Ιράν, μεταξύ εξέγερσης και οικειοποίησης: ο μοναρχισμός και η λογική της κρατικοκεντρικής πολιτικής

των FARNU / A.Z

Δημοσιεύτηκε στις 13 Ιανουαρίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Euronomade.info 

Στις εξεγέρσεις και τα κοινωνικά κινήματα που αρνούνται την εκπροσώπηση μέσω χαρισματικών ηγετών ή παραδοσιακών κομματικών μηχανισμών, αυτό που αναδύεται είναι μια πολλαπλότητα ταξικών αγώνων. Οι αγώνες αυτοί αρθρώνονται γύρω από διεκδικήσεις για την επιβίωση, την ελευθερία, το κοινό και την ίδια την δυνατότητα να ζει κανείς. Αυτή η πολλαπλότητα δεν ανάγεται ούτε σε ένα ενιαίο αίτημα ούτε σε ένα μοναδικό, καθορισμένο κίνημα. Για τον λόγο αυτό, η μορφή του «ηγέτη» απορρίπτεται εξαρχής. Και αυτή η άρνηση ακολουθεί την αποσύνθεση και τον μετασχηματισμό των παραγωγικών και αναπαραγωγικών σχέσεων — σχέσεων που έχουν επεκτείνει την παραγωγή και την αναπαραγωγή σε μια ευρύτερη, βιοπολιτική κλίμακα.

Οι πληθυσμοί που βρίσκονται ήδη εγγεγραμμένοι εντός αυτής της πολλαπλότητας της εργασίας, της συνεργασίας και της κοινωνικής παραγωγής φέρουν μαζί τους μια συσσωρευμένη και ανεξέλεγκτη οργή απέναντι στους κυβερνώντες και τους ιδιοκτήτες που απομυζούν και λεηλατούν τον πλούτο, τα κοινά αγαθά και την κοινωνική συνεργασία. Πρόκειται για μια οργή που δεν μπορεί να εκτονωθεί. Είναι παρούσα μέσα στα κοινωνικά κινήματα και επιδιώκει να επανοικειοποιηθεί όσα της έχουν αφαιρεθεί. Μια κρίση που έχει εξαπλωθεί σε παγκόσμια κλίμακα — σε συνδυασμό με τον κρατικό αυταρχισμό και τα αστυνομικά καθεστώτα — διεύρυνε τις σχέσεις ιδιοκτησίας και αναπαρήγαγε κύκλους συσσώρευσης. Γι’ αυτό τα κινήματα επιμένουν. Κάθε φορά, μέσα από ένα συγκεκριμένο διακύβευμα, μια πολλαπλότητα διεκδικήσεων μετασχηματίζεται σε συλλογική κραυγή με τη μορφή της εξέγερσης.

Εκεί όπου δεν υφίστανται οργανώσεις θεμελιωμένες στην ταξική πάλη και στην κοινωνική συνεργασία — οργανώσεις ικανές να φανταστούν τις βάσεις μιας εναλλακτικής — τα δεξιά λαϊκιστικά ρεύματα εισέρχονται στο κίνημα. Καλλιεργούν φασισμούς τόσο σε μικρο- όσο και σε μακρο-κλίμακα. Στη συνέχεια οικειοποιούνται την πολλαπλότητα της εξέγερσης και τη συμπυκνώνουν στην αυθεντία ενός μοναδικού ατόμου ή ενός θεσμού. Αυτό ακριβώς επιδιώκουν οι μοναρχικές δυνάμεις. Προσπαθούν να «επιλύσουν» τον ανταγωνισμό που αναπτύσσεται στο εσωτερικό του κινήματος, εκτρέποντάς τον προς ένα μοναδικό τελικό αποτέλεσμα: την εγκαθίδρυση μιας κοσμικής–μοναρχικής κυβέρνησης και την προώθηση νεοφιλελεύθερων και αυταρχικών τεχνικών διακυβέρνησης.

Σε μία πρώτη φάση, αυτές οι δυνάμεις εμφανίζονται ως συνδεδεμένες με την πολλαπλότητα των αγώνων και τις κοινωνικές πληθυντικοτήτες. Στο τέλος, όμως, αναπαριστούν αυτή την πολλαπλότητα υπό τη μορφή ενός αυταρχικού μοναρχικού κράτους. Γνωρίζουμε από πού προέρχεται αυτός ο αυταρχισμός και πώς εγκαθιδρύει ισχυρούς δεσμούς με τα παγκόσμια καθεστώτα συσσώρευσης και τις ροές λεηλασίας του κεφαλαίου. Αυτοί οι δεσμοί, με τη σειρά τους, θα παραγάγουν μία εκτεταμένη πολιτική καταστολή ενάντια στους «άλλους».

