Συνέντευξη με έναν λιμενεργάτη, Συλλογικότητα Réalité[1]
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 12 Δεκεμβρίου του 2025 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista.

Χαρτογράφηση του Λιμανιού της Γένοβας, Angelica Ferrara
Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας
Η κινητοποίηση του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου του 2025 στην Ιταλία και ειδικότερα στο λιμάνι της Γένοβας, αποτέλεσε μια στρατηγική παρέμβαση στην καρδιά των παγκόσμιων ροών του κεφαλαίου και της εφοδιαστικής αλυσίδας του πολέμου. Η ικανότητα των λιμενεργατών να μπλοκάρουν τους κόμβους της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων αναδεικνύει το λιμάνι ως το σύγχρονο «κοινωνικό εργοστάσιο»[2], όπου η άρνηση της εργασίας μετατρέπεται σε άμεσο πολιτικό όπλο ενάντια στην πολεμική μηχανή. Παράλληλα σηματοδότησε μια καθοριστική μετατόπιση στην ταξική σύνθεση, καθώς σε αυτή τη διαδικασία, η συμβολική ισχύς του λιμενεργάτη λειτούργησε ως καταλύτης για μια μαζική επιστροφή στις πλατείες και την ανάδυση ενός νέου υποκειμένου που μετέτρεψε την άρνηση του πολέμου σε υλική δύναμη, διαρρηγνύοντας τα στενά όρια των παραδοσιακών αγωνιστικών κύκλων και υπερβαίνοντας τις απόπειρες επανενσωμάτωσης από τη θεσμική αριστερά. Το διακύβευμα πλέον μετατοπίζεται από τον αυθορμητισμό των κινητοποιήσεων στην οικοδόμηση μιας διεθνούς κυκλοφορίας των αγώνων, όπου ο συντονισμός των συνδικάτων βάσης από τη Μεσόγειο έως τον Ατλαντικό συγκροτεί ένα νέο ταξικό υποκείμενο· έναν συλλογικό εργάτη ικανό να επιβάλει τη δική του «ειρήνη» μέσα από το κοινωνικό σαμποτάζ των ροών του κεφαλαίου, υπερβαίνοντας οριστικά τις γραφειοκρατικές διαμεσολαβήσεις και τις υλικές εξαρτήσεις του συστήματος. Μέσα από την αντιπολεμική δράση των λιμενεργατών, η ανάλυση προτάσσει τη διεθνή αυτονομία της τάξης και τη σύνδεση ιστορικών αγώνων με τη σύγχρονη μητροπολιτική σύγκρουση, μετατρέποντας την κρίση σε αφετηρία για συνολική κοινωνική αντεπίθεση.
Το κίνημα για την Παλαιστίνη λειτούργησε ως πολιτικός επιταχυντής, σπάζοντας την κοινωνική απομόνωση και τροφοδοτώντας τις μαζικές κινητοποιήσεις που ακολούθησαν. Η έκρηξη του κινήματος ενάντια στις γυναικοκτονίες, με αφορμή τη δολοφονία της Giulia Cecchettin, αποτέλεσε τον καταλύτη για σημαντικές νομοθετικές αλλαγές στην Ιταλία, οδηγώντας τελικά στην επίσημη αναγνώριση της γυναικοκτονίας ως διακριτού εγκλήματος. Αποτέλεσμα μιας συλλογικής οργής που αρνήθηκε το «πένθος σε σιωπή». Αυτή η “πλημμύρα” στις πλατείες όλης της Ιταλίας συνδέθηκε οργανικά με την υπεράσπιση των ιστορικών κοινωνικών κέντρων, όπως το Leoncavallo στο Μιλάνο και το Askatasuna στο Τορίνο, τα οποία στοχοποιήθηκαν από την κρατική καταστολή ακριβώς επειδή αποτελούν τα εργαστήρια αυτής της νέας υποκειμενικότητας. Η επίθεση στους αυτόνομους χώρους αποτελεί την απάντηση του κράτους στην ικανότητά τους να λειτουργούν ως κόμβοι όπου η αντιπολεμική πάλη, η φεμινιστική αυτονομία και η εργατική αντίσταση συναντώνται. Σε αυτό το πλαίσιο, η υπεράσπιση του Leoncavallo και του Askatasuna σηματοδοτεί την υπεράσπιση της δυνατότητας του κινήματος να αυτοργανώνεται και να παράγει λόγο έξω από τη θεσμική διαμεσολάβηση. Η σύνδεση αυτών των μετώπων αναδεικνύει την ανάδυση μιας νέας κοινωνικής σύνθεσης, όπου η διεθνιστική αλληλεγγύη, ο αγώνας ενάντια στην έμφυλη καταπίεση και η υπεράσπιση των αυτόνομων χώρων συγκλίνουν σε μια ενιαία άρνηση της κρατικής πειθαρχίας.
***
Πρόλογος machina
Χωρίς την πρωτοβουλία των λιμενεργατών της Γένοβας, η οποία πυροδότησε μια πόλωση γύρω από το Παλαιστινιακό ζήτημα και προσέδωσε εκ νέου σε ένα διάχυτο αίσθημα αλληλεγγύης τη συνείδηση της δυνατότητας ανατροπής των υλικών συσχετισμών δύναμης, το κίνημα για την Παλαιστίνη πιθανότατα δεν θα είχε φτάσει ποτέ στην κορύφωση των κινητοποιήσεων στα τέλη Σεπτεμβρίου και τις αρχές Οκτωβρίου. Με αυτή τη συνέντευξη, η οποία πραγματοποιήθηκε στα τέλη Οκτωβρίου με έναν από τους πρωταγωνιστές του μπλοκαρίσματος του λιμανιού της Γένοβας, συνεχίζεται η εργατική έρευνα για το κίνημα υπέρ της Παλαιστίνης — μια έρευνα η οποία ξεκίνησε με μια συνέντευξη με φοιτητές και φοιτήτριες που πρωταγωνίστησαν στον αποκλεισμό του Πανεπιστημίου της Μπολόνια.
***
Μπορείτε να μας εξηγήσετε την ειδική κατάσταση του λιμανιού της Γένοβας, όσον αφορά την οργάνωση της εργασίας και τη θέση του στην εφοδιαστική αλυσίδα (logistics), που επιτρέπει μια τέτοια ικανότητα μπλοκαρίσματος;
Θεωρώ σκόπιμο να ξεκινήσουμε, για την κατανόηση του λιμενικού πλαισίου, με μια περιγραφή της δομής του λιμανιού (τερματικός σταθμός, μισθωτοί, τύπος εργαζομένων), τόσο από γεωγραφική-εφοδιαστική άποψη όσο και από την σκοπιά της σύνθεσης του εργατικού δυναμικού. Το Λιμάνι της Γένοβας έχει ένα ιστορικό τμήμα συνδεδεμένο με τον αστικό ιστό, το οποίο αναπτύσσεται πάνω στον παλιό πυρήνα του εμπορικού λιμανιού. Έπειτα, υπάρχει ένα νεότερο τμήμα στην άκρη της δυτικής περιφέρειας, στο Voltri, με έναν τερματικό σταθμό πιο πρόσφατης κατασκευής (δεκαετία του 1990) που διαθέτει τους μεγαλύτερους χώρους επιχειρησιακής λειτουργίας και τη μεγαλύτερη διακίνηση εμπορευματοκιβωτίων: πρόκειται για τον τερματικό σταθμό VTE που έχει παραχωρηθεί στην PSA (Port of Singapore Authority), μια πολυεθνική εταιρεία με παρουσία σε περισσότερα από 180 κόμβους εφοδιαστικής σε περισσότερες από 40 χώρες. Όσον αφορά το θέμα που μας ενδιαφέρει εδώ, πρέπει να ληφθούν υπόψη ιδίως οι τερματικοί σταθμοί εμπορευματοκιβωτίων, διαφόρων εμπορευμάτων και πορθμείων (επιβατών και εμπορευμάτων). Από τη σκοπιά της ταξικής