Η συνέντευξη της ανθρωπολόγου Chowra Makaremi και του πολιτικού επιστήμονα Michel Feher στον Gavin Jacobson, με τίτλο «Είμαστε τα παιδιά των Αλγερινών που δεν καταφέρατε να πνίξετε», δημοσιεύτηκε στο περιοδικό EQUATOR στις 23 Οκτωβρίου 2026, με αφορμή τις πρόσφατες εξεγέρσεις στη Γαλλία. Μεταφράστηκε στα ελληνικά και γράφτηκε ένας πρόλογος σχολιασμού για τα Τετράδια Εδάφους.

Πρόλογος Συντακτικής Ομάδας των Τετραδίων Εδάφους
Η εξέγερση και οι κινητοποιήσεις του Οκτωβρίου στη Γαλλία φαίνεται να φέρνουν κοντά αγώνες που κατά καιρούς έχουν χαρακτηριστεί υπερβολικά «λευκοί» (Κίτρινα Γιλέκα), υπερβολικά «απολίτικοι» ή «τυφλά βίαιοι» (εξεγέρσεις των προαστίων) ή υπερβολικά «ρεφορμιστικοί» (κινητοποιήσεις για τη χρηματοδότηση της εκπαίδευσης). Ωστόσο, ακριβώς μέσα από αυτές τις συναντήσεις, διαφορετικά τμήματα των αγωνιζόμενων πληθυσμών φαίνεται να αναγνωρίζουν το ένα στους αγώνες του άλλου δυναμικές που υπερβαίνουν τα ιδιαίτερα αιτήματά ή τις αιτίες κινητοποίησής τους, τη δυνατότητα να ανατιμηθούν πρόσκαιρα απέναντι στους κατασταλτικούς μηχανισμούς και να ανακαλύψουν νέους τρόπους κοινής δράσης, χωρίς απαραίτητα να εξαλείφονται οι μεταξύ τους διαφορές και συγκρούσεις. Και αν είναι πρωτόγνωρη και θετική η συνάντηση τριών διαφορετικών μορφών κινητοποίησης, το ζήτημα είναι αν αυτές οι συναντήσεις μπορούν να υπερβούν την αρνητική ενότητα που συγκροτείται μέσα από την κοινή εναντίωση στην αστυνομία, στη λιτότητα ή στην κρατική καταστολή, το οποίο φαίνεται να αποτελεί ένα επαναλαμβανόμενο όριο των κινημάτων και των εξεγέρσεων της τελευταίας εικοσαετίας. Η υπερβάση αυτής της αρνητικότητας όμως, ίσως και να ξεπερνιέται ήδη από την ύπαρξη μιας θετικότητας για καλύτερη ζωή που φαίνεται να υπάρχει ως διάθεση και ανικανοποίητο αίτημα από τα μαθητικά υποκείμενα της γενιάς Z.
Ταυτόχρονα, αυτά τα παράλληλα ξεσπάσματα σε παγκόσμια κλίμακα εκδηλώνονται σε μια περίοδο κατά την οποία ο πόλεμος αποκτά ολοένα κεντρικότερη θέση στην παγκόσμια διακυβέρνηση, με διαφορετικές μορφές και συνέπειες ανάλογα με τη γεωγραφική και κοινωνική θέση των πληθυσμών. Η εδραίωση ενός παγκόσμιου καθεστώτος πολέμου δεν αφορά μόνο τις στρατιωτικές συγκρούσεις, αλλά διαπερνά την οργάνωση της εργασίας, την κοινωνική αναπαραγωγή, τη διαχείριση της κινητικότητας την ποινικοποίηση της διαμαρτυρίας και τις ίδιες τις μορφές πολιτικής διακυβέρνησης.Οι κινητοποιήσεις ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα διασταυρώνονται, έστω και με αντιφατικό και αποσπασματικό τρόπο, με τις εξεγέρσεις στη Γαλλία, ενώ η προγραμματισμένη διεθνής κινητοποίηση των λιμενεργατών στις 30 Οκτωβρίου ενάντια στη μεταφορά πολεμικού υλικού και στη στρατιωτικοποίηση των λιμανιών, επιχειρεί να παρέμβει στις υλικές υποδομές και στις εφοδιαστικές αλυσίδες που καθιστούν δυνατή τη διεξαγωγή του, ενώ ταυτόχρονα οι νέοι καταλαμβάνουν τα κέντρα των πόλεων. Φαίνεται, άλλωστε, ότι οι αγώνες που μπορούν να αποτελέσουν πραγματική απειλή για τη συνέχιση των πολεμικών διεργασιών στα κομβικά σημεία κυκλοφορίας τους είναι ακριβώς εκείνοι που συνδέουν την αντίσταση στον πόλεμο με τις πολλαπλές διεκδικήσεις καλύτερων όρων ζωής για τα ίδια τα αγωνιζόμενα υποκείμενα στους τόπους που ζουν.