Για αυτές τις δυνάμεις, το βασικό διακύβευμα ήταν πάντοτε η αντίδραση στους ταξικούς αγώνες του παρελθόντος και του παρόντος στο Ιράν. Σε απάντηση σε αυτούς τους αγώνες, οργάνωσαν μια εκτεταμένη αντεπανάσταση στο όνομα της ελευθερίας και μιας «εθνικής εξέγερσης». Στο τέλος, μέσα σε αυτό το εγχείρημα, θα βγούμε όλοι χαμένοι. Αυτό που ονομάζεται και αναγνωρίζεται ως «εθνική επανάσταση» δεν είναι παρά η συνέχιση μιας νεοφιλελεύθερης αντεπανάστασης εντός του ορίζοντα της αυταρχικής κυριαρχίας.

Γι’ αυτό βλέπουμε να αναδύεται μια μορφή ταυτοτικής πολιτικής ως εθνικιστικού αυταρχισμού, παράλληλα με μια αναδιοργάνωση των καθεστώτων εξόρυξής και συσσώρευσης εντός της παγκόσμιας τάξης. Μία από τις βασικές υποσχέσεις της δεξιάς αντιπολίτευσης στο Ιράν είναι η πλήρης ένταξη της χώρας στις παγκόσμιες αγορές και η είσοδος των ηγεμονικών θεσμών του κεφαλαίου στο ιρανικό έδαφος. Δεδομένων των κλιματικών συνθηκών του Ιράν, των πόρων του και της γεωπολιτικής του θέσης, είναι προφανές ότι αυτή η ακραία μορφή ενσωμάτωσης θα παραγάγει έναν νέο κύκλο λεηλασίας. Η «εθνική αντεπανάστασή» τους δεν προσφέρει καμία διέξοδο από την κρίση. Αντιθέτως ωθεί το Ιράν σε μια νέα φάση συσσώρευσης.

Γι’ αυτόν τον λόγο, και λαμβάνοντας υπόψη τις διακηρυγμένες συμμαχίες των μοναρχικών με πρόσωπα όπως ο Μιλέι, ο Τραμπ και ο Νετανιάχου, είναι αναγκαίο να τις κατανοήσουμε εντός της ευρύτερης παγκόσμιας στροφής προς την άκρα δεξιά και τις νέες μορφές αυταρχισμού. Ταυτόχρονα, το Ιράν φέρει συγκεκριμένες, ίδιες συνθήκες και παραμένει διαρκώς υπό τη σκιά εσωτερικών και εξωτερικών πολέμων.

Οι πρόσφατες εξεγέρσεις δείχνουν επιπλέον ότι τα μοναρχικά συνθήματα δεν είναι ευρέως διαδεδομένα. Είναι τοπικά, ασύμμετρα και ετερογενή. Αναπαράγονται με ένταση κυρίως σε συγκεκριμένους αστικούς θύλακες και σε ορισμένα μιντιακά και ψηφιακά περιβάλλοντα. Όμως, σε πολλούς βιόκοσμους — και μεταξύ ευρέων στρωμάτων όσων εμπλέκονται στη σύγκρουση, ιδίως στις υποτελείς τάξεις, στις περιθωριοποιημένες κοινότητες και στις εθνοτικές και θρησκευτικές ομάδες — αυτά τα συνθήματα απουσιάζουν, αγνοούνται ή απορρίπτονται ενεργά. Αυτό δεν μπορεί να εξηγηθεί ως απλή διαφορά πολιτικών προτιμήσεων. Υποδεικνύει ένα ρήγμα ανάμεσα στη βιωμένη εμπειρία του αγώνα και στους μηχανισμούς που τον αναπαριστούν. Από αυτή την άποψη, ο μοναρχισμός δεν αναδύεται μέσα από την πολλαπλότητα των εξεγέρσεων. Είναι μια απόπειρα οικειοποίησής τους στο επίπεδο του νοήματος και της εικόνας.

Εδώ, τα φιλομοναρχικά μέσα ενημέρωσης δεν περιορίζονται στο να «αντανακλούν» την πραγματικότητα. Παράγουν ενεργά νόημα. Μέσω μιας επιλεκτικής επιμέλειας των βίντεο από τις διαμαρτυρίες, της χειραγώγησης εικόνων και ήχου και της σύνδεσης συγκεκριμένων συνθημάτων, συμβόλων και αφηγημάτων, αποσπούν την κοινωνική οργή από τα υλικά και βιωμένα θεμέλιά της. Στη συνέχεια, την αναδιοργανώνουν εντός ενός προκαθορισμένου ορίζοντα. Ως αποτέλεσμα, δράσεις που αρχικά ενσωματώνουν διεκδικήσεις επιβίωσης, ταξικές, βιοπολιτικές και αντι-αυταρχικές, υποβιβάζονται- σε επικοινωνιακό επίπεδο- σε σημεία «επιστροφής», «χαρισματικής ηγεσίας» ή «εθνικής σωτηρίας». Δεν πρόκειται απλώς για διαστρέβλωση ή παρανόηση. Πρόκειται για μια δευτερογενή παραγωγή νοήματος που επιβάλλεται απ’ έξω και μεταβάλλει τη σχέση ανάμεσα στις εξεγέρσεις και τους απελευθερωτικούς τους ορίζοντες.

