δυσκολία να επικοινωνήσει με το BBC Persian, υποστηρίζει ότι το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» ήταν κυρίως επικεντρωμένο στο ζήτημα του χιτζάμπ και ότι, με τη χαλάρωση των κρατικών ελέγχων στην ενδυμασία, το κεντρικό διακύβευμα επανήλθε στο ψωμί και την ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Πέρα από το αν κανείς συμφωνεί ή όχι με αυτή την ερμηνεία, αυτή αναδεικνύει ένα κρίσιμο σημείο: το κίνημα «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» δεν κατόρθωσε να συνδεθεί με τους αγώνες για τον μισθό, το κράτος πρόνοιας και την εναντίωση στον πόλεμο, παραμένοντας εγκλωβισμένο σε μια κυρίως πολιτισμική επίδραση στην καθημερινή ζωή.

Το χάσμα ανάμεσα στις οικονομικές και μισθολογικές διεκδικήσεις και στα υπόλοιπα κοινωνικά αιτήματα ευνόησε την άνοδο της άκρας δεξιάς, η οποία συντηρείται με άφθονο χρήμα και συστηματική προπαγάνδα. Σήμερα, οι μοναρχικοί ζητούν ανοιχτά τη στρατιωτική επέμβαση των Τραμπ και Νετανιάχου στο Ιράν: ένας εξαιρετικά επικίνδυνος λόγος, που κινδυνεύει να οδηγήσει στην ήττα μια εξέγερση, η οποία, σύμφωνα με τα λόγια εκείνου του πολίτη, είναι πρωτίστως ένα κίνημα για ψωμί και ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η εξέγερση για ψωμί και ελευθερία βρίσκεται έτσι παγιδευμένη μεταξύ του εθνικισμού και της λατρείας της αγοράς.

Στους δρόμους του Ιράν, ακόμη και στις μικρότερες πόλεις, ακούγονται συνθήματα υπέρ του Ρεζά Παχλαβί. Ελλείψει συνοχής και αποτελεσματικής δράσης από την πλευρά της αριστερής και προοδευτικής αντιπολίτευσης, πολλοί Ιρανοί φαίνεται να προσανατολίζονται προς τον Παχλαβί όχι τόσο από ιδεολογική πεποίθηση, όσο από την αντίληψη ότι διαθέτει μεγαλύτερες πιθανότητες να ανατρέψει το καθεστώς.

Σε κάθε περίπτωση, οι μοναρχικοί κατάφεραν να συγκροτήσουν μια αφήγηση και ένα κοινό λεξιλόγιο για να εκφράσουν τις αιτίες της οργής και του πόνου των διαδηλωτών, λειτουργώντας έτσι ως μία δύναμη ικανή να διαστρεβλώσει και να οικειοποιηθεί την πρόσφατη κινητοποίηση. Οι υπόλοιπες δυνάμεις της αντιπολίτευσης, από τους μετριοπαθείς ρεπουμπλικάνους έως τη ριζοσπαστική αριστερά, δεν έχουν άλλη επιλογή παρά να παρέμβουν ενεργά στις εσωτερικές δυναμικές των εν εξελίξει διαμαρτυριών, επιχειρώντας να τις προσανατολίσουν σε μια χειραφετητική κατεύθυνση.

Ο Τραμπ και τα γεωπολιτικά πιόνια

Τις επόμενες ημέρες θα καταστούν πιο σαφείς οι στόχοι και τα σχέδια του Τραμπ σε σχέση με το ιρανικό κίνημα διαμαρτυρίας. Είναι ήδη προφανές ότι η αμερικανική κυβέρνηση θεωρεί το Ιράν ως τον πιο αδύναμο κρίκο ενός ασταθούς μπλοκ που καθοδηγείται από την Κίνα και τη Ρωσία. Η Κίνα αποτελεί σήμερα τον κύριο εμπορικό εταίρο του καθεστώτος της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Η τελευταία συνεργάζεται επίσης στρατιωτικά με τη Ρωσία στον πόλεμο στην Ουκρανία και είναι μέλος του Οργανισμού Συνεργασίας της Σαγκάης και των BRICS. Παρόλα αυτά, η Ισλαμική Δημοκρατία δεν λειτούργησε ποτέ ως πραγματικός στρατηγικός εταίρος ούτε για το Πεκίνο ούτε για τη Μόσχα, καθώς και οι δύο τείνουν γενικά να υιοθετούν μια επιφυλακτική στάση απέναντι στις κρίσεις διακυβέρνησης στο Ιράν.