Ποιες δυνατότητες λοιπόν μπορεί να ανοίγονται, για αγώνες που φαίνεται πλέον να συντονίζονται σχεδόν αυθόρμητα και εκρηκτικά σε διαφορετικές γεωγραφίες, για κινήματα που συναντιούνται και συγχωνεύονται, αλλά ακόμη και υπό αυτές τις συνθήκες δυσκολεύονται να ανατρέψουν την κατεύθυνση της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης; Τι μπορούμε να ελπίζουμε πια, όταν έχει γίνει ορατό εδώ και χρόνια ότι ακόμη και οι επιμέρους κατακτήσεις ή οι εκλογικές «αριστερές παρενθέσεις» αδυνατούν να μεταβάλουν ουσιαστικά τους ταξικούς συσχετισμούς που διαμορφώνει η συνεχιζόμενη αναδιάρθρωση του κεφαλαίου, μέσα σε μια ατέρμονη πορεία πειθάρχησης, λιτότητας, εκφασισμού και πολέμου;
Όμως, όπως έγραφε η Καταστασιακή Διεθνής το 1962, ακόμα, «η επικοινωνία μπορεί να υπάρξει μόνο μέσα από την κοινή δράση». Το ερώτημα, όμως, είναι πώς αυτή η κοινή δράση μπορεί να μετατρέψει διαφορετικές εμπειρίες ματαίωσης και οργής σε μια συλλογική δύναμη ικανή να ξεπεράσει την πρόσκαιρη ενότητα της εξέγερσης, να μεταβάλει τους κοινωνικούς συσχετισμούς και να δημιουργήσει δεσμούς, πρακτικές και μορφές ζωής που θα διαρκέσουν πέρα από αυτήν. Ακόμα αν οι πρόσφατες εξεγέρσεις μοιάζουν με μικρές αχτίνες φωτός σε έναν κόσμο που έχει τυλιχτεί στο σκοτάδι, η κίνηση συνεχίζει να βοηθάει να αντικρίζουμε τις αλυσίδες που μας βαραίνουν και να αναγνωρίζουμε όσους έχουμε δίπλα μας και όσα μας φέρνουν κοντά κόντρα στις εκατέρωθεν λογικές θεωρητικού αναγωγισμού και πολιτικού ανταγωνισμού.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, η ανθρωπολόγος Chowra Makaremi και ο πολιτικός επιστήμονας Michel Feher μάς θυμίζουν σωστά ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για κινήματα, εξεγέρσεις και την τάξη μας χωρίς να λαμβάνουμε υπόψη τις διαδικασίες φυλετικοποίησης, τις αποικιακές κληρονομιές και τις σύγχρονες στρατηγικές αντιεξέγερσης. Από την επιλεκτική αστυνομική και δικαστική καταστολή μέχρι τη διάκριση ανάμεσα στους «καλούς» διαδηλωτές και τους «βίαιους» εξεγερμένους, αναδεικνύουν τους μηχανισμούς μέσα από τους οποίους επιχειρείται ο διαχωρισμός των αγωνιζόμενων πληθυσμών και πώς τα επιθετικά τμήματα των διαδηλωτών φυλετικοποιούνται προκειμένου να αποκαταστήσουν την λευκότητα της τάξης του γαλλικού κράτους. Παράλληλα, εξετάζουν τον ρόλο της χαράς, της οργής, των συν-αισθημάτων και των κοινωνικών δεσμών στη συγκρότηση συλλογικών πολιτικών υποκειμενικοτήτων. Άλλωστε, όσο σημαντικό είναι να κατανοούμε τους διαχωρισμούς που καθορίζουν την ύπαρξης και μας τοποθετούν σε διαφορετικές κοινωνικές θέσεις, άλλο τόσο σημαντικό είναι να αναζητούμε τους τρόπους με τους οποίους διαφορετικά τμήματα των αγωνιζόμενων πληθυσμών μπορούν να συναντηθούν, να συγκροτήσουν κοινούς αγώνες και να παραμείνουν στον δρόμο, καθώς η απουσία αυτής της κοινής δράσης διευκολύνει την απομόνωση και την καταστολή των πιο υποτιμημένων εξ αυτών. Ταυτόχρονα, οφείλουμε να υπενθυμίσουμε ότι, στη σημερινή συγκυρία, η λεγόμενη «δημοκρατική εναλλακτική» που αναφέρεται από τους συγγραφείς μοιάζει ανίκανη να μεταβάλει ουσιαστικά τους κοινωνικούς συσχετισμούς χωρίς να στηρίζεται στις μεγάλες συγκρούσεις στο δρόμο, πόσο μάλλον να ανακόψει τη συνεχιζόμενη καπιταλιστική αναδιάρθρωση, την πειθάρχηση και τον εκφασισμό που μας βυθίζουν όλο και πιο βαθιά στον πόλεμο.

«Είμαστε τα παιδιά των Αλγερινών που δεν καταφέρατε να πνίξετε»
Chowra Makaremi και Michel Feher
Συνέντευξη στον Gavin Jacobson
23 Οκτωβρίου 2026
Δύο σημαντικές μορφές της σύγχρονης πολιτικής σκέψης συζητούν για τις εξεγέρσεις στη Γαλλία και το φάντασμα του φασισμού.
Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, η Γαλλία συγκλονίζεται ξανά από ένα κύμα αστικών εξεγέρσεων, με καταλήψεις πανεπιστημίων σε ολόκληρη τη χώρα, αποκλεισμούς λυκείων και σφοδρές συγκρούσεις στους δρόμους, που κορυφώθηκαν αιματηρά στις 17 Οκτωβρίου. Αυτό που ξεκίνησε ως ένα τοπικό κύμα νεανικών κινητοποιήσεων, πυροδοτημένο από την αστυνομική βία, την υποβάθμιση των υποδομών και τη λειτουργία του Parcoursup, της αδιαφανούς γαλλικής πλατφόρμας εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, εξελίχθηκε σε μια ευρύτερη κοινωνική κρίση, φέρνοντας στο προσκήνιο τόσο τα ανεπίλυτα αιτήματα των Κίτρινων Γιλέκων όσο και τη συσσωρευμένη αγανάκτηση των κατοίκων των λαϊκών προαστίων [banlieues].
Η απάντηση του κράτους υπήρξε αδιάλλακτη και στρατιωτικοποιημένη. Με τη χρήση εξοπλισμού καταστολής πλήθους στρατιωτικών προδιαγραφών, μαζικών προληπτικών συλλήψεων και διαδικασιών ταχείας εκδίκασης, η εκτελεστική εξουσία επιστράτευσε το γνώριμο οπλοστάσιο της αντιεξέγερσης, επιχειρώντας να επιβάλει την ειρήνευση στους δρόμους των ίδιων των πόλεών της. Δεν στερείται ιστορικής ειρωνείας το γεγονός ότι η καταστολή κορυφώθηκε στις 17 Οκτωβρίου, ημερομηνία που έχει σημαδευτεί στη γαλλική ιστορία από τη σφαγή Αλγερινών διαδηλωτών το 1961, πολλοί από τους οποίους δολοφονήθηκαν και ρίχτηκαν στον Σηκουάνα. Η μνήμη τους αντηχεί στα συνθήματα της σημερινής νεολαίας.
Αντί να αναγνωρίσουν το αίτημα των διαδηλωτών για ένα βιώσιμο μέλλον, για «μια ζωή που αξίζει να τη ζει κανείς», όπως διατυπώνεται στο σύνθημά τους, τόσο το πολιτικό κέντρο όσο και η ακροδεξιά έχουν ενορχηστρώσει έναν γνώριμο ηθικό πανικό. Οι εξεγέρσεις δεν παρουσιάζονται ως έκφραση της κρίσης νομιμοποίησης του νεοφιλελευθερισμού, αλλά ως υπαρξιακή απειλή: μια βάρβαρη εισβολή από τον «Τρίτο Κόσμο», που θέτει σε κίνδυνο τη λευκή δυτική τάξη πραγμάτων. Αυτή η πολιτισμική πλαισίωση, στο πλαίσιο της οποίας τα προάστια εμφανίζονται ως εχθρικές ζώνες εντός του έθνους, επιτρέπει στο κράτος να αποφεύγει τις κοινωνικές παραχωρήσεις, ενώ παράλληλα εδραιώνει έναν κυβερνητικό συνασπισμό γύρω από την αντιδραστική υπόσχεση ότι κανείς δεν θα χρειαστεί να κάνει προσωπικές θυσίες και ότι ο αποκλεισμός των ανεπιθύμητων θα είναι απόλυτος.
Για να κατανοήσουμε την κρίση, συνομιλήσαμε με την Chowra Makaremi και τον Michel Feher, οι αναλύσεις των οποίων φωτίζουν τόσο την άμεση κρατική καταστολή όσο και τα βαθύτερα πολιτικά φαντασιακά της ακροδεξιάς, που αναδιαμορφώνουν τους όρους των σύγχρονων ευρωπαϊκών εξεγέρσεων.
Gavin Jacobson: Ποιο είναι το κλίμα στο Παρίσι αυτή τη στιγμή;
Chowra Makaremi: Σας μιλάω από την EHESS, ένα πανεπιστημιακό ίδρυμα που βρίσκεται υπό κατάληψη από τους φοιτητές και παραμένει κλειστό, όπως και τα περισσότερα αυτή τη στιγμή. Κατά κάποιον τρόπο, η κατάσταση μου θυμίζει τις μαρτυρίες που συγκέντρωσα κατά τη διάρκεια των εξεγέρσεων «Γυναίκα, Ζωή, Ελευθερία» στο Ιράν. Οι άνθρωποι περιέγραφαν την καθημερινότητά τους σαν να κυλούσαν όλα απολύτως φυσιολογικά, ακόμη κι όταν οι τηλεοπτικές οθόνες γέμιζαν με εικόνες από μαζικές και δυναμικές διαδηλώσεις. Ζούμε μέσα σε μια διπλή χρονικότητα: από τη μία, υπάρχει ο ρυθμός των διαδηλώσεων, περίπου τέσσερις τις τελευταίες δύο εβδομάδες, με αποκορύφωμα τη 17η Οκτωβρίου· από την άλλη, ο ρυθμός της καθημερινότητας, που κατακλύζεται από έναν μιντιακό λόγο επικεντρωμένο στις αστυνομικές επιχειρήσεις και στον ηθικό πανικό γύρω από τις ταραχές.