σύνθεσης, θεωρώ ορθό να διακρίνουμε δύο κύριες κατηγορίες εργαζομένων. Κάθε τερματικός σταθμός έχει τους δικούς του υπαλλήλους, συνολικά περίπου δύο χιλιάδες άμεσα εργαζομένους, συμπεριλαμβανομένων των διοικητικών υπαλλήλων (στοιχεία 2023). Οι υπάλληλοι των ιδιωτικών τερματικών σταθμών πλαισιώνονται καθημερινά από μια άλλη θεμελιώδη συνιστώσα, την Compagnia Unica μεταξύ των Εργατών Γενικού Φορτίου (CULMV), η οποία αριθμεί περίπου χίλια μέλη. Πρόκειται για έναν συνεταιρισμό που ιστορικά και συμβολικά εκπροσωπεί τον Γενοβέζο camallo (τον φορτοεκφορτωτή), με μια ιδιαίτερη πολιτική ιστορία: δεν υπάγεται σε κανέναν εργοδότη, είναι τυπικά αυτοδιαχειριζόμενη και εκλέγει τη διοίκησή της κάθε τρία χρόνια. Μέχρι σήμερα, η CULMV συμμετέχει κάθε δέκα χρόνια σε διαγωνισμό για να επιβεβαιώσει την παρουσία της στο λιμάνι ως δεξαμενή εξειδικευμένου εργατικού δυναμικού, η οποία απευθύνεται σε όλους τους ιδιωτικούς τερματικούς σταθμούς παρέχοντας εργατικό δυναμικό κατά τη διάρκεια των λεγόμενων περιόδων αιχμής, δηλαδή όταν οι τερματικοί σταθμοί δεν μπορούν να καλύψουν τις απαιτήσεις εργασίας των ναυτιλιακών εταιρειών με τους δικούς τους εργάτες. Αυτές οι περιόδοι αυξημένου φόρτου εργασίας εμφανίζονται προφανώς καθημερινά, καθώς για τον κάθε ιδιώτη εργοδότη είναι πιο κερδοφόρο να έχει στη διάθεσή του μια δεξαμενή εργατών “κατόπιν κλήσης” (on call), παρά να αυξήσει το μόνιμο προσωπικό του. Η CULMV είναι ένας οργανισμός με ιστορικό δεσμό με την πόλη, ακόμη και σε συμβολικό επίπεδο, που σχετίζεται με μια παράδοση κοινωνικών, συνδικαλιστικών, διεθνιστικών και αντιφασιστικών αγώνων. Παρόλο που σήμερα αυτοί είναι πολύ λιγότερο έντονοι σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, η οργάνωση διατηρεί την αξία της, τη δυνητική ικανότητα κινητοποίησης και το αίσθημα του ανήκειν. Επιπλέον, είναι σαφώς το εργατικό κομμάτι που απολαμβάνει συνθήκες, χρόνους και ρυθμούς εργασίας, αλλά και επίπεδα αμοιβών, πιο πλεονεκτικά σε σχέση με πολλούς υπαλλήλους των ιδιωτικών σταθμών. Έτσι, παρά τις όποιες διαφορές, υπάρχει μια διάχυτη συνείδηση σε όλους τους λιμενεργατές ότι αν και υπάρχουν μισθολογικές διαφορές μεταξύ των διαφόρων κατηγοριών εργαζομένων στο λιμάνι, η πιο «προνομιακή» κατάσταση αποτελεί το ανάχωμα που πρέπει να υπερασπιστούν συλλογικά: γιατί τη στιγμή που θα δεχθεί επίθεση αυτό το τμήμα, θα χειροτερέψουν αλυσιδωτά οι συνθήκες για όλους τους εργαζόμενους στο λιμάνι.
Τα μέλη του συνεταιρισμού αποτελούν περίπου το ένα τρίτο των εργαζομένων στο εμπορικό λιμάνι. Αν απομονώσουμε το μάχιμο προσωπικό, αφαιρώντας τους διοικητικούς, το ποσοστό ανεβαίνει κι άλλο. Πρόκειται για ένα καθοριστικό τμήμα της ταξικής σύνθεσης, το οποίο έχει σχεδόν μονοπώλιο σε ορισμένες εργασιακές δραστηριότητες. Σήμερα, αυτό σημαίνει ότι χωρίς αυτό το τμήμα ορισμένες εργασίες δεν μπορούν να εκτελεστούν. Πρόκειται για έναν συνεταιρισμό με δικούς του κανόνες και εσωτερικούς μηχανισμούς αλληλοβοήθειας που επιβιώνουν ακόμη, καθώς και ειδικά δικαιώματα εισόδου. Η εργασία συχνά μεταβιβάζεται από πατέρα σε γιο, γεγονός που ενισχύει τον συμβολικό δεσμό με αυτό το μοντέλο οργάνωσης της εργασίας: την ιδέα ότι δεν έχεις άμεσο αφεντικό, ότι είστε όλοι ίσοι, αλλά ταυτόχρονα διαφορετικοί από το υπόλοιπο προσωπικό του λιμανιού. Αυτά τα στοιχεία βοηθούν στην κατανόηση της πολιτικής θέσης του λιμανιού μέσα στην πόλη, τους δεσμούς με την αριστερά και τα θεσμικά όργανα. Αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με την έντονη παρουσία της βαριάς κρατικής βιομηχανίας στην πόλη (όπως τα ναυπηγεία της Fincantieri και η χαλυβουργία της Ilva), προσέφεραν ανέκαθεν στα μεγάλα συνδικάτα —και κυρίως στην CGIL— μια τεράστια διαπραγματευτική δύναμη. Πιστεύω ότι αυτοί οι παράγοντες συνέβαλαν στη συνεχή καθυστέρηση των διαδικασιών αναδιάρθρωσης, ιδιωτικοποίησης και της επακόλουθης εργοδοτικής επέλασης, σε σύγκριση με την υπόλοιπη Ιταλία των τελευταίων δεκαετιών. Εδώ στη Γένοβα, αυτά τα φαινόμενα φτάνουν με κάποια καθυστέρηση, και αυτό προσφέρει στην τοπική εργατική τάξη, και ιδιαίτερα σε εκείνη του λιμανιού, μια ισχύ η οποία, αν και δέχεται όλο και περισσότερες επιθέσεις και αποδυναμώνεται, παραμένει ωστόσο πιο στέρεη από οπουδήποτε αλλού. Αυτό οφείλεται σαφώς και σε εφοδιαστικούς-χωροταξικούς παράγοντες: οι πύλες του λιμανιού βρίσκονται στο κέντρο, δίπλα στην κύρια έξοδο του αυτοκινητόδρομου. Η πόλη είναι στενή, ανάμεσα σε θάλασσα και βουνά, με δύο μόνο κύριες αρτηρίες που περνούν δίπλα από το λιμάνι. Έτσι, η εργατική μάζα του λιμανιού έχει τη δυνατότητα, μέσω απεργιών και περιφρούρησης των πυλών, να μπλοκάρει ταυτόχρονα την εφοδιαστική αλυσίδα της Βόρειας Ιταλίας και να κόψει την πόλη στα δύο. Συνεπώς, μια απεργία στο Λιμάνι ή ένα μπλοκάρισμα στις πύλες προκαλεί άμεσες και καταλυτικές επιπτώσεις σε ολόκληρη την πόλη, η οποία αδυνατεί να τις αγνοήσει, καθώς η σύγκρουση δεν εκτυλίσσεται σε κάποια απόμακρη περιφέρεια, αλλά στην καρδιά του κοινωνικού και συγκοινωνιακού της ιστού. Προκαλείται τεράστια ζημιά στην οικονομία του λιμανιού, ανεξάρτητα από το ποσοστό συμμετοχής στην απεργία. Επιπλέον, λόγω των εσωτερικών της μηχανισμών, η Compagnia Unica απεργεί καθολικά αν το καλέσει η CGIL: οι «κλήσεις» για εργασία σταματάνε τελείως. Παρόλο που οι ιδιωτικοί υπάλληλοι των τερματικών σταθμών μπορούν να επιλέξουν να δουλέψουν, οι εργασίες που εκτελούνται αποκλειστικά από τους camalli μένουν στάσιμες, οπότε τα πλοία δεν μπορούν να ολοκληρώσουν τη φόρτωση ή την εκφόρτωση εμπορευματοκιβωτίων και εμπορευμάτων. Η ζημιά είναι πάντα βαρυσήμαντη.