Γι’ αυτόν τον λόγο ο μοναρχισμός δεν μπορεί να απορριφθεί ως περιθωριακή ή καθαρά νοσταλγική τάση. Αυτό που συμβαίνει στην πράξη είναι μια ιδεολογική αναδιοργάνωση της κοινωνικής δυσαρέσκειας και μία επαναδιοχέτευση της οργής. Αντί να αποδίδεται η κρίση στις οικονομικές και ταξικές δομές και στους μηχανισμούς διακυβέρνησης, η κοινωνική οργή εκτρέπεται προς φαντασιώσεις εξουσίας, νοσταλγίες για μια χαμένη τάξη και την κατασκευή χαρισματικών φιγούρων. Αυτή είναι η κλασική λογική του δεξιού λαϊκισμού: επενδύει άμεσα στις αγωνίες επιβίωσης, στις βιοπολιτικές ανασφάλειες και στα αισθήματα εγκατάλειψης, χωρίς να ανοίγει κανέναν απελευθερωτικό ορίζοντα. Αντιθέτως, συνδέει αυτές τις αγωνίες με ιεραρχικά, αντιδραστικά και αντι-εξισωτικά σχέδια. Με αυτή την έννοια, ο μοναρχισμός δεν αποτελεί εναλλακτική στο παρόν καθεστώς. Είναι ένας ακόμη τρόπος διαχείρισης της οργής και εξουδετέρωσης των ριζοσπαστικών και ταξικών δυνατοτήτων της διαμαρτυρίας.

Αυτό που εμφανίζεται στα μέσα ενημέρωσης ως «ο λαός που μιλά με μία φωνή» ή ως «εθνικό αίτημα» δεν είναι, επομένως, μια άμεση και αδιαμεσολάβητη συλλογική βούληση. Είναι το αποτέλεσμα μιας διαδικασίας που συμπιέζει ετερογενείς εξεγέρσεις σε μια ομοιόμορφη, κρατικοκεντρική και αυταρχική εικόνα. Ακριβώς σε αυτό το σημείο η πολιτική από τα κάτω — ως συντακτική εξουσία, ρευστή και μεταδοτική — καθίσταται ευάλωτη στην οικειοποίηση. Και αυτή η οικειοποίηση ασκείται όχι μόνο από το υπάρχον κράτος, αλλά και από αυταρχικές και δεξιές αντιπολιτεύσεις. Για τον λόγο αυτό συνιστά διπλή απειλή για τις χειραφετητικές δυνατότητες του αγώνα.

Το διακύβευμα εδώ δεν είναι απλώς ότι τα ΜΜΕ διαστρεβλώνουν την αλήθεια ή μας επιβάλλουν τη δική τους αφήγηση . Το πραγματικό θέμα είναι η σύγκρουση ανάμεσα στην επιβεβλημένη εξουσία και τη δημιουργική μας δύναμη. Η οικειοποίηση αναστέλλει τις ανοιχτές δυνατότητες του αγώνα και κλείνει τους ημιτελείς ορίζοντές του. Οι εξεγέρσεις είναι στιγμές ρήξης. Εμπεριέχουν μια παραγωγική απροσδιοριστία, η οποία επιτρέπει την ανάδυση νέων μορφών συνεργασίας, υποκειμενικότητας και συλλογικής ζωής. Η οικειοποίηση παρεμβαίνει ακριβώς εκεί όπου ανάγει αυτή την απροσδιοριστία σε παγιωμένα νοήματα, αναγνωρίσιμες μορφές και προκαθορισμένους ορίζοντες.

Από αυτή την οπτική, ο μοναρχισμός δεν είναι απλώς ένα πολιτικό σχέδιο. Είναι ένας μηχανισμός διαχείρισης της απροσδιοριστίας. Επιχειρεί να επαναφέρει την εξέγερση μέσα σε μια γραμμική ιστορία, σε μια ιεραρχική τάξη και σε μια κρατικοκεντρική λογική. Με αυτόν τον τρόπο, αυτό που προσφέρεται ως «ενότητα» ή «σωτηρία» καθίσταται στην πράξη η άρνηση της πολλαπλότητας, της μετάδοσης και της αυτο-οργάνωσης. Η πολιτική μετασχηματίζεται από ανοιχτό πεδίο εμπειρίας και πειραματισμού σε σκηνή αναπαράστασης της εξουσίας, όπου ο αγώνας παύει να είναι ζωντανή διαδικασία και γίνεται εργαλείο αναπαραγωγής της αυθεντίας.