Η Ισλαμική Δημοκρατία, παρά την αντιδυτική ρητορική της, στερείται οποιουδήποτε αυθεντικού αντιιμπεριαλιστικού ή αντινεοφιλελεύθερου περιεχομένου˙ δρα μάλλον εντός ενός είδους «πολέμου πολιτισμών» σε έναν πολυπολικό κόσμο που σημαδεύεται από μια εν εξελίξει μετάβαση ηγεμονίας. Η αντιπολίτευση της άκρας δεξιάς, μαζί με τις ΗΠΑ και το Ισραήλ, καθώς και το ίδιο το καθεστώς της Ισλαμικής Δημοκρατίας, έχουν μετατρέψει τις ζωές του ιρανικού πληθυσμού σε παράπλευρη απώλεια (collateral cost) ενός γεωπολιτικού πολέμου. Από αυτή την οπτική γωνία, όλοι αυτοί οι παράγοντες είναι συνυπεύθυνοι για την εξόντωση και την καταστροφή των ζωών στο Ιράν.

Η σημασία αυτής της παρατήρησης έγκειται στην ανάγκη να σκεφτούμε τις διαμαρτυρίες πέρα από τα όρια της κρατικής γεωπολιτικής, αποφεύγοντας να τις υποβαθμίσουμε σε μια απλή, αντιδραστική και καταδικασμένη απάντηση στην οργή και τον πόνο του ιρανικού λαού. Η ελπίδα έχει πάντα δύο πρόσωπα, όπως ο Ιανός: ένα βλέμμα στραμμένο προς τα πίσω και ένα προς τα εμπρός. Το ένα προσηλωμένο σε έναν φωτεινό ορίζοντα, το άλλο σημαδεμένο από τις πικρές ήττες του παρελθόντος. Δεν έχουμε άλλη επιλογή από το να εξετάσουμε ταυτόχρονα τόσο τους περιορισμούς όσο και τις δυνατότητες.

1 Ο Σασάν Σεντγκίνια είναι Ιρανός συγγραφέας, μεταφραστής και ανεξάρτητος ερευνητής της αριστεράς, κάτοικος Ρώμης. Έχει δημοσιεύσει πολυάριθμα άρθρα στα φαρσί και τα ιταλικά.

2 Στην ορολογία του εργατισμού (operaismo), η τεχνική σύνθεση (composizione tecnica) αποτελεί θεμελιώδη έννοια που περιγράφει την αντικειμενική δομή της εργασιακής δύναμης σε μια συγκεκριμένη ιστορική περίοδο. Πιο συγκεκριμένα, η τεχνική σύνθεση αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο η εργασία είναι οργανωμένη μέσα στην παραγωγική διαδικασία από το κεφάλαιο, δηλαδή τη σχέση της με τη χρήση της τεχνολογίας (ποιες μηχανές και ποια εργαλεία χρησιμοποιούνται), τον καταμερισμό της εργασίας (πώς χωρίζονται οι επιμέρους εργασίες και ποια είναι η ιεραρχία στο εργοστάσιο ή στον χώρο εργασίας) και τα χαρακτηριστικά του εργατικού δυναμικού (το επίπεδο εξειδίκευσης, την εκπαίδευση και τις συγκεκριμένες δεξιότητες που απαιτούνται για τη λειτουργία της παραγωγής). Η τεχνική σύνθεση ως «αντικειμενική» βάση, αποτελεί ουσιαστικά την υλική δομή της εργατικής τάξης όπως αυτή διαμορφώνεται από το κεφάλαιο.

Σύμφωνα με τους θεωρητικούς του εργατισμού (όπως ο Μάριο Τρόντι και ο Ρανιέρο Παντσιέρι), η τεχνική σύνθεση είναι η βάση πάνω στην οποία αναπτύσσεται η πολιτική σύνθεση (composizione politica), δηλαδή η ικανότητα των εργατών να οργανώνονται, να αντιστέκονται και να μετατρέπουν την υλική τους κατάσταση σε πολιτικό αγώνα ενάντια στο κεφάλαιο. Η πολιτική σύνθεση ως «υποκειμενική» ανταπόκριση είναι το επίπεδο στο οποίο οι εργάτες αναπτύσσουν κοινή συνείδηση, τρόπους αντίστασης και μορφές οργάνωσης. Είναι η διαδικασία με την οποία η τάξη γίνεται από «τάξη καθεαυτή» σε «τάξη δι’ εαυτήν».