Αυτή η ισχύς και η αλληλέγγυα διάσταση εδράζονται στον ζωντανό δεσμό με τους αγώνες του παρελθόντος. Υπάρχει η συνείδηση ότι οι σημερινοί εργάτες είναι κληρονόμοι ενός κόσμου της εργασίας που έστειλε βοήθεια στο Βιετνάμ κατά τη διάρκεια του πολέμου και έκλεισε τα λιμάνια στα πλοία της Χιλής καθ’ όλη την περίοδο της δικτατορίας. Είναι οι ίδιοι που κινητοποιούνται άμεσα με ομάδες εθελοντών, οργανωμένα ή αυτόνομα, για να στηρίξουν την πόλη σε πλημμύρες ή σεισμούς. Παραμένουν προσκολλημένοι στα σύμβολα —που αποτυπώνονται μέχρι και στα ρούχα των εργατών— της εξέγερσης της 30ής Ιουνίου 1960. Τότε, οι συγκρούσεις στον δρόμο πυροδότησαν μια εβδομάδα κινητοποιήσεων σε όλη τη χώρα, οδηγώντας στην πτώση της κυβέρνησης Tambroni, η οποία είχε σχηματιστεί με τη συμμετοχή των νεοφασιστών (MSI). Όλο αυτό το σύνολο στοιχείων διατηρεί ζωντανή —σε ολόκληρο το εργατικό δυναμικό του λιμανιού— μια πολιτικοποίηση η οποία σε άλλους εργασιακούς χώρους έχει πλέον εξασθενήσει. Ωστόσο, αυτή η πολιτικοποίηση ενδέχεται να αποβαίνει εις βάρος των άμεσων διεκδικήσεων στον χώρο της παραγωγής. Κι αυτό γιατί τροφοδοτεί μια λογική ανάθεσης προς το συνδικάτο — μια στάση που, αν και συχνά συνοδεύεται από απογοήτευση, παραμένει σταθερή, ανακόπτοντας την αυτόνομη εργατική πρωτοβουλία. Τούτου λεχθέντος, αυτά τα στοιχεία, σε συνδυασμό με τις καλύτερες μισθολογικές συνθήκες σε σχέση με το υπόλοιπο εργατικό δυναμικό της Ιταλίας, πιστεύω ότι έχουν τη σημασία τους σε σχέση με ορισμένα γεγονότα που συνέβησαν τα τελευταία χρόνια. Δηλαδή, αυτό το σύνολο στοιχείων, σε συνδυασμό με μια σημαντική απεργιακή ικανότητα και σχετικά καλύτερες υλικές και οικονομικές συνθήκες, επιτρέπει στους μεμονωμένους εργαζόμενους να τοποθετηθούν από ηθικοπολιτική άποψη με έναν τρόπο που διαφορετικά δεν θα ήταν δυνατός. Η παραίτηση από μια βάρδια, ας πούμε σε ένα πλοίο που εμπλέκεται σε πολεμικές δραστηριότητες, έχει μικρή επίδραση στο μηνιαίο μισθό σε σύγκριση με αυτό που μπορεί να συμβεί αλλού. Αυτή η συνθήκη επιτρέπει την τοποθέτηση σε ένα ηθικοπολιτικό επίπεδο που έχει μια σειρά από συνέπειες και το οποίο τροφοδοτείται από τον δεσμό με μια παράδοση.
Και όσον αφορά τη σχέση με τον εργοδότη σας, τι μπορείτε να μας πείτε; Ποιες είναι οι κυρίαρχες τάσεις, τόσο σε επίπεδο φόρτου εργασίας όσο και σε επίπεδο διαχείρισης προσωπικού; Καταφέρνετε να διατηρήσετε έναν ορισμένο συσχετισμό δύναμης και, αν ναι, ποιες είναι κατά τη γνώμη σου οι συνθήκες που τον ευνοούν;
Η κατάσταση στη Γένοβα είναι πολύ ιδιαίτερη, ακριβώς λόγω της οργανωτικής μορφής της CULMV, η οποία προβάλλει την αξίωση να μην έχει αφεντικό. Εμφανιζόμενη στον εργοδότη ως μια δεξαμενή εργατικού δυναμικού, οργανωμένη με έναν περίπου αυτόνομο τρόπο, οι camalli τεχνικά δεν έχουν έναν σταθερό εργοδότη, αλλά εργάζονται κάθε φορά για τους διάφορους τερματικούς σταθμούς. Η εργασία στο λιμάνι είναι οργανωμένη σε 4 βάρδιες των 6 ωρών, καθώς το λιμάνι λειτουργεί 24 ώρες το 24ωρο, 365 ημέρες τον χρόνο. Ενώ οι υπάλληλοι των τερματικών σταθμών έχουν έναν μηνιαίο προγραμματισμό των βαρδιών τους, ο εργάτης της CULMV δουλεύει κατόπιν κλήσης και έχει προειδοποίηση για τη βάρδιά του μόλις δύο ώρες πριν —εφόσον βέβαια δουλέψει— γιατί, προφανώς, όταν η κίνηση των εμπορευμάτων μειώνεται, δεν υπάρχει εγγύηση εργασίας.
Τα τελευταία χρόνια σημειώθηκε μια προοδευτική διείσδυση πολυεθνικών εταιρειών, οι οποίες αντικατέστησαν σταδιακά τους ιδιώτες τερματιστές (τους εργολάβους των σταθμών) —κυρίως ιταλικών συμφερόντων— που είχαν παλιότερα τη διαχείριση. Έτσι, σε σύγκριση με την ιδιωτικοποίηση και την αναδιάρθρωση των τελών της δεκαετίας του 1980 και του 1990, σήμερα έχουμε περάσει σε ένα άλλο επίπεδο. Πλέον, ο τερματικός σταθμός, αυτός του Voltri, βρίσκεται στα χέρια της PSA (Port of Singapore Authority). Την ίδια στιγμή, στο κεντρικό λιμάνι της Γένοβας, οι περισσότεροι τερματικοί σταθμοί έχουν περάσει στον έλεγχο —είτε μέσω εξαγοράς, είτε μέσω θυγατρικών, είτε ακόμη και με την αγορά των χρεών των προηγούμενων εταιρειών— ενός από τους δύο παγκόσμιους κολοσσούς των μεταφορών: της ελβετικής MSC (Mediterranean Shipping Company), με διευθύνοντα σύμβουλο τον Diego Aponte. Ο κύριος ανταγωνισμός στο λιμάνι διεξάγεται μεταξύ αυτών των δύο παικτών, της PSA και της MSC, οι οποίοι μοιράζονται τη διαχείριση των σταθμών, γεγονός που επιφέρει ποικίλες μεταβολές. Οι συμβάσεις ορισμένου χρόνου εισάγονται για τους νεοπροσλαμβανόμενους στο πλαίσιο της γενεαλογικής ανανέωσης. Όσον αφορά την CULMV, παρατηρείται ένα ουσιαστικό πάγωμα των προσλήψεων, το οποίο στοχεύει στην πραγματικότητα στον στραγγαλισμό της ανάπτυξής της. Κι αυτό γιατί η εξειδικευμένη εργασία που προσφέρει “κοστίζει πολύ” σε σύγκριση με τα εξευτελιστικά μεροκάματα που θα ήθελαν να επιβάλουν τα νέα αφεντικά του λιμανιού.
Οι ναυτιλιακές εταιρείες, που συμμετέχουν στην οργάνωση της ναυτιλιακής βιομηχανίας του λιμανιού, κατάφεραν να επιβάλουν έναν ορισμένο αριθμό αναδιαρθρώσεων ή κατασκευών νέων υποδομών. Μεταξύ αυτών συγκαταλέγεται, για παράδειγμα ο νέος λιμενοβραχίονας που βρίσκεται υπό κατασκευή. Το έργο αυτό χρηματοδοτείται από τους πόρους του PNRR (Ταμείο Ανάκαμψης), με ένα τμήμα των κονδυλίων να εντάσσεται στο πρόγραμμα επανεξοπλισμού– παρόλο που, στην πραγματικότητα, ο λιμενοβραχίονας δεν φαίνεται να σχετίζεται άμεσα με την επέκταση της στρατιωτικής εφοδιαστικής του λιμανιού. Αυτή η νέα προβλήτα, μπροστά από το «παλιό» λιμάνι, δικαιολογείται από την ανάγκη ελλιμενισμού των πλοίων super-container των 20.000 TEU – τα οποία ήδη καταφθάνουν στο τερματικό VTE της Γένοβας (Voltri). Ωστόσο, αυτό δεν αντιστοιχεί απαραίτητα σε πραγματική αύξηση της κυκλοφορίας: φτάνουν όλο και μεγαλύτερα πλοία, αλλά στην πραγματικότητα η συνολική κίνηση μειώνεται εδώ και μερικά χρόνια. Η επέκταση της χωρητικότητας υποδοχής εμπορευματοκιβωτίων δικαιολογείται από τον ανταγωνισμό με τα λιμάνια της Βόρειας Ευρώπης (Αμβέρσα, Ρότερνταμ, Αμβούργο κ.λπ.). Επισήμως, στόχος είναι η απόσπαση ενός μεριδίου της αγοράς από αυτά τα λιμάνια, αλλά στην πράξη η κίνηση γίνεται για να μη χαθούν επιπλέον μερίδια κίνησης προς όφελός τους.