Αυτό που πρέπει να υπογραμμιστεί είναι ότι η κυρίαρχη, αυταρχική λογική ορίζει το «έξω» όχι απλώς ως γεωγραφία ή τυπική πολιτική θέση, αλλά ως έναν ανεπιθύμητο και ετερογενή Άλλο. Αυτός ο Άλλος υπάρχει στο εσωτερικό της κοινωνίας, αλλά δεν αναγνωρίζεται ποτέ ως μέρος του κοινού. Υπό αυτή την έννοια, ο «ξένος» δεν είναι πρωτίστως ένα νομικό καθεστώς. Είναι μια συμβολική θέση: κάποιος που ζει εντός των συνόρων, αλλά ορίζεται διαρκώς ως ευρισκόμενος “έξω” από το έθνος, την ιδιότητα του πολίτη και το δίκαιο.

Αυτή η λογική εμφανίζεται καθαρά στη σχέση με τους πρόσφυγες και τους μετανάστες που έχουν φτάσει στο Ιράν για να ζήσουν, να εργαστούν και να επιβιώσουν — ιδίως τους Αφγανούς. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν αντιμετωπίζονται ως κοινωνικά και πολιτικά υποκείμενα με ίσα δικαιώματα. Αναπαρίστανται είτε ως φθηνή και πλεονάζουσα εργασία είτε ως δυνητική απειλή για την «εθνική ενότητα». Ακόμη και όταν επικαλείται κανείς την ενσυναίσθηση ή έναν ιστορικό δεσμό, αυτό γίνεται συχνά με τη μορφή της εδαφικοποιημένης απορρόφησης σε ένα «ανώτερο όλον», όπως μια «ιρανική αυτοκρατορία» ή ένα «ενιαίο ιστορικό έθνος». Τέτοιοι ορισμοί συνιστούν μια άρνηση της ετερότητας, της μοναδικότητας και του δικαιώματος στην αυτονομία.

Εδώ, το περιθώριο δεν είναι απλώς μια κοινωνική θέση. Αντιμετωπίζεται ως πλεόνασμα, υπόλειμμα ή κάτι καταναλώσιμο — κάτι που μπορεί να εργαλειοποιηθεί, να μετατοπιστεί ή να εξαλειφθεί χωρίς καμία αναγνώριση. Σε αυτό το σημείο η λογική κέντρου/περιφέρειας συνδέεται άμεσα με την εξάλειψη, την ομογενοποίηση και, τελικά, με τον φασισμό: εκεί όπου η πολλαπλότητα δεν εκλαμβάνεται ως δυνατότητα, αλλά ως απειλή κατά της κυρίαρχης τάξης.

Ένα κρίσιμο σημείο είναι ότι, παρά τις επιφανειακές διαφορές, αυτό το βλέμμα μπορεί να επικαλύπτεται δομικά με τα κυρίαρχα μοντέλα διακυβέρνησης στο Ιράν. Αυτές οι προσεγγίσεις μπορεί να αρθρώνονται μέσω διαφορετικών αισθητικών και αφηγήσεων — η μία αντλώντας από την παράδοση και τη θρησκεία, η άλλη από τον μοντερνιστικό λόγο και τη νοσταλγία του παρελθόντος — αλλά συχνά παράγουν παρόμοια αποτελέσματα: εδραίωση του κέντρου, περιορισμό του περιθωρίου και αποδυνάμωση του ίσου δικαιώματος στην παρουσία, στον λόγο και στο ανήκειν. Με άλλα λόγια, διαφορετικές τροπικότητες μπορούν να διοχετεύουν ανάλογες λογικές στην διαχείριση της ετερότητας και της πολλαπλότητας: λογικές που τείνουν προς τον αποκλεισμό και την επιβεβλημένη ομοιομορφία, αντί για τη διάνοιξη των δυνατοτήτων.

Ταυτόχρονα, η μοναρχία και η συνέχιση του αυταρχισμού δεν παράγουν κατ’ ανάγκην μια σταθερή κυριαρχία. Επενδύοντας στις υπάρχουσες κοινωνικές σχέσεις, στους παρελθόντες αγώνες και στην πληθυντικότητα των κοινωνικών πεδίων, μπορούν να γεννήσουν μια κατάσταση διαρκούς αταξίας. Σε αυτή την συνθήκη, οι κύκλοι συσσώρευσης διασφαλίζονται για την κυρίαρχη τάξη και οι μηχανισμοί υποτέλειας συνεχίζονται — όπως συμβαίνει και σήμερα. Γι’ αυτό παραμένει μία μόνο οδός: οι ταξικοί αγώνες μέσα και ενάντια στην παρούσα κατάσταση. Αυτοί οι αγώνες απορρίπτουν τον γεωγραφικό και ταυτοτικό «οργανικισμό[2]» και παράγουν διάχυση ως τρόπο επαύξησης της συντακτικής ισχύος.