Παρότι αυτή η στιγμή πολιτικού αναβρασμού χαρακτηρίζεται από νέες δυναμικές, αντηχούν επίσης μέσα της οι πρόσφατοι αγώνες και οι συσσωρευμένες αγανακτήσεις, που πλέον συντονίζονται μεταξύ τους: από το παγκόσμιο φοιτητικό κίνημα ενάντια στη γενοκτονία στη Γάζα το 2024 και τις ταραχές του 2023 στις εργατικές συνοικίες μετά την αστυνομική δολοφονία του Ναέλ Μερζούκ, μέχρι την «οικολογική οργή» στις λαϊκές συνοικίες που επλήγησαν περισσότερο από τους πρόσφατους καύσωνες. Παράλληλα, επανέρχονται τα ανεκπλήρωτα αιτήματα των Κίτρινων Γιλέκων, ενός κινήματος που ανακόπηκε από την πανδημία της COVID-19, χωρίς όμως να επιλυθούν οι αιτίες που το γέννησαν. Παρότι η αριστερά αναδείχθηκε στη μεγαλύτερη κοινοβουλευτική δύναμη μετά τις βουλευτικές εκλογές του 2024, αυτό δεν μεταφράστηκε ποτέ σε ουσιαστική πολιτική εκπροσώπηση ή θεσμική εξουσία. Σήμερα, μαθητές λυκείου που ήταν μόλις οκτώ έως δέκα ετών όταν το κίνημα των Κίτρινων Γιλέκων βρισκόταν στο απόγειό του φωνάζουν τα ίδια συνθήματα.
Michel Feher: Νομίζω ότι η κατάσταση βρίσκεται σε μια προσωρινή ύφεση. Αυτό που διακυβεύεται αυτή τη στιγμή είναι μια ριζική σύγκρουση ερμηνειών γύρω από τα γεγονότα της 17ης Οκτωβρίου.
Για την κυβέρνηση και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, η αφήγηση περιστρέφεται αποκλειστικά γύρω από την «τυφλή βία». Ο Μακρόν επανέφερε ουσιαστικά τη θέση του πρώην πρωθυπουργού Μανουέλ Βαλς, ο οποίος, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις του 2015, είχε δηλώσει ότι «το να προσπαθείς να κατανοήσεις σημαίνει ήδη να δικαιολογείς, και αυτό είναι αδικαιολόγητο». Το υπονοούμενο είναι ότι, ακόμη κι αν οι διαδηλωτές έχουν θεωρητικά θεμιτά αιτήματα, δεν μπορούμε να τα συζητήσουμε, επειδή η βία επισκιάζει οτιδήποτε άλλο. Η μόνη αποδεκτή απάντηση είναι η αστυνομική καταστολή, οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας και η απειλή κήρυξης κατάστασης έκτακτης ανάγκης, έστω και μόνο για να καθησυχαστούν οι αυτόκλητοι τιμωροί των αγορών ομολόγων.
Η Μαρίν Λεπέν υπήρξε πιο επιδέξια. Διαχωρίζει τη «βίαιη νεολαία των φυλετικοποιημένων συνοικιών» από τους «καλούς μαθητές» που έχουν θεμιτά αιτήματα, προτείνοντας ένα πολιτικό πρόγραμμα που ποινικοποιεί τους πρώτους, χωρίς όμως να δίνει απαντήσεις στα αιτήματα των δεύτερων. Σύμφωνα με τη δική της αφήγηση, υπεύθυνη είναι η ανικανότητα της κυβέρνησης, ενώ απαιτεί ακόμη σκληρότερη καταστολή, ιδιαίτερα απέναντι στη φυλετικοποιημένη νεολαία, στην οποία αποδίδει την ευθύνη για τις ταραχές.
Η αριστερά, στο μεταξύ, βρίσκεται σε δύσκολη θέση. Από τη μία, το κίνημα των μαθητών λυκείου, οι φοιτητές και τα Κίτρινα Γιλέκα έμοιαζαν να προαναγγέλλουν την πολυπόθητη «σύγκλιση των αγώνων» [convergence des luttes]. Ακόμη σημαντικότερο, ίσως, είναι ότι η ευφυΐα αυτού του κινήματος έγκειται στον χαρούμενο χαρακτήρα του και στο κεντρικό του αίτημα: θέλουμε να σπουδάσουμε για να οικοδομήσουμε μια ζωή που αξίζει να τη ζούμε.
Αντιπαραβάλετε αυτό το αίτημα με το όραμα του Εθνικού Συναγερμού: τη συρρίκνωση της εκπαίδευσης, ώστε οι νέοι να οδηγούνται ταχύτερα σε θέσεις εργασίας χαμηλής ειδίκευσης, προτού αντικατασταθούν από την τεχνητή νοημοσύνη. Ή με το ευρωπαϊκό σχέδιο μετατροπής της ηπείρου σε ένα οχυρωμένο γηροκομείο. Όταν η νεολαία διεκδικεί μια ζωή που αξίζει να τη ζει, προσφέρει στην αριστερά μια ευκαιρία: να αγωνιστεί ώστε να καταστήσει μια τέτοια ζωή εφικτή και να συσπειρώσει τους γονείς απέναντι στο ζοφερό μέλλον που προτείνει ο Εθνικός Συναγερμός.