Θα έλεγα ότι προς το παρόν, μέσα σε ένα πολύ πολύπλευρο πολιτικό πλαίσιο —όπου σε τοπικό επίπεδο παραμένει μια αξιοσημείωτη ισχύς των συνδικάτων αλλά και της ίδιας της συνεταιριστικής οργάνωσης (Compagnia)— διατηρείται ένας συσχετισμός δύναμης. Αυτός ο συσχετισμός επιτρέπει τουλάχιστον την επιβίωση μιας οργάνωσης της εργασίας, την οποία ορισμένοι εργοδότες των τερματικών σταθμών πιθανότατα θεωρούν “αναχρονισμό” σε σχέση με το γενικό πλαίσιο της εθνικής και διεθνούς αγοράς εργασίας. Αυτή η οργάνωση διασφαλίζει, με αλυσιδωτό τρόπο, τη διατήρηση πιο ευνοϊκών εργασιακών συνθηκών σε σύγκριση με τον εργατικό τομέα γενικότερα. Αυτό επεκτείνεται και στους άμεσα μισθωτούς των τερματικών σταθμών. Παρόλο που οι εργασιακές τους συνθήκες υπολείπονται ενίοτε εκείνων που απολαμβάνουν τα μέλη της Compagnia, η ύπαρξη της τελευταίας τούς θωρακίζει απέναντι σε μια περαιτέρω υποβάθμιση ή σε νέες βίαιες αναδιαρθρώσεις. Η πίεση αυτή συγκρατείται πάντα από τη δυνητική ισχύ αυτού του συσχετισμού δύναμης, η οποία λειτουργεί περισσότερο ως απειλή παρά ως άμεση σύγκρουση στην καθημερινότητα.
Οι συνθήκες που το επιτρέπουν είναι, κατά τη γνώμη μου, ποικίλες. Ορισμένες τις έχω ήδη αναφέρει. Πρωτίστως, είναι το γεγονός ότι το Λιμάνι αποτελεί την κύρια βιομηχανία της πόλης· επομένως, οποιαδήποτε πολιτική δύναμη φιλοδοξεί να κυβερνήσει την πόλη πρέπει να συνεργαστεί με αυτόν τον τομέα, είτε πρόκειται για τους διαχειριστές των τερματικών σταθμών και τα αφεντικά, είτε για τα συνδικάτα. Τα τελευταία διατηρούν μια διόλου δευτερεύουσα ισχύ. Το ζήτημα της εδαφικής-λογιστικής διάταξης, δηλαδή το γεγονός ότι τουλάχιστον η μισή λιμενική δραστηριότητα της Γένοβας βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, με τις πύλες και τους κόμβους logistics δίπλα στις δύο κύριες αστικές αρτηρίες, τον αυτοκινητόδρομο και τον σιδηρόδρομο, επιτρέπει σε όσους εργάζονται εκεί τη δυνατότητα μπλοκαρίσματος των δραστηριοτήτων, γεγονός που συνεχίζει να αποτελεί μια πολύ ισχυρή απειλή. Είναι σαφές ότι, για λόγους που σχετίζονται με τη διαμόρφωση του εδάφους της Γένοβας και της Λιγουρίας, η υποθετική αναδιάρθρωση και μετακίνηση της λιμενικής περιοχής δεν είναι εφικτή πέραν ορισμένων ορίων: ο παράγοντας αυτός είναι επομένως αμετάβλητος ή δύσκολα παρακάμπτεται. Επιπλέον, πέρα από την αντικειμενική βαρύτητα αυτών των παραγόντων, πρέπει να συνυπολογιστεί ο ρόλος των συμβόλων και μιας παράδοσης αξιακών φορτίων, όπως ο αντιφασισμός και η ταξική αλληλεγγύη, τα οποία λειτουργούν ως κοινωνικό ίζημα. Αυτά τα στοιχεία διασφαλίζουν ότι η κινητοποίηση των λιμενεργατών δεν παραμένει μια κλαδική διεκδίκηση, αλλά παράγει μια ευρύτατη κοινωνική συναίνεση στον αστικό ιστό, καθιστώντας την πόλη ολόκληρη οργανικό μέρος του αγώνα. Δεν πιστεύω ότι αυτό είναι χαρακτηριστικό μόνο των λιμενεργατών: θα μπορούσα να φέρω ως παράδειγμα αυτό που συμβαίνει στο Sestri Ponente, μια λαϊκή συνοικία με μακρά ιστορία συνδεδεμένη με την αριστερά, τα συνδικάτα, τον παρτιζάνικο αγώνα και τον αντιφασισμό. Είναι μια συνοικία της δυτικής Γένοβας όπου παραμένουν διάφορες βιομηχανικές δραστηριότητες, με σημαντικότερη τη Fincantieri. Λοιπόν, όταν στη Fincantieri η FIOM κηρύσσει απεργία για έναν συγκεκριμένο λόγο, αυτή η συνοικία, ακόμα και σήμερα, κατεβάζει τα ρολά των καταστημάτων, σταματά κάθε εργασιακή δραστηριότητα, δείχνοντας εγγύτητα και αλληλεγγύη στους εργάτες που απεργούν. Το πόσο σημαντικό είναι αυτό δεν μπορώ να το αξιολογήσω: σίγουρα αυτά τα χρόνια οι σποραδικές κινητοποιήσεις των συνδικάτων στη Fincantieri, στην Ansaldo ή στην Ilva, ανέβαλαν επ’ αόριστον μια σειρά προβλημάτων σχετικά με την πώληση της Ilva ή την έλλειψη παραγγελιών για τη Fincantieri ή την Ansaldo κ.λπ., διατηρώντας ουσιαστικά άθικτο το εργατικό δυναμικό, ακόμη και έναντι σεναρίων αναδιάρθρωσης και απολύσεων. Πριν από λίγα χρόνια, με αφορμή τις κινητοποιήσεις των εργαζομένων στις δημόσιες συγκοινωνίες, οι οποίοι εφάρμοσαν πολύ ριζοσπαστικές μορφές πάλης, φτάνοντας σε 5-6 ημέρες άγριας απεργίας παρά τις επιστρατεύσεις, δεν υπήρξε το ίδιο επίπεδο αλληλεγγύης επειδή δεν υπάρχει ο ίδιος δεσμός με το έδαφος. Υπάρχει, λοιπόν, αυτή η αμφίσημη διάσταση, που δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα αν είναι ο καθοριστικός παράγοντας, είναι όμως μια πραγματικότητα που συνεχίζει να υφίσταται. Προσωπικά, δεν γνωρίζω ανάλογα παραδείγματα σε άλλες τοπικές καταστάσεις του ιταλικού πανοράματος.
Πώς εξηγείται αυτή η «εξαίρεση της Γένοβας»;
Πιστεύω ότι αυτό απορρέει σε μεγάλο βαθμό από τον τρόπο με τον οποίο η πόλη εξήλθε από τις δεκαετίες του 1980-1990: διαδικασίες εκσυγχρονισμού με αργούς ρυθμούς, ασθενής οικονομική ανάπτυξη, ένας από τους γηραιότερους πληθυσμούς της Ευρώπης κ.λπ. Υπήρξε επίσης μια έντονη δημογραφική μείωση. Μέσα σε πενήντα χρόνια, ο δήμος της Γένοβας πέρασε από τους 800.000 στους περίπου 550.000 κατοίκους. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα η εργατική πόλη να παραμένει ακόμα πιο προσκολλημένη στο λιμάνι και σε όσους εργάζονται εκεί. Λάβετε υπόψη ότι αυτή η προσκόλληση, με τις απαραίτητες αναλογίες, αποτελεί πραγματικότητα ακόμη και για την αστική τάξη της πόλης, η οποία μέχρι πριν από μια εικοσαετία ήταν ακόμη αφεντικό των τερματικών σταθμών στο κέντρο της πόλης. Ακόμη και η πολιτική ζωή της πόλης ενεργεί αναλόγως: σε κάθε δημοτικές εκλογές, όλοι οι υποψήφιοι έρχονται σε επαφή με τη διοίκηση της CULMV (του ιστορικού συνεταιρισμού των λιμενεργατών), εγγυώνται τη διαφύλαξη των θέσεων εργασίας στις συνεντεύξεις τους κ.λπ.