Εδώ, η συντακτική δύναμη δεν εντοπίζεται στη συγκρότηση ενός κράτους, στη νομική εκπροσώπηση ή στη στιγμή της κατάληψης της κυριαρχίας. Λειτουργεί εντός βιοπολιτικών διαδικασιών που αναδιοργανώνουν την κοινωνική ζωή στο επίπεδο της παραγωγής, της αναπαραγωγής και της συνεργασίας. Δρα στις καθημερινές αρνήσεις της υπακοής, στις ελάχιστες αλλά μεταδοτικές μορφές αλληλοβοήθειας, στις απεργίες και στην επανα-οικειοποίηση του χρόνου, του χώρου και του σώματος από τις διαδικασίες εξόρυξης και συσσώρευσης. Η συντακτική δύναμη δεν είναι μία και μοναδική εκρηκτική στιγμή. Είναι μια συνεχής διαδικασία διάχυσης που διευρύνει την κοινή ικανότητα και ανοίγει μια ρωγμή σε σχέση με την υπάρχουσα τάξη, χωρίς να ανάγεται στο κράτος, στο έθνος ή σε μια παγιωμένη ταυτότητα.

Υπό αυτή την έννοια, η συντακτική δύναμη είναι ταυτόχρονα άρνηση και δημιουργία: άρνηση των κυρίαρχων μορφών διακυβέρνησης και αναπαραγωγής και δημιουργία τρόπων ζωής ριζωμένων στη συνεργασία, στην αυτο-οργάνωση και στην επανα-οικειοποίηση του κοινού. Δεν υπόσχεται ένα μυθικό μέλλον. Συσσωρεύεται στο παρόν του αγώνα και στη διάρκειά του. Ακριβώς γι’ αυτό παραμένει εκτεθειμένη στην οικειοποίηση, την καταστολή και την αυταρχική αναπαράσταση. Αυτή η άρνηση μπορεί να είναι τόσο απλή όσο η άρνηση μιας επιπλέον βάρδιας σε έναν λογιστικό κόμβο, η δημιουργία τοπικών δικτύων αλληλοβοήθειας για τη φροντίδα και την επιβίωση ή η συμμετοχή σε σύντομες αλλά επαναλαμβανόμενες απεργίες — πράξεις που μπορεί να φαίνονται μικρές, αλλά διαβρώνουν εκ των έσω τη λογική της εντολής και της συσσώρευσης.

Αυτή η ανάγνωση δεν αποτελεί πρόσκληση στον ρεφορμισμό, σε μια ελεγχόμενη μετάβαση, στη συγκρότηση μιας προσωρινής κυβέρνησης «σωτήριας» ή στην ανασυγκρότηση της κυριαρχίας σε μια «πιο δημοκρατική» μορφή. Ούτε ο ορίζοντας αυτών των αγώνων είναι η κατάληψη του κράτους, η νομική εκπροσώπηση της εξουσίας ή η επανένταξη στον παγκόσμιο καπιταλισμό. Κάθε απόπειρα να περιοριστούν αυτές οι διαδικασίες σε ένα κρατικοκεντρικό, εθνικιστικό ή ηγεμονικό σχέδιο θα συνιστούσε μια αντεπαναστατική οικειοποίηση της κοινής ικανότητας. Αυτές οι αρνήσεις δεν πηγάζουν από κυνισμό. Είναι αναγκαίες για να ανακοπεί μια περαιτέρω ιδιοποίηση της συλλογικής δύναμης από τα γνωστά σχήματα κυριαρχίας.

Δύο

Οι δυνάμεις της ιρανικής αντιπολίτευσης — και ιδίως η άκρα δεξιά και οι μοναρχικοί — υπήρξαν σταθερά αντιδραστικές. Η Verónica Gago έχει δείξει πώς ο διεθνισμός της άκρας δεξιάς ενισχύεται ως αντίδραση στον διεθνισμό από τα κάτω, μιμούμενος και αντιστρέφοντας επανειλημμένα τους διεθνιστικούς αγώνες, προκειμένου να οικειοποιηθεί τα κοινωνικά κινήματα. Γι’ αυτό οι μοναρχικοί εμφανίζονται ως υπερασπιστές του τραμπισμού και των νέων δεξιών ρευμάτων. Αυτοί οι δεσμοί προϋπήρχαν, αλλά μετά τις διεθνικές διασυνδέσεις του κινήματος «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» και τις μεταδοτικές δυναμικές του, οι μοναρχικοί επιχείρησαν να επανασυγκροτηθούν σε παγκόσμια κλίμακα. Αυτό δεν υπήρξε μόνο ιδεολογικό. Περιλάμβανε και οικονομικές συμφωνίες: δυτικά δεξιά κράτη χρηματοδοτούν τους μοναρχικούς και επεξεργάζονται κρατικοκεντρικά σενάρια για το μέλλον του Ιράν.