Το τακτικό δίλημμα της αριστεράς μετά το Σάββατο είναι σαφές. Είτε χαρακτηρίζει τους διαδηλωτές ειρηνικούς και αποδίδει τη βία σε μια βίαιη μειοψηφία, ενισχύοντας έτσι τη στρατηγική της Λεπέν, που διαχωρίζει τους «καλούς» διαδηλωτές, οι οποίοι υπονοείται ότι είναι λευκοί, από τους «βάρβαρους» εξεγερμένους. Είτε δικαιολογεί τη βία ως κατανοητή οργή, απογυμνώνοντας όμως το κίνημα από τη βασική του δύναμη, δηλαδή τη χαρά και το αίτημα για μια ζωή που αξίζει να τη ζει κανείς, και περιορίζοντάς το στην οργή απέναντι στις υπάρχουσες συνθήκες.
Gavin Jacobson: Οι αγγλόφωνοι φιλελεύθεροι συνηθίζουν να υποστηρίζουν ότι αυτές οι ταραχές απαξιώνουν τη γαλλική αριστερά και ενισχύουν τη Λεπέν. Θεωρείτε σωστή αυτή την ανάγνωση;
Chowra Makaremi: Υπάρχει μια τάση να αντιμετωπίζονται οι εξεγέρσεις κάθε είδους ως δώρα προς την ακροδεξιά. Με αυτόν τον τρόπο, οι ίδιοι οι διαδηλωτές καθίστανται υπεύθυνοι για το πώς άλλοι εργαλειοποιούν την οργή τους. Πρόκειται για μια βολική παγίδα που οδηγεί να κατηγορούνται όσοι και όσες εξεγείρονται για τον τρόπο με τον οποίο οι πολιτικές ελίτ χειραγωγούν την οργή και την επιθυμία τους για αλλαγή.
Αυτό το κίνημα αφορά πολύ περισσότερα από την οργή. Αποτελεί μια εμπειρία ενεργού συμμετοχής στα κοινά και πολιτικής υποκειμενοποίησης. Η δυναμική του προέρχεται από τη νεολαία. Μαθητές λυκείου και φοιτητές συντονίζονται, υπερβαίνοντας τη διαχωριστική γραμμή του baccalauréat, του γαλλικού απολυτηρίου λυκείου. Καθώς τα λύκεια βρίσκονται αυτή τη στιγμή σε διακοπές, οι φοιτητές διατηρούν τη δυναμική του κινήματος μέχρι να επιστρέψουν οι μαθητές.
Μέσα από αυτόν τον κοινό αγώνα, μαθητές και φοιτητές αναγνωρίζουν ότι αποτελούν μέρος μιας ενιαίας συνέχειας. Ένας βασικός παράγοντας αυτής της ενότητας είναι το Parcoursup, η πλατφόρμα που χρησιμοποιεί αδιαφανείς αλγορίθμους για την κατανομή των υποψηφίων στις πανεπιστημιακές σχολές. Το σύστημα καθορίζει τις επιλογές και την καθημερινή ζωή των μαθητών, αντικαθιστώντας τα ουσιαστικά προσόντα με την αλγοριθμική συμμόρφωση, βάσει βαθμολογιών, μαθημάτων και εξωσχολικών δραστηριοτήτων. Αυτό δημιουργεί ένα γενικευμένο άγχος σε ολόκληρη τη γενιά, σε μια περίοδο σοβαρής κρίσης της ψυχικής υγείας των νέων στη Γαλλία, όπου οι παιδοψυχιατρικές κλινικές έχουν υπερφορτωθεί μετά την πανδημία.
Οι μαθητές βρίσκονται αντιμέτωποι με την αστυνομική καταστολή και τις υπό κατάρρευση σχολικές υποδομές, ενώ ταυτόχρονα απορρίπτουν τις μορφές αλγοριθμικού ελέγχου. Η κάλυψη από τα μέσα ενημέρωσης παραμορφώνει σε μεγάλο βαθμό αυτή την πραγματικότητα: το 75% επικεντρώνεται στη βία, αγνοώντας τα συγκροτημένα αιτήματά τους σχετικά με την υποχρηματοδότηση των δημόσιων υπηρεσιών, το κράτος δικαίου, την οικολογική επιβίωση, τον αντιρατσισμό και την Παλαιστίνη. Στο διαδίκτυο, χιλιάδες μικροαντιπαραθέσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναδεικνύουν τα πραγματικά πολιτικά διακυβεύματα που αποσιωπούν τα εταιρικά μέσα ενημέρωσης. Ένα χαρακτηριστικό σύνθημα της 17ης Οκτωβρίου προσάρμοσε τη γνωστή φεμινιστική φράση «Είμαστε οι εγγονές των μαγισσών που δεν καταφέρατε να κάψετε», μετατρέποντάς την σε: «Είμαστε τα παιδιά των Αλγερινών που δεν καταφέρατε να πνίξετε στον Σηκουάνα το 1961». Ο αντιφασισμός βρίσκεται επίσης στο επίκεντρο: το «Siamo tutti antifascisti» [«Είμαστε όλοι αντιφασίστες»] έχει γίνει το χαρακτηριστικό σύνθημα που αντηχεί σε αυτές τις διαδηλώσεις.