Θα μπορούσε να πει κανείς ότι το λιμάνι της Γένοβας είναι εκείνο στο οποίο, στην Ιταλία αλλά και στην υπόλοιπη Ευρώπη, οι εργαζόμενοι είναι πιο πρόθυμοι να απεργήσουν, να στήσουν μπλόκα και να διαδηλώσουν σε σχέση με την κατάσταση στη Γάζα. Αν και αυτό που συμβαίνει εκεί δεν έχει τίποτα το «συνηθισμένο», παρόμοιες κινητοποιήσεις στον εργασιακό τομέα είναι εξαιρετικά σπάνιες, στο βαθμό που δεν αφορούν το «ψωμί» (εν συντομία: τους μισθούς και τις συνθήκες εργασίας), τουλάχιστον όχι άμεσα. Από τα λίγα που γνωρίζουμε, αυτή η προθυμία για αγώνα είναι, τουλάχιστον εν μέρει, ο καρπός μιας διαδρομής πολύ προγενέστερης της 7ης Οκτωβρίου 2023 και όσων ακολούθησαν. Μπορείτε να μας εξηγήσετε εν συντομία σε τι συνίστατο αυτό;
Για να μιλήσουμε για την κατάσταση των τελευταίων ετών σε σχέση με τη Γάζα, πιστεύω ότι και εδώ είναι απαραίτητο να κάνουμε μερικά βήματα πίσω, ξεκινώντας από όσα συνέβησαν το 2019. Τότε ξεκίνησε μια κινητοποίηση από διάφορες πολιτικές συνιστώσες που δρουν στο λιμάνι ενάντια σε μια σαουδαραβική ναυτιλιακή εταιρεία, την Bahri, η οποία για χρόνια διερχόταν από το λιμάνι της Γένοβας μεταφέροντας απευθείας στρατιωτικό εξοπλισμό (δεν ειδικεύεται μόνο σε αυτό, αλλά κάνει και αυτό). Πρόκειται για μια γραμμή που ξεκινά από τη Βόρεια Αμερική, κάνει στάσεις σε ευρωπαϊκά λιμάνια και καταλήγει στην Αραβική Χερσόνησο και τη Μέση Ανατολή. Τα τελευταία χρόνια έχει επεκτείνει τα δρομολόγιά της μέχρι την Άπω Ανατολή και τα κινεζικά λιμάνια. Το 2019 υπήρχε ήδη η επίγνωση ότι αυτά τα πλοία μετέφεραν στα αμπάρια τους διάφορα είδη στρατιωτικού εξοπλισμού: τανκς, τεθωρακισμένα, ελικόπτερα, κοντέινερ με πυρομαχικά, μαζί με άλλου είδους εμπορεύματα που συνδέονται με την πετρελαιοβιομηχανία, όπως διάφορα εξαρτήματα για την κατασκευή αγωγών, εγκαταστάσεων και σταθμών υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Αυτά τα πλοία έχουν συνήθως ήδη φορτωμένο το στρατιωτικό τους φορτίο από τις ΗΠΑ, αλλά σε διάφορα ευρωπαϊκά λιμάνια φορτώνονται πολεμικά προϊόντα της ηπείρου μας. Σπάνια, αλλά με ορατό τρόπο, αυτό συνέβαινε και στη Γένοβα. Τον Μάιο του 2019, ως αποτέλεσμα μιας πρώτης κινητοποίησης που ξεκίνησε από το λιμάνι της Χάβρης, ένα αρκετά ετερογενές σύνολο λιμενεργατών, ειρηνιστών ακτιβιστών και συντρόφων του ελευθεριακού και αντιμιλιταριστικού χώρου άρχισαν να θέτουν το ζήτημα, συγκροτώντας συνελεύσεις βάσης, μέχρι να προχωρήσουν στην έμπρακτη επιβολή ενός μπλόκου στο Genoa Metal Terminal, εκεί όπου ελλιμενίζονται τα πλοία της Bahri. Εκείνη η επιχείρηση στόχευε στο να ακινητοποιηθούν γεννήτριες στρατιωτικού τύπου που προορίζονταν για τη Σαουδαραβική Εθνοφρουρά, την περίοδο που η τελευταία διεξήγαγε πολεμικές επιχειρήσεις στην Υεμένη. Με εκείνο το εγχείρημα, ο στόχος ήταν να μπλοκαριστούν γεννήτριες στρατιωτικού τύπου προοριζόμενες για τη Σαουδαραβική Εθνοφρουρά, την εποχή της εμπλοκής της στη σύγκρουση στην Υεμένη.
Εκείνες οι πρώτες μέρες ήταν ιδιαίτερες, καθώς στο πλευρό της Αυτόνομης Συλλογικότητας Λιμενεργατών (CALP- Collettivo Autonomo dei Lavoratori Portuali) —η οποία όλα αυτά τα χρόνια επιδίωξε να συσπειρώσει τους μισθωτούς των τερματικών σταθμών με τους καμαρότους της CULMV, στηρίζοντας μια σειρά αγώνων και αναδεικνυόμενο στο μοναδικό αυτόνομο και συγκρουσιακό εργατικό σωματείο του λιμανιού, αποτελώντας σημείο αναφοράς για το κίνημα πολύ πέρα από τα τοπικά όρια— στο πλευρό της οποίας, τότε, είχε κινητοποιηθεί ακόμη και η CGIL. Έτσι, επιβλήθηκε η ματαίωση της φόρτωσης αυτών των γεννητριών για πρώτη φορά στο πλοίο της Bahri και, λίγες εβδομάδες αργότερα, η εκ νέου παρεμπόδιση της φόρτωσης σε ένα δεύτερο πλοίο της ίδιας εταιρείας. Η CGIL, βέβαια, αποσύρθηκε πολύ σύντομα, καθώς παρέμεινε ουσιαστικά εντός μιας θεσμικής λογικής: το συνδικάτο κινητοποιούνταν μόνο όταν μπορούσε να στοιχειοθετηθεί παράβαση του νόμου 185/90 που ρυθμίζει το εμπόριο όπλων στην Ιταλία. Όταν αυτό δεν συνέβαινε, έμενε αμέτοχη. Αρκεί μια πολεμική σύγκρουση να μην έχει αναγνωριστεί επίσημα από τον ΟΗΕ, ή μια σχετική απόφαση του ΟΗΕ να μην έχει ακόμα ενσωματωθεί από το ιταλικό κοινοβούλιο, ώστε ο νόμος αυτός να καθίσταται ανενεργός για το εκάστοτε πεδίο πολέμου.
Αυτή η κινητοποίηση απέφερε μια σειρά αποτελεσμάτων. Καταρχάς, προσέφερε μεγάλη ορατότητα στην CALP, η οποία αναδείχθηκε στον κύριο πρωταγωνιστή μιας κινητοποίησης με πολυσχιδή σύνθεση. Σε αυτήν συμμετείχαν πολλοί σύντροφοι, ειρηνιστές και αντιμιλιταριστές —ακόμα και εκτός λιμανιού— οι οποίοι κινητοποιήθηκαν αναλαμβάνοντας όλο και πιο ενεργό ρόλο, ξεπερνώντας τα όρια της απλής συμπαράστασης. Έπειτα, υπήρξε η δημόσια αποκάλυψη της διακίνησης στρατιωτικού υλικού, χάρη και στην προβολή της CALP στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και την τηλεόραση. Αυτό το στοιχείο θα καταστεί κομβικό τα επόμενα χρόνια, μέχρι και τις σημερινές κινητοποιήσεις. Επιπλέον, καλλιεργήθηκε μια βαθύτερη συνειδητοποίηση, που εξαπλώθηκε με τον καιρό, σχετικά με την κεντρικότητα των λιμανιών στην πολεμική εφοδιαστική αλυσίδα και μια σαφέστερη αντίληψη για το τι αυτή συνεπάγεται. Έτσι, διάφορα συνθήματα —όπως το “ο πόλεμος αρχίζει εδώ”— έπαψαν να είναι απλά σλόγκαν και έγιναν κτήμα της κοινής συνείδησης, τόσο των εργαζομένων όσο και των υποκειμένων εκτός λιμανιού· ανέδειξαν έμπρακτα τρόπους με τους οποίους μπορεί να ανατραπεί η παθητικότητα και να προβληθεί αντίσταση, ακόμη και στο δικό μας κοινωνικό πεδίο. Αυτό, βέβαια, δεν σημαίνει ότι η ρήξη με την εργατική παθητικότητα στο λιμάνι είναι καθολική. Ο πυρήνας των εργατών που πυροδοτεί τέτοιες διαδικασίες αριθμεί μερικές δεκάδες άτομα, περιτριγυρισμένο από πολλούς άλλους που διάκεινται ευνοϊκά, σε ένα συνολικό εργατικό σώμα που αριθμεί —όπως είπαμε— περίπου τρεις χιλιάδες εργαζόμενους. Είναι αναγκαίο να το παραδεχτούμε αυτό, ώστε να μην καλλιεργούμε κατασκευασμένους μύθους και για να αναγνωρίζεται η συμβολή όσων εκτίθενται προσωπικά στην πρώτη γραμμή.