Η αναλυτική κατηγορία που προκύπτει από τη δυναμική σχέση μεταξύ δύο βασικών επιπέδων: της τεχνικής και της πολιτικής σύνθεσης είναι η ταξική σύνθεση (composizione di classe). Η ταξική σύνθεση δεν είναι μια στατική περιγραφή, αλλά μια διαδικασία που εξετάζει πώς η υλική πραγματικότητα της εργασίας μετατρέπεται σε πολιτική δράση. Η μετάβαση από την τεχνική στην πολιτική σύνθεση δεν είναι μηχανική, αλλά περιγράφεται ως ένα «άλμα» που προκύπτει μέσα από την ταξική πάλη.

3 Σύμφωνα με άλλες μελέτες είναι η έκτη μεγαλύτερη λίμνη αλμυρού νερού στον κόσμο.

4 Ο όρος «στρωματοποιημένα» αναφέρεται στον τρόπο με τον οποίο το εκπαιδευτικό σύστημα χρησιμοποιείται για να τεμαχίσει την κοινωνία και την εργατική τάξη σε διαφορετικές ταχύτητες και επίπεδα υποταγής. Πιο συγκεκριμένα, η «στρωμάτωση» στο Ιράν μέσω της εκπαίδευσης

δημιουργεί στρώματα «πιστών» στελεχών (που έχουν πρόσβαση σε προνομιακή γνώση και θέσεις ισχύος) έναντι της μάζας των εργαζομένων που λαμβάνουν μια πιο πειθαρχημένη και ιδεολογικά φορτισμένη εκπαίδευση. Επιπλέον η εκπαίδευση στο Ιράν «στρωματώνει» το εργατικό δυναμικό παράγοντας εξειδικευμένους τεχνικούς για την πετρελαϊκή βιομηχανία ή την τεχνολογία, διαχωρίζοντάς τους από τους ανειδίκευτους εργάτες. Τα ανώτερα στρώματα της εκπαίδευσης (πανεπιστήμια) συχνά στρατιωτικοποιούνται ή ελέγχονται αυστηρά για να κατασταλεί η πολιτική συνείδηση και να αποφευχθεί η ένωση των φοιτητών με τα χαμηλότερα εργατικά στρώματα.

Όταν οι Ιρανοί φοιτητές ή εκπαιδευτικοί προχωρούν σε απεργίες και διαμαρτυρίες αρνούνται να λειτουργήσουν ως το «στρωματοποιημένο» προϊόν που παράγει το κράτος, σπάζοντας τους διαχωρισμούς που εμποδίζουν την κοινή ταξική δράση.

5 Ο όρος καμπισμός (από την ιταλική λέξη campismo)περιγράφει μια πολιτική στάση, κυρίως εντός της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς αλλά και όχι μόνο, που χωρίζει τον κόσμο σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της καμπιστικής προσέγγισης είναι πρώτον, η επιλογή στρατοπέδου: Υποστηρίζει ότι η κύρια σύγκρουση στον κόσμο είναι ανάμεσα στο «ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο» (ΗΠΑ και Δύση) και το «αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο» (οποιοδήποτε κράτος ή καθεστώς εναντιώνεται στη Δύση, όπως η Ρωσία, η Κίνα ή το Ιράν). Ενίοτε αυτή η προσέγγιση οδηγεί στην υποστήριξη αυταρχικών καθεστώτων, με το πρόσχημα ότι αυτές αποτελούν «ανάχωμα» στον δυτικό ιμπεριαλισμό, παραβλέποντας την καταπίεση που ασκούν στις δικές τους υποτελείς τάξεις. Δεύτερον, οι καμπιστές τείνουν να αντιμετωπίζουν τις εξεγέρσεις των από τα κάτω σε χώρες όπως το Ιράν όχι ως αυθόρμητους αγώνες για ελευθερία ή επιβίωση, αλλά ως «δάκτυλο» των ΗΠΑ ή του Ισραήλ για την αποσταθεροποίηση του «αντιπάλου στρατοπέδου». Τρίτον, βάζουν πάντα τη γεωπολιτική σκακιέρα πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή τους εργατικούς αγώνες εντός αυτών των χωρών. Εν κατακλείδι, ο καμπισμός είναι ένας αντιιμπεριαλισμός που αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι και άλλα κράτη (πέρα από τη Δύση) μπορούν να είναι καταπιεστικά ή ιμπεριαλιστικά.