Όταν οι μαθητές κινητοποιήθηκαν για τις βασικές τους ανάγκες, η κυβέρνηση απάντησε με μια συγκαταβατική στάση ενήλικης αυθεντίας, λέγοντάς τους να επιστρέψουν στις τάξεις τους. Αυτό μας παραπέμπει σε κινήματα βάσης όπως το Cancer Colère, το οποίο συνδέει την υποχρηματοδότηση των νοσοκομείων, τη βία που σχετίζεται με την ογκολογική περίθαλψη και τις τοξικές ουσίες στο περιβάλλον. Δείχνει πώς η αντίσταση από τα κάτω συγκροτεί μια συνεκτική δημοκρατική εναλλακτική απέναντι στον εκφασισμό.
Gavin Jacobson: Τι τροφοδοτεί αυτή την τάση της δεξιάς και του κέντρου να παρουσιάζουν τις εξεγέρσεις ως μια «επίθεση στον πολιτισμό» από την αραβική και μουσουλμανική νεολαία;
Michel Feher: Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε το πολιτικό πλαίσιο. Η ακροδεξιά παρουσιάζεται ψευδώς ως «αντισυστημική», ως μια δύναμη που επιδιώκει τη ριζική αλλαγή. Στην πραγματικότητα, προτείνει μια ιδιαίτερη εκλογική συμφωνία: «Φέρτε μας στην εξουσία και τίποτα δεν θα χρειαστεί να αλλάξει για εσάς».
Ενώ η αριστερά ζητά συστημικές θυσίες, όπως η αναδιανομή του πλούτου και οι αλλαγές στον τρόπο ζωής για την αντιμετώπιση της κλιματικής κρίσης, και οι νεοφιλελεύθεροι απαιτούν από τα άτομα να στηρίζονται αποκλειστικά στις δικές τους δυνάμεις, η ακροδεξιά υπόσχεται ότι κανείς δεν θα χρειαστεί να κάνει την παραμικρή προσωπική θυσία. Το μήνυμά της είναι το εξής: θα εξαλείψουμε τα παράσιτα, δηλαδή τους ξένους, τους ανέργους και τις διεφθαρμένες ελίτ, και η ζωή σας θα βελτιωθεί αμέσως, χωρίς να χρειαστεί να αλλάξετε καμία από τις συνήθειές σας.
Αυτό αφήνει την αριστερά παράλυτη μέσα σε ένα φιλελεύθερο φαντασιακό, περιμένοντας το αντίστοιχο του «αμερόληπτου παρατηρητή» του Άνταμ Σμιθ, ο οποίος θα επικυρώσει τις θέσεις της. Καθώς το κέντρο και η ακροδεξιά συγχωνεύονται, μέσα σε ένα πρωτοφασιστικό περιβάλλον όπου η παραδοσιακή τριμερής διαίρεση του εκλογικού σώματος, σε ριζοσπαστική αριστερά, μετριοπαθές κέντρο και ακροδεξιά, διαλύεται, μια τέτοια αμερόληπτη αρχή δεν υπάρχει. Έτσι, η αριστερά ταλαντεύεται ανάμεσα στην ηθική αγανάκτηση, –αλλά προς ποιους και ποιες απευθύνεται αυτή;– και στην αναγνώριση του γεγονότος ότι δεν υπάρχει πλέον κανένας ενδιάμεσος χώρος ανάμεσα στον φασισμό και τον αντιφασισμό.
Με τις προεδρικές εκλογές να πλησιάζουν, οι νεαροί φυλετικοποιημένοι άνθρωποι βιώνουν ήδη καθημερινά τον φασισμό μέσα από την αστυνομική τρομοκρατία. Ζουν με τον φόβο κάθε συνάντησης με την αστυνομία και μπορεί να αισθάνονται ότι δεν υπάρχει μεγάλη διαφορά ανάμεσα στη σημερινή κατάσταση και σε μια κυβέρνηση του Εθνικού Συναγερμού. Παρότι πιστεύω ότι μια κυβέρνηση του Εθνικού Συναγερμού θα επιδείνωνε σαφώς την κατάστασή τους, καταλαβαίνω απόλυτα γιατί οι ίδιοι μπορεί να μη βλέπουν κάποια διαφορά.
Το κίνημα των μαθητών λυκείου αποτέλεσε μια απροσδόκητη, σχεδόν θεόσταλτη έκπληξη: νέοι άνθρωποι που υπερασπίζονται την εκπαίδευση και μια ζωή που αξίζει να τη ζουν. Ο άμεσος φόβος μου είναι ότι η αριστερά κινδυνεύει να χάσει αυτή τη δυναμική και να αφήσει μια τόσο κρίσιμη στιγμή να περάσει ανεκμετάλλευτη.