Ένα επιπλέον αποτέλεσμα που επιτεύχθηκε, έστω και χωρίς επίσημη αναγνώριση, είναι ότι στις προβλήτες της Γένοβας όπου ελλιμενίζονταν τα πλοία της Bahri, από το 2019 μέχρι σήμερα, δεν έχει καταγραφεί φόρτωση στρατιωτικού υλικού, από τανκς μέχρι κανόνια, που μέχρι τότε διακινούνταν από τον συγκεκριμένο τερματικό σταθμό. Τουλάχιστον όχι με ορατό τρόπο που θα επέτρεπε τον εντοπισμό τους. Προφανώς, μεμονωμένα εμπορευματοκιβώτια με άγνωστο περιεχόμενο μπορεί να διακινήθηκαν ή να διακινούνται ακόμη με άλλα πλοία, όμως ο βαρύς οπλισμός που βλέπαμε παλιότερα —τεθωρακισμένα, κανόνια, συστήματα ραντάρ, πύραυλοι— δεν διέρχεται πλέον από τη Γένοβα. Πρόκειται πιθανότατα για μια επιλογή της διαχείρισης του τερματικού σταθμού προκειμένου να αποφύγει μεγαλύτερες αναταράξεις· έτσι, η εταιρεία Bahri συνεχίζει τα δρομολόγιά της μεταφέροντας στρατιωτικά οχήματα φορτωμένα στη Βόρεια Αμερική με προορισμό τη Μέση Ανατολή, όμως αυτό δεν συμβαίνει πλέον στο λιμάνι της Γένοβας. Η κινητοποίηση ανακόπηκε στην πράξη από την κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Covid και ακολούθως τέθηκε σε αναμονή λόγω μιας δικαστικής έρευνας για σύσταση εγκληματικής οργάνωσης που έπληξε ορισμένα μέλη της CALP. Αυτή η δίωξη ανέστειλε επί μια διετία τόσο τη δράση όσο και τη στρατηγική σκέψη των υποκειμένων που συμμετείχαν στον αγώνα ενάντια στο εμπόριο όπλων. Μας επανέφερε σε ένα επίπεδο θεσμικής συμβατότητας, όπου περιοριζόμασταν σε αιτήματα προς τους θεσμούς, τη Λιμενική Αρχή και τον Δήμο να εφαρμόσουν τον νόμο, χωρίς όμως να διαθέτουμε την πραγματική ισχύ που θα υποστήριζε αποτελεσματικά αυτά τα αιτήματα. Πρέπει ωστόσο να σημειωθεί ότι τον Αύγουστο του 2025, υπό την πίεση των συνδικάτων USB και CGIL, ένα φορτίο κανονιών της εταιρείας Leonardo με προορισμό τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μπλοκαρίστηκε. Αυτό συνοδεύτηκε από την κήρυξη απεργίας κατά των εργασιών σε πλοίο της Bahri, παρόλο που δεν υπήρχαν σαφή νομικά πατήματα βάσει του νόμου 185/90.
Παρεμπιπτόντως, αν η κατάσταση έκτακτης ανάγκης του Covid αποτέλεσε μια δύσκολη συγκυρία, ήταν ακριβώς τότε (Μάρτιος 2020) που η αποφασιστική συνδικαλιστική δράση η οποία ξεκίνησε από τους λιμενεργάτες του VTE επέβαλε τις διατάξεις για την ασφάλεια στην εργασία, οι οποίες στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε όλους τους τερματικούς σταθμούς. Ένα ακόμα σημαντικό βήμα σημειώθηκε μετά από ορισμένες απολύσεις. Μέχρι τότε, όλοι οι εργαζόμενοι της CALP και όσοι δραστηριοποιούνταν εντός του λιμανιού λειτουργούσαν υπό την “ομπρέλα” της CGIL. Αυτό συνέβαινε τουλάχιστον σε άτυπο επίπεδο, καθώς η CGIL συχνά απείχε από τις κινητοποιήσεις· όμως εκείνοι που ενεργοποιούνταν ήταν μέλη της, συνδικαλιστικοί εκπρόσωποι στους τερματικούς σταθμούς, οι οποίοι δρούσαν μερικές φορές σε ανοιχτή σύγκρουση με τη γραμματεία του συνδικάτου. Μετά από ορισμένες ρήξεις, όλοι οι εκπρόσωποι της CGIL που πρόσκεινταν στην CALP αποφάσισαν να προσχωρήσουν στην USB (Unione Sindacale di Base). Αυτό έφερε για πρώτη φορά ένα συνδικάτο βάσης εντός των τερματικών σταθμών της Γένοβας, εγκαινιάζοντας μια νέα φάση: τόσο για την εσωτερική πολιτική δράση στο λιμάνι, όσο και για την κινητοποίηση ενάντια στο εμπόριο όπλων. Έκτοτε, ο αγώνας εισέρχεται σε μια πολύ πιο πολιτική φάση με αμφίσημο χαρακτήρα: από τη μία πλευρά εμφανίζεται “εγκλωβισμένος” σε απόπειρες για θεσμική αναγνώριση και συμμετοχή σε τραπέζια διαπραγματεύσεων, από την άλλη όμως διατηρεί μια αξιοσημείωτη ικανότητα κινητοποίησης και έμπρακτης συγκρουσιακότητας, όπως απέδειξαν τα μπλόκα του Σεπτεμβρίου (ειδικά σε πλοίο της εταιρείας Zim) που ξεκίνησαν από την CALP.
Θα επιχειρήσω τώρα να αναδείξω αυτά που θεωρώ ως κεκτημένα και όρια της κινητοποίησης ενάντια στο εμπόριο όπλων. Στα πρώτα, θα κατέτασσα τον προσδιορισμό των logistics κόμβων ως κεντρικών σημείων για τη συγκέντρωση της εργατικής κινητοποίησης, επαναφέροντας τον διεθνισμό στο προσκήνιο και επιτρέποντας τη στράτευση όχι μόνο της εργατικής συνιστώσας, αλλά και του αγωνιστικού υποκειμένου —ακόμη και εκτός λιμανιού— το οποίο συμμετείχε με όρους πολιτικής αυτενέργειας. Επιπλέον, διαδόθηκε σε κοινωνικά στρώματα πέρα από τον εργατικό και αγωνιστικό χώρο η ιδέα της κεντρικότητας των logistics στην οικονομία και στις διαδικασίες που καθιστούν τους πολέμους υλικά εφικτούς. Αυτό πηγάζει και από το γεγονός ότι για τους εργάτες που απασχολούνται στον τομέα της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων, είναι —πιστεύω— απλούστερο να θέσουν αναχώματα στην πολεμική εφοδιαστική αλυσίδα σε σύγκριση με όσους εργάζονται στην παραγωγή της πολεμικής βιομηχανίας. Αυτό οφείλεται στη διαφοροποίηση των καθηκόντων στις μεταφορές και ειδικά στο λιμάνι: οι εργασίες που σχετίζονται με το στρατιωτικό σκέλος είναι πολύ λιγότερο κεντρικές απ’ ό,τι για έναν εργάτη σε μια βιομηχανία όπλων ή σε ένα ναυπηγείο που κατασκευάζει κορβέτες. Αυτό επιτρέπει την ευκολότερη λήψη αποφάσεων για δράσεις και απεργίες —ή σε κάποιες περιπτώσεις η συνειδητή άρνηση της εργασίας, δηλαδή την άρνηση συγκεκριμένων βαρδιών σε ειδικά καθήκοντα— καθώς αυτά είναι λιγότερο καθοριστικά για τη σύνθεση του μισθού. Η διάδοση της συνείδησης για αυτή την κεντρικότητα των logistics επέτρεψε την ανάληψη πρωτοβουλιών σε αυτούς τους κόμβους ακόμη και από όσους δεν εργάζονται εκεί. Έτσι, πυροδοτήθηκε μια γόνιμη αλληλεπίδραση ανάμεσα σε αγωνιστές, ακτιβιστές και ειρηνιστές, οι οποίοι πλαισίωσαν τους λιμενεργάτες, δρώντας σε οργανική σύνδεση με την CALP. Μεταξύ των περιορισμών που πρέπει να ληφθούν υπόψη, και που είναι εμφανείς στο συμβολικό πλαίσιο που έχει λάβει αυτός ο αγώνας, θα ήθελα να τονίσω ότι τα επεισόδια πραγματικής σύγκρουσης ήταν πολλά όλα αυτά τα χρόνια· όμως, σε μια μακροπρόθεσμη πορεία, η αναπαράσταση του αγώνα συμβάδιζε με την υλική δράση, ενώ η διαπραγμάτευση με τους θεσμούς έπαιξε σημαντικό ρόλο. Έτσι, υπήρξε συχνά μια επιστροφή σε μια μορφή δημοκρατισμού, όχι ιδιαίτερα ριζοσπαστικού, όπου η Λιμενική Αρχή, ο Δήμος και το Κράτος καλούνται ως υποτιθέμενοι εγγυητές των δικαιωμάτων, οφείλοντας να μεριμνήσουν για την τήρηση των νόμων τους. Αυτό αποτέλεσε ένα διαρκές στοιχείο αποδυνάμωσης του αγώνα, ανοίγοντας τον δρόμο σε πολιτικές και κομματικές οργανώσεις της, εντός ή εκτός κοινοβουλίου, αριστεράς.