Ένα καθαρό παράδειγμα είναι η δημόσια ευθυγράμμιση των μοναρχικών με το γενοκτονικό κράτος του Ισραήλ και η οργάνωση διαδηλώσεων υπό την ισραηλινή σημαία. Αυτή η συμμαχία είναι πρωτίστως προϊόν φόβου: φόβου απέναντι στη σύνδεση και στη μεταδοτική διάχυση των αγώνων από τα κάτω. Ο φόβος αυτός έφτασε στο σημείο ώστε, κατά τη διάρκεια του δωδεκαήμερου πολέμου ανάμεσα στο Ισραήλ και το Ιράν, αυτή η αντιπολίτευση να στηρίξει το Ισραήλ και να υποστηρίξει την αλλαγή καθεστώτος μέσω του πολέμου. Ο μοναρχισμός και οι «μεταβατιστές» ιδεολόγοι της ιρανικής δεξιάς αντιπολίτευσης πρέπει, επομένως, να κατανοηθούν ως μέρος της αναδιοργάνωσης του κεφαλαίου μέσω νέων μορφών διακυβέρνησης: ένα σχέδιο που επενδύει στους ταξικούς αγώνες στο Ιράν και — μέσω λαϊκιστικών κυμάτων ταυτοτικής πολιτικής και μέσω της αναπαράστασης του αγώνα μέσω της εικόνας του ισραηλινού γενοκτονικού κράτους — επιχειρεί να καταστείλει τις διασυνοριακές μεταδόσεις και το κοινό δυναμικό των αγώνων.

Σε αυτό το πλαίσιο, η φίμωση των μαχητικών λόγων που θα μπορούσαν να ρέουν εγκάρσια, πλάγια και οριζόντια παράλληλα με τους αγώνες του δρόμου συνέβαλε στο να καταστούν ηγεμονικοί οι φασιστο–νεοφιλελεύθεροι και αυταρχικοί λόγοι. Γινόμαστε μάρτυρες ενός εθνικισμού θεμελιωμένου σε έναν εθνικό φονταμενταλισμό που καλλιεργεί κύκλους ροής του κεφαλαίου. Γι’ αυτό οι μοναρχικοί θεωρητικοί συχνά προκρίνουν οικονομικά προγράμματα τύπου Τραμπ. Ο μοναρχισμός και ο «μεταβατισμός» μπορούν, επομένως, να ιδωθούν ως μια νέα αναδιοργάνωση της κυριαρχίας και της ιδιοκτησίας στο Ιράν: σε αντίθεση με την ευθυγράμμιση της Ισλαμικής Δημοκρατίας με την Κίνα και τη Ρωσία, αυτοί προκρίνουν μια παγκόσμια οργάνωση μέσω των δυνάμεων της άκρας δεξιάς στη Δύση.

Για παράδειγμα, οι διάσπαρτες αλλά επίμονες απεργίες εργατών, εκπαιδευτικών, συνταξιούχων και εργαζομένων στα logistics, όπως και οι αυθόρμητες μορφές αλληλοβοήθειας στις γειτονιές και τα άτυπα δίκτυα κοινωνικής αναπαραγωγής, δεν είναι απλές κλαδικές διεκδικήσεις ή προσωρινές αντιδράσεις. Είναι στιγμές επανα-οικειοποίησης της συλλογικής ικανότητας από τους κύκλους της προσταγής, της πειθαρχίας και της συσσώρευσης. Ακόμη και όταν καταστέλλονται ή αναστέλλονται προσωρινά, διατηρούν ένα μεταδοτικό δυναμικό. Δείχνουν ότι η πολιτική δεν λαμβάνει χώρα μόνο στον δρόμο ή στη στιγμή της εξέγερσης, αλλά στην οργάνωση της ζωής, του χρόνου και των κοινωνικών σχέσεων.

Αυτές οι ελάχιστες μορφές αγώνα είναι ακριβώς εκείνες που μπορούν να οικειοποιηθούν ή να εξουδετερωθούν γρήγορα από τις αυταρχικές δυνάμεις και την κρατικοκεντρική αντιπολίτευση — ή να αδειάσουν από περιεχόμενο, μετατρεπόμενες σε εθνικά σύμβολα, ατομικές ηγεσίες και αφηγήσεις σωτηρίας. Η σημασία τους δεν έγκειται στη μιντιακή τους ορατότητα, αλλά στην ικανότητά τους να επιμένουν, να συνδέονται και να διαφεύγουν από τις κυρίαρχες μορφές εξουσίας.