Gavin Jacobson: Πώς επιτρέπει στο κράτος η παρουσίαση των πληθυσμών των προαστίων ως απολίτιστων να εφαρμόζει μεθόδους επιβολής της τάξης που αρχικά προορίζονταν για τις αποικιακές επικράτειες ή τα εξωτερικά σύνορα;
Chowra Makaremi: Η αστυνομική αντιμετώπιση των νόμιμων διαδηλώσεων υπήρξε βίαιη, με τη χρήση εξοπλισμού στρατιωτικών προδιαγραφών. Εξαπολύοντας τέτοιου επιπέδου βία εναντίον σχεδόν ενός εκατομμυρίου ειρηνικών διαδηλωτών, το κράτος ουσιαστικά απομακρύνει από τους δρόμους τους συνηθισμένους διαδηλωτές, οι οποίοι αναγκάζονται να φύγουν για την ασφάλειά τους, αφήνοντας πίσω μόνο όσους συμμετέχουν σε βίαιες συγκρούσεις. Το ανθρώπινο κόστος είναι άμεσο: διαδηλωτές χάνουν άκρα, τυφλώνονται ή υφίστανται ξυλοδαρμούς.
Πρέπει να αντιμετωπίσουμε την κατασταλτική απάντηση όχι απλώς ως αντίδραση στα γεγονότα, αλλά ως έναν κεντρικό παράγοντα που διαμορφώνει την ίδια την κατάσταση. Ο τρόπος με τον οποίο το κράτος διαχειρίζεται τις διαδηλώσεις καθορίζει ενεργά και τον τρόπο με τον οποίο παρουσιάζονται τα γεγονότα.
Ο «δεύτερος γύρος» κάθε εξέγερσης διεξάγεται πάντοτε στις δικαστικές αίθουσες, και σε αυτό το στάδιο βρισκόμαστε τώρα. Κατά τις τρεις πρώτες εβδομάδες αυτού του κινήματος, που διαρκεί ήδη έναν μήνα, η αστυνομία έθεσε υπό κράτηση περισσότερους από 6.000 νέους. Τονίζω τη λέξη «νέους», επειδή το 85% ήταν κάτω των 18 ετών. Ο αριθμός αυτός ξεπερνά εκείνον των εξεγέρσεων του 2005 στις εργατικές συνοικίες, περιοχές όπου η φυλετικοποιημένη γαλλική νεολαία αντιμετωπίζει ακραίο διαχωρισμό όσον αφορά τη στέγαση, τις μεταφορές και τις δημόσιες υπηρεσίες. Το 2005, μετά τους θανάτους του Ζιέντ Μπενά και του Μπουνά Τραορέ, οι αστυνομικές συλλήψεις δεν ξεπέρασαν τις 5.000 σε διάστημα αρκετών μηνών. Σήμερα φτάσαμε τις 8.000 μέσα σε έναν μόνο μήνα, αριθμό που ξεπερνούν μόνο γεγονότα όπως η 17η Οκτωβρίου 1961, όταν η αστυνομία συνέλαβε περισσότερους από 12.000 Αλγερινούς στο Παρίσι, σκοτώνοντας εκατοντάδες και ρίχνοντας τα σώματά τους στον Σηκουάνα.
Πρόκειται για μια εξαιρετικά εντατικοποιημένη κατασταλτική απάντηση, που επεκτείνει στο σύνολο της κοινωνίας μορφές αστυνόμευσης οι οποίες είχαν αναπτυχθεί εναντίον υποτελών αποικιακών και μετααποικιακών πληθυσμών. Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, δεδομένου ότι το σημερινό κίνημα περιλαμβάνει ένα ευρύ κοινωνικό φάσμα: μαθητές και μαθήτριες λυκείου, φοιτητές και φοιτήτριες, συνδικαλιστές, εκπαιδευτικούς, γονείς και Κίτρινα Γιλέκα.
Όσοι τίθενται υπό κράτηση οδηγούνται σε διαδικασίες ταχείας εκδίκασης [comparutions immédiates], αντί να αφήνονται ελεύθεροι. Οι διαδικασίες αυτές έγιναν βασικό εργαλείο διακυβέρνησης κατά τη διάρκεια και μετά τις ταραχές του 2005. Στην έρευνά μου για τις comparutions immédiates, μεταξύ 2010 και 2011, παρατήρησα πώς αυτό το σύστημα λειτουργεί ως μηχανισμός διαχείρισης των φτωχών των πόλεων.[1]
Παρότι η γαλλική δικαιοσύνη διακηρύσσει ότι δεν κάνει φυλετικές διακρίσεις, η εφαρμογή του νόμου είναι βαθιά φυλετικοποιημένη: το δημογραφικό σου προφίλ καθορίζει αν μια μικρή παράβαση, όπως η κατοχή κάνναβης, θα σε οδηγήσει σε ταχεία δίκη και, εφόσον βρεθείς εκεί, πόσο πιθανό είναι να καταδικαστείς σε φυλάκιση.