Αυτό το επίπεδο (της θεσμικής διαπραγμάτευσης) συνυπήρχε ανέκαθεν με ρήξεις, επεισόδια πραγματικής σύγκρουσης και νίκες —όπως αυτή του περασμένου Αυγούστου που προαναφέρθηκε. Αυτό είναι απόλυτα κατανοητό, αν το συσχετίσει κανείς με το σχετικά χαμηλό επίπεδο κοινωνικής συγκρουσιακότητας στην Ιταλία: εννοώ ότι ορισμένοι μειοψηφικοί πυρήνες μαχητικών εργατών, εκτεθειμένοι σε έναν ορισμένο βαθμό, και στην προσπάθειά τους να αποκρούσουν την καταστολή, αναζητούν μια ασπίδα προστασίας σε ορισμένα συνδικάτα και οργανώσεις της αριστεράς, αποφεύγοντας την πλήρη ρήξη με τη ρεφορμιστική λογική. Αυτό συμβαίνει ιδιαίτερα σε μια πόλη —όπως προσπάθησα να εξηγήσω προηγουμένως— όπου ο αριστερός ρεφορμισμός παραμένει ισχυρότερος από οπουδήποτε αλλού, λόγω μιας παράδοσης και πολιτικών δομών που καθυστερούν να υποστούν τις διαδικασίες αποδυνάμωσης που όλοι γνωρίζουμε.
Όσον αφορά τις πιο πρόσφατες κινητοποιήσεις, αυτές διήρκεσαν τουλάχιστον τρεις ημέρες—τις οποίες κάλεσαν ποικίλες συλλογικότητες, από συνδικάτα βάσης μέχρι παλαιστινιακές οργανώσεις και αναρχικούς— με μπλοκαρίσματα που οργανώθηκαν μεταξύ 2023 και 2024 ενάντια στη σφαγή του παλαιστινιακού λαού. Στόχος ήταν να αναδειχθεί η πολεμική εφοδιαστική αλυσίδα και οι λιμενικοί κόμβοι, αλλά και να υποδειχθούν συγκεκριμένες εταιρείες, όπως η ισραηλινή ZIM· όχι μόνο για τον ρόλο τους στο εμπόριο όπλων, αλλά συνολικά ως εκπρόσωποι της ισραηλινής εργοδοσίας στους οποίους επιχειρήθηκε να προκληθεί οικονομική ζημιά. Θεωρώ αυτά τα εγχειρήματα κομβικά, καθώς εκδηλώθηκαν σε μια περίοδο που η αντίθεση στον πόλεμο στην Ιταλία δυσκολευόταν να αποκτήσει υλική υπόσταση. Ωστόσο, οφείλουμε να παραδεχτούμε ότι παρέμειναν εγκλωβισμένα σε μια «κινηματική»[3] δυναμική: με μια αξιοσημείωτη αλλά αυξομειούμενη συμμετοχή αλληλέγγυων, και μια εργατική παρουσία από την πλευρά του λιμανιού που παρέμεινε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα.
Μέσα από αυτές τις κινητοποιήσεις , ορισμένες από τις οποίες συνοδεύτηκαν από απεργίες των συνδικάτων βάσης, φτάσαμε το φετινό καλοκαίρι στις δράσεις γύρω από τη Global Sumud Flotilla. Πρόκειται για μια ευρύτερη κινητοποίηση που, χάρη στον ανθρωπιστικό ακτιβισμό από τη μία και την CALP από την άλλη, πέτυχε πρωτοφανή μαζικότητα για τα δεδομένα της Γένοβας (με διαδηλώσεις 20.000 έως 50.000 ατόμων), ξεπερνώντας κατά πολύ τους στενούς εργατικούς και αγωνιστικούς κύκλους. Η συγκέντρωση τροφίμων για τη Γάζα ξεπέρασε κάθε προσδοκία, κινητοποιώντας άμεσα δεκάδες λιμενεργάτες που, μαζί με απλούς πολίτες, αφιέρωσαν μέρες στη συλλογή και συσκευασία της βοήθειας. Σε αυτό το πλαίσιο, το κάλεσμα των εκπροσώπων της CALP για γενικό μπλόκο («bloccare tutto») σε περίπτωση αναχαίτισης της Global Sumud Flottilla από το Ισραήλ, βρήκε ένα ήδη γόνιμο έδαφος. Αυτό το έδαφος οικοδομήθηκε τα προηγούμενα χρόνια μέσα από τους αγώνες και τη δημόσια προβολή τους, όπου συνθήματα όπως «να τα μπλοκάρουμε όλα» και «ο πόλεμος αρχίζει εδώ» έπαψαν να αποτελούν προνόμιο μιας αγωνιστικής μειοψηφίας και απέκτησαν τεράστια διάχυση. Σχετικά με τα όσα συνέβησαν, μπορώ να μιλήσω κυρίως για τη Γένοβα. Υπήρξαν μέρες αγώνα όπου οι πύλες του λιμανιού παρέμειναν αποκλεισμένες για ώρες, ενώ παρέλυσαν και άλλοι συγκοινωνιακοί κόμβοι, όπως αυτοκινητόδρομοι και σιδηρόδρομοι. Πλοία της ZIM μπλοκαρίστηκαν κατά τη φόρτωση με εισβολή στην είσοδο του τερματικού σταθμού, ή εξαναγκάστηκαν από τις αρχές να μην ελλιμενιστούν καθόλου υπό τον φόβο των κινητοποιήσεων. Ήταν ημέρες κομβικής σημασίας, με ευρύτατη συμμετοχή, η οποία επί του παρόντος βρίσκεται σε φάση άμπωτης και υποχώρησης, που διατήρησαν σε γενικές γραμμές τη μαζική διάσταση που περιγράψαμε. Ωστόσο, πλάι σε αυτές τις στιγμές πραγματικής πάλης και μπλοκαρίσματος, υπήρξαν και στιγμές όπου επικράτησε η αναπαράσταση και η διαβούλευση· στιγμές όπου η πραγματική ισχύς αυτών των αριθμών παρέμεινε εν τέλει ανεκπλήρωτη. Αξιοσημείωτο είναι ότι το νεολαιίστικο υποκείμενο επέστρεψε δυναμικά στον δρόμο, ενώ είναι πλέον σαφές ότι σημαντικά κομμάτια της «κοινωνίας των πολιτών» τάσσονται ανοιχτά ενάντια στη βία του ισραηλινού στρατού και κράτους.
Θα ήθελα να κάνω μια παρέμβαση, γιατί θεωρώ σημαντικό να εξετάσουμε τον ρόλο που έπαιξε ένα κομμάτι της επίσημης Αριστεράς, όχι τόσο στον δρόμο, όσο μέσω του Τύπου, με δηλώσεις και πολιτικές τοποθετήσεις υψηλού επιπέδου. Αυτή η Αριστερά, από τη μία πλευρά κατέστησε εφικτή τη μαζικότητα της κινητοποίησης, αλλά από την άλλη το έπραξε επιχειρώντας να τη συγκρατήσει και να την ενσωματώσει. Θεωρώ δεδομένη την αλλαγή της γλώσσας στον ιταλικό Τύπο (ιδιαίτερα στον όμιλο GEDI) από τα τέλη της άνοιξης του 2025, σχετικά με τον τρόπο διαχείρισης του παλαιστινιακού ζητήματος. Ορισμένα τμήματα του PD, η «Συμμαχία Πρασίνων και της Αριστεράς», το Κίνημα 5 Αστέρων και ακολούθως η CGIL, διαδραμάτισαν κεντρικό ρόλο στη διάχυση της κινητοποίησης, επιδιώκοντας όμως να τη διατηρήσουν σε ένα ανθρωπιστικό επίπεδο, ώστε να αποτραπεί η μετεξέλιξή της σε κάτι άλλο.