Τρία

Από την εξέγερση του Dey 1396 (τέλη 2017 – αρχές 2018) έως σήμερα, έχουν ξεσπάσει αγώνες στους οποίους η πολιτική και η συντακτική δύναμη διαμορφώθηκαν από πληθυσμούς ενταγμένους στην παραγωγική και αναπαραγωγική διαδικασία— αναπόσπαστο μέρος της βιοπολιτικής παραγωγής, αλλά διαρκώς χωρίς εκπροσώπηση από την εξουσία και το κεφάλαιο. Ακόμη και δυνάμεις που αυτοπροσδιορίζονται ως αντιπολίτευση στην Ισλαμική Δημοκρατία και εμφανίζονται ως «μετριοπαθείς» έχουν αποκλείσει αυτούς τους πληθυσμούς από την πολιτική τους ανάλυση. Μέσα σε αυτό το κενό ενεργοποιείται η λαϊκιστική διάσταση του μοναρχισμού. Επιχειρεί να εκπροσωπήσει τους πληθυσμούς χωρίς εκπροσώπηση, τα περιθώρια και τους υποτελείς μέσω του εθνικισμού. Όμως το κεντρικό διακύβευμα είναι η επένδυση στην συλλογική επιθυμία των υποτελών για μια άλλη ζωή. Οι μοναρχικοί υποβιβάζουν αυτή την ιδιαίτερη επιθυμία σε ταυτοτικές, εθνικιστικές και αυταρχικές μορφές και αναπαριστούν την ενέργεια του κινήματος μέσω ενός αυταρχικού ηγέτη: του γιου του τελευταίου Σάχη.

Πρόκειται για μια μορφή εξωτερικής κυβερνητικότητας που επιβάλλεται σε κινήματα τα οποία παράγουν τα ίδια πολλαπλές υποκειμενικότητες. Παρότι αυτές οι δυνάμεις μιλούν για δημοκρατία και ελευθερία, αυτό που εννοούν είναι η ελευθερία της αγοράς, οι ξένες επενδύσεις και οι συναφείς μηχανισμοί — μορφές ελευθερίας που καταστέλλουν την ορμή για τη διεύρυνση της κοινής και ενικής ικανότητας. Σε μια στιγμή όπου οι συγκεντρωτικές κομματικές ιεραρχίες, οι συνδικαλιστικές δομές και οι κάθετες οργανώσεις δεν ανταποκρίνονται πλέον στην πολλαπλότητα της ενικής-και-κοινής υποκειμενικότητας, και όπου τμήματα της αριστεράς είτε εγκλωβίζονται στον καμπισμό[3] είτε κρίνουν το παρόν με παρωχημένα σχήματα, τα κινήματα καθίστανται πιο απομονωμένα. Οι ταξικοί αγώνες αναπαρίστανται τότε μέσω αυταρχικών μορφών και ενός κοσμικού–καπιταλιστικού μεταβατισμού. Αυτή η απόσταση ανάμεσα στη μαχητική θεωρία της αριστεράς και τις συλλογικές υποκειμενικότητες είναι ακριβώς εκείνη που επέτρεψε στους μοναρχικούς να οικειοποιηθούν τους ταξικούς αγώνες προς όφελος της καπιταλιστικής αναδιοργάνωσης.

Οι εξεγέρσεις και οι κοινωνικοί αγώνες δεν μπορούν να κατανοηθούν μέσω της γραμμικής λογικής της προόδου, της τελικής νίκης ή της οριστικής ήττας, διότι αυτή η λογική ανήκει στη χρονικότητα του κράτους. Ο αγώνας παράγει μια άλλη χρονικότητα: θραυσματική, ασυνεχή, στρωματοποιημένη. Το παρόν είναι πάντα πλεγμένο με το παρελθόν και το μέλλον. Ακόμη και όταν μια εξέγερση καταστέλλεται ή φαίνεται να εξαντλείται, φέρει μαζί της τη μνήμη προηγούμενων αγώνων — όχι ως νοσταλγία, αλλά ως βιωμένη εμπειρία εγγεγραμμένη στα σώματα, στις σχέσεις και στις μορφές συνεργασίας.

Ο αγώνας δεν είναι, επομένως, ένα μεμονωμένο επεισόδιο. Είναι μια διαδικασία που διατρέχει πολλαπλά επίπεδα της κοινωνικής ζωής και μπορεί να επανενεργοποιηθεί σε διαφορετικούς χρόνους. Η χρονικότητά του είναι ο χρόνος της σταδιακής συσσώρευσης ικανοτήτων, εμπειρίας και κοινωνικών δεσμών — ένας χρόνος που δεν συμπίπτει αναγκαστικά με τα επίσημα ημερολόγια, τις εκλογές ή τα σχέδια «ελεγχόμενης μετάβασης». Γι’ αυτό οι κυρίαρχες εξουσίες και η αυταρχική αντιπολίτευση επιχειρούν να ανάγουν τον αγώνα σε μια μοναδική «αποφασιστική στιγμή» ή σε ένα «τελικό σημείο».

Ενάντια σε αυτή την αναγωγή , οι αγώνες παράγουν ένα διευρυμένο παρόν: ένα παρόν όπου το παρελθόν δεν έχει παρέλθει πλήρως και το μέλλον δεν είναι μια εγγυημένη υπόσχεση. Αυτό το παρόν γίνεται πεδίο πειραματισμού, όπου νέοι τρόποι ζωής, αλληλοβοήθειας και άρνησης παίρνουν μορφή ανομοιόμορφα και συχνά αόρατα. Η συνέχεια του αγώνα δεν σημαίνει επανάληψη ενός παγιωμένου μοντέλου. Σημαίνει τη σταδιακή μετατόπιση σχέσεων, αισθητικοτήτων και συλλογικών ικανοτήτων.

Αυτή η χρονικότητα ανοίγει έναν ορίζοντα που δεν υπόσχεται σωτηρία ούτε αποδέχεται το κλείσιμο. Επιτρέπει στους αγώνες — ακόμη και υπό καθεστώς καταστολής — να επιβιώνουν και να επιστρέφουν σε άλλες μορφές, σε άλλες στιγμές, μέσω απρόβλεπτων διαδρομών. Γι’ αυτό είναι επικίνδυνη για τα αυταρχικά καθεστώτα: δεν μπορεί να τύχει διαχείρισης, να περιοριστεί ή να οικειοποιηθεί εύκολα από τις επίσημες αφηγήσεις. Ίσως γι’ αυτό οι αγώνες, ακόμη και στη σιωπή ή στην προσωρινή υποχώρηση, παραμένουν ζωντανοί στα βαθύτερα στρώματα της κοινωνικής ζωής.

Αυτή η προοπτική συνδέεται συχνά με βλέμματα προσανατολισμένα προς τα έξω και επικεντρωμένα στη διασπορά. Τα βλέμματα αυτά λαμβάνουν το κέντρο ως μόνιμο σημείο αναφοράς. Αντιμετωπίζουν διαρκώς το «έξω» ως εχθρό, ενώ ορίζουν τους περιθωριοποιημένους ως πλεόνασμα και υπόλειμμα. Με αυτόν τον τρόπο, το βλέμμα οδηγεί άμεσα στον φασισμό: οι Αφγανοί δεν αναγνωρίζονται ως μέρος ενός κοινού λαού, αλλά πλαισιώνονται ως μέρος μιας παλιάς “ιρανικής αυτοκρατορίας” ή της “Περσίας”. Και εδώ συχνά η λογική συγκλίνει με εκείνη της Ισλαμικής Δημοκρατίας: η ίδια πολιτική με διαφορετικό περιτύλιγμα — η μία παραδοσιακή και δογματική, η άλλη μοντέρνα και εξίσου δογματική.

  1. Στο ρεύμα του μετα-εργατισμού, ο όρος περιγράφει την προσπάθεια της κυριαρχίας να παρουσιάσει την κοινωνία ως ένα ενιαίο, αρμονικό “σώμα” όπου κάθε μέλος πρέπει να υπακούει στο Κέντρο/Κεφάλι (Έθνος- Κράτος) . Η απόρριψη του οργανικισμού σημαίνει την άρνηση της ιεραρχίας όπου το “κέντρο” λειτουργεί ως εγκέφαλος και το “περιθώριο” ως αναλώσιμο άκρο.
  2. Ο όρος καμπισμός (από την ιταλική λέξη campismo)περιγράφει μια πολιτική στάση, κυρίως εντός της αντιιμπεριαλιστικής αριστεράς αλλά και όχι μόνο, που χωρίζει τον κόσμο σε δύο αντίπαλα στρατόπεδα. Τα βασικά χαρακτηριστικά της καμπιστικής προσέγγισης είναι πρώτον, η επιλογή στρατοπέδου: Υποστηρίζει ότι η κύρια σύγκρουση στον κόσμο είναι ανάμεσα στο «ιμπεριαλιστικό στρατόπεδο» (ΗΠΑ και Δύση) και το «αντιιμπεριαλιστικό στρατόπεδο» (οποιοδήποτε κράτος ή καθεστώς εναντιώνεται στη Δύση, όπως η Ρωσία, η Κίνα ή το Ιράν). Ενίοτε αυτή η προσέγγιση οδηγεί στην υποστήριξη αυταρχικών καθεστώτων, με το πρόσχημα ότι αυτές αποτελούν «ανάχωμα» στον δυτικό ιμπεριαλισμό, παραβλέποντας την καταπίεση που ασκούν στις δικές τους υποτελείς τάξεις. Δεύτερον, οι καμπιστές τείνουν να αντιμετωπίζουν τις εξεγέρσεις των από τα κάτω σε χώρες όπως το Ιράν όχι ως αυθόρμητους αγώνες για ελευθερία ή επιβίωση, αλλά ως «δάκτυλο» των ΗΠΑ ή του Ισραήλ για την αποσταθεροποίηση του «αντιπάλου στρατοπέδου». Τρίτον, βάζουν πάντα τη γεωπολιτική σκακιέρα πάνω από τις κοινωνικές ανάγκες, τα ανθρώπινα δικαιώματα ή τους εργατικούς αγώνες εντός αυτών των χωρών. Εν κατακλείδι, ο καμπισμός είναι ένας αντιιμπεριαλισμός που αδυνατεί να αναγνωρίσει ότι και άλλα κράτη (πέρα από τη Δύση) μπορούν να είναι καταπιεστικά ή ιμπεριαλιστικά.