Αυτή η επιχείρηση (της επίσημης Αριστεράς) ξεκίνησε σχεδόν ταυτόχρονα με την κινητικότητα που επέδειξαν τα ίδια υποκείμενα την άνοιξη του 2025, σχετικά με τη σύγκρουση ΝΑΤΟ-Ρωσίας στην Ανατολική Ευρώπη. Εκεί, ο προσανατολισμός τους ήταν εντελώς διαφορετικός: στήριξαν τις λεγόμενες «Πλατείες για την Ευρώπη», τασσόμενοι υπέρ της ενίσχυσης της Ουκρανίας, του ευρωπαϊκού επανεξοπλισμού και της αντίθεσης στη διεθνή πολιτική του Τραμπ στις ΗΠΑ. Αυτές οι δύο κατευθύνσεις μπορεί να φαίνονται αντιφατικές, αλλά στην πραγματικότητα συνδέονται με τον επανακαθορισμό των προτεραιοτήτων στις αμερικανικές ζώνες επιρροής και τον ανταγωνισμό μεταξύ των κρατών για τη διασφάλιση των αμερικανικών πόρων και παρουσίας στο έδαφός τους. Πρέπει να ειπωθεί επίσης ότι σε αυτές τις κινητοποιήσεις αλληλεγγύης προς την Παλαιστίνη, το ζήτημα του πολέμου στην Ανατολική Ευρώπη παρέμενε πάντα στο περιθώριο, ή αναφερόταν μόνο από τις πιο ριζοσπαστικές και αγωνιστικές συνιστώσες. Αυτή η επιχείρηση της θεσμικής Αριστεράς, που συνίσταται στον διαχωρισμό των γεγονότων της Μέσης Ανατολής από εκείνα της Ανατολικής Ευρώπης, πέτυχε σε μεγάλο βαθμό να επιβληθεί στη μεγάλη μάζα του πληθυσμού. Αν και τα εμπλεκόμενα υποκείμενα πιθανότατα θα αποκομίσουν πολιτικά οφέλη από την επανασυσπείρωση της εκλογικής τους βάσης, μένει να φανεί σε ποιο βαθμό θα το επιτύχουν.
Αυτό ισχύει και για ένα συνδικάτο όπως η CGIL, η οποία προφανώς δεν απολαμβάνει τη συναίνεση του μεγαλύτερου μέρους της ιταλικής εργατικής τάξης —ούτε καν των μελών της— αλλά με αυτή την κίνηση κέρδισε ορισμένα πολιτικά οφέλη. Πρέπει να σημειωθεί ότι οι δύο απεργίες που κάλεσε η CGIL (19 Σεπτεμβρίου και 3 Οκτωβρίου) παρουσίαζαν μια ουσιώδη διαφορά: εκείνη της 19ης προκηρύχθηκε εμβόλιμα, λίγο πριν από την απεργία της 22ας που είχε καλέσει η USB, με προφανή στόχο την αποδυνάμωση της απεργίας του συνδικάτου βάσης. Ωστόσο, λίγες εβδομάδες μετά, η CGIL άλλαξε γραμμή, προχωρώντας σε ένα —πρωτοφανές, νομίζω— σύμφωνο με το συνδικάτο βάσης για κοινή απεργία σε περίπτωση αναχαίτισης της Global Sumud Flotilla. Τελικά, κατέληξε στην προκήρυξη γενικής απεργίας στις 3 Οκτωβρίου, μια μέρα για την οποία είχε ήδη δοθεί συνδικαλιστική κάλυψη από την προηγούμενη προκήρυξη του SI COBAS.
Πιστεύω ότι μια αποτίμηση της κινητοποίησης του Σεπτεμβρίου-Οκτωβρίου στην Ιταλία οφείλει να συνυπολογίσει μια σειρά από κρίσιμες παραμέτρους. Την επιστροφή μαζικών στρωμάτων στις πλατείες από ανθρώπους που απείχαν για καιρό· γεγονός που μετέτρεψε τις συγκεντρώσεις σε στιγμές κοινωνικής κινητοποίησης, υπερβαίνοντας κατά πολύ τα στενά όρια των αγωνιστικών κύκλων, με μία σημαντική άνοδο της νεολαιίστικης συνιστώσας. Επιπλέον, καταγράφεται μια απόπειρα της θεσμικής αριστεράς να ιδιοποιηθεί και να ελέγξει την κίνηση αυτή μέσω των πολιτικών και συνδικαλιστικών της οργανώσεων – αν και είναι νωρίς για να αξιολογηθούν τα αποτελέσματά της. Τέλος, η κινητοποίηση εμφάνισε σημαντικές στιγμές ριζοσπαστικότητας, οι οποίες όμως κινήθηκαν μέσα σε ένα πλαίσιο δυνατοτήτων πολύ ευρύτερων από αυτό που τελικά εκφράστηκε.
Σε όλη αυτή τη διαδικασία, η συμβολική ισχύς του λιμενεργάτη έπαιξε καθοριστικό ρόλο. Το πιο ξεκάθαρο παράδειγμα αυτής της δυναμικής ήταν η επέκταση της κινητοποίησης σε άλλα λιμάνια και εργατικά στρώματα πόλεων —σαφώς μικρότερων από τη Γένοβα— όπως το Λιβόρνο, η Τεργέστη, ο Τάραντας, η Ραβέννα και το Σαλέρνο. Ταυτόχρονα, εντός αυτών των ίδιων περιοχών, κινητοποιήθηκαν κοινωνικά κομμάτια που δεν ανήκουν στο εργατικό δυναμικό των λιμανιών, ακολουθώντας τη δυναμική της κοινωνικής διάχυσης που περιγράψαμε προηγουμένως. Κομβικής σημασίας είναι επίσης η δικτύωση που οικοδομήθηκε τα τελευταία χρόνια, και κορυφώθηκε τους πρόσφατους μήνες, ανάμεσα σε εργάτες διαφορετικών λιμανιών, με επίκεντρο τη Μεσόγειο: από τη Βαρκελώνη και τη Μασσαλία μέχρι τα ιταλικά λιμάνια και τον Πειραιά. Παράλληλα, αναπτύχθηκαν οργανικοί δεσμοί με συνδικαλιστικές μειοψηφίες στη Βόρεια Ευρώπη (Γερμανία, Βέλγιο, Ολλανδία) αλλά και στη Βόρεια Αμερική (Καναδάς, Νέα Υόρκη, Λος Άντζελες). Αν και η σταθερότητα αυτών των δεσμών τελεί υπό αξιολόγηση, είναι γεγονός ότι η αντιπολεμική κινητοποίηση λειτούργησε ως καταλύτης. Υπερβαίνοντας τα στενά, υλικά οικονομικά συμφέροντα, η κινητοποίηση παρήγαγε δικτυώσεις ζωτικής σημασίας για τον συνδικαλισμό βάσης. Αυτές οι διεργασίες τροφοδοτούν πλέον έναν διεθνή διάλογο για τον συντονισμό κοινών απεργιακών δράσεων, με ενιαία πολιτική στοχοθεσία ενάντια στον πόλεμο.
[1] Η Réalité είναι μια συλλογικότητα με έδρα τη Γαλλία. Αναπτύσσει ένα διαρκές έργο ανάλυσης και κριτικής σε διάφορα πεδία, όπως η πολιτική οικονομία, η τεχνολογία, οι διεθνείς συγκρούσεις, μεταξύ άλλων.
[2] Παρότι ο όρος «κοινωνικό εργοστάσιο» εισήχθη αρχικά από τον Mario Tronti στην κλασική εργατίστικη θεωρία για να περιγράψει τη διάχυση της εργασιακής πειθαρχίας σε όλο το κοινωνικό σώμα και την κατανάλωση, η εφαρμογή του στα σύγχρονα λιμάνια ενέχει μια κρίσιμη διαφοροποίηση: δεν αναφέρεται πλέον σε μια αφηρημένη κοινωνική συνθήκη, αλλά στην υλική ενσωμάτωση της κυκλοφορίας των εμπορευμάτων στην ίδια την παραγωγική διαδικασία. Στο πλαίσιο των logistics, η διάκριση μεταξύ παραγωγής και διανομής έχει καταρρεύσει· το λιμάνι δεν αποτελεί έναν παθητικό σταθμό μεταφόρτωσης, αλλά μια «ζωντανή γραμμή συναρμολόγησης» σε πλανητική κλίμακα. Υπό αυτή την έννοια, ο παραλληλισμός παραμένει έγκυρος και αναγκαίος, καθώς αναδεικνύει ότι το κεφάλαιο δεν εξαρτάται πλέον μόνο από την υπεραξία του εργοστασίου, αλλά από τη συνεχή ροή, μετατρέποντας τους κόμβους των logistics στα νέα στρατηγικά πεδία της ταξικής σύγκρουσης, λειτουργώντας ως οι «συλλογικοί εργάτες» του 21ου αιώνα, αντίστοιχοι με τα μεγάλα βιομηχανικά κέντρα του 20ού.
[3] Όταν ο συγγραφέας χρησιμοποιεί τον όρο «κινηματική δυναμική», εννοεί ότι ο αγώνας έμεινε στα χέρια των «πολιτικοποιημένων» και δεν έγινε κτήμα της μάζας των εργαζομένων. Ο όρος υποδηλώνει ότι η δράση τροφοδοτήθηκε από «εξωτερικά» πολιτικά υποκείμενα (ακτιβιστές, οργανώσεις) και δεν κατάφερε να μετατραπεί σε οργανικό αγώνα της ίδιας της εργατικής τάξης του λιμανιού.