Αυτός ο δικαστικός μηχανισμός παράγει ενεργά δεδομένα. Κοινωνιολόγοι, δημογράφοι και δημοσιογράφοι χρησιμοποιούν τα στατιστικά στοιχεία των δικαστηρίων για να συνθέσουν μια «κοινωνικοδημογραφία» της εξέγερσης, παρουσιάζοντάς την ως αδιαμφισβήτητη, αντικειμενική αλήθεια: «Κοιτάξτε, το 80% όσων συμμετέχουν στις ταραχές προέρχεται από αυτές τις συγκεκριμένες συνοικίες». Όμως αυτά τα στοιχεία υπάρχουν μόνο επειδή η αστυνομία και τα δικαστήρια στοχοποίησαν συγκεκριμένα αυτούς τους πληθυσμούς, διαμορφώνοντας έτσι τους αριθμούς. Η καταστολή παράγει τα ίδια τα δεδομένα που στη συνέχεια χρησιμοποιούνται για να επιβεβαιώσουν την κυβερνητική αφήγηση.
Αυτή η στρατηγική, κληρονομιά είκοσι ετών αποδόμησης του κοινωνικού κράτους προς όφελος ενός κράτους ασφάλειας, παράγει ένα δημογραφικό προφίλ των «ταραχοποιών» κομμένο και ραμμένο στα μέτρα του πολιτικού λόγου του Εθνικού Συναγερμού.
Τέλος, αυτός ο μηχανισμός ασφάλειας βασίζεται σε μεγάλο βαθμό σε αποικιακά εργαλεία και στρατηγικές: απαγορεύσεις κυκλοφορίας, μαζικές συλλήψεις και στρατιωτικού τύπου εξοπλισμό καταστολής πλήθους, συμπεριλαμβανομένων των εκτοξευτήρων νερού και των χειροβομβίδων δακρυγόνων, δηλαδή τεχνολογιών αντίστοιχων με εκείνες που χρησιμοποιούνται σε κατεχόμενα εδάφη όπως η Δυτική Όχθη.
Gavin Jacobson: Michel, μπορείς να αναπτύξεις περισσότερο αυτό που έχεις περιγράψει ως «τεχνοκρατία της ασφάλειας» και τον τρόπο με τον οποίο εφαρμόζεται στη σημερινή κατάσταση αστικής εξέγερσης και ταραχών;
Michel Feher: Αυτή η τεχνοκρατία χαρακτηρίζεται από την ανεξέλεγκτη επέκταση της εκτελεστικής εξουσίας εις βάρος της νομοθετικής και της δικαστικής, η οποία συντελέστηκε επί Νικολά Σαρκοζί, μέσω των μη εκλεγμένων νομαρχών [préfets]. Βλέπουμε την ίδια δυναμική στις Ηνωμένες Πολιτείες και στο Ηνωμένο Βασίλειο: καθώς η εκτελεστική εξουσία υπερβαίνει ολοένα και περισσότερο τις αρμοδιότητές της, οι υπόλοιπες εξουσίες αρχικά παραγκωνίζονται, για να καταλήξουν στη συνέχεια να επικυρώνουν μηχανικά τις αποφάσεις της.
Ωστόσο, θεωρώ σημαντικό να επισημάνουμε ότι ο έλεγχος των πληθυσμών των προαστίων δεν αποτελεί πλέον απλώς συνέχεια της αποικιακής κυριαρχίας. Παρότι ο σημερινός αστυνομικός μηχανισμός κληρονομεί αντιεξεγερσιακές τακτικές από την αποικιακή εποχή, έχει συντελεστεί μια θεμελιώδης μετατόπιση στο πολιτικό φαντασιακό, η οποία ξεκίνησε τη δεκαετία του 1980, παράλληλα με την πρώτη άνοδο της ακροδεξιάς.
Αυτή η μετατόπιση σημειώθηκε όταν η δεξιά, η ακροδεξιά και, ευρύτερα, η κοινή γνώμη αποδέχθηκαν μια νέα πραγματικότητα: η αυτοκρατορία δεν υπάρχει πια. Τελείωσε. Η σύγχρονη ακροδεξιά αναδύθηκε μέσα από μια αντιδραστική παρόρμηση: «Αν δεν μας θέλουν εκεί, δεν τους θέλουμε ούτε εμείς εδώ». Ο σημερινός στόχος δεν είναι η αφομοίωση, μια «εκπολιτιστική» αποστολή ή η υποδούλωση, αλλά ο αποκλεισμός και η απομάκρυνση. Η υποκείμενη λογική δεν είναι πλέον εκείνη της κυριαρχίας, αλλά της εκκαθάρισης.
Γι’ αυτό το Ισραήλ αποτελεί τόσο κεντρικό παράδειγμα για τη σύγχρονη ακροδεξιά. Δεν πρόκειται για την επιβολή κυριαρχίας στους Παλαιστινίους, αλλά για την πλήρη εξάλειψη της παρουσίας τους. Αυτό παραπέμπει στην εποικιστική αποικιοκρατία, όπου ο στόχος είναι η εξάλειψη του γηγενούς πληθυσμού και όχι η ενσωμάτωσή του ως υποτελούς εργατικής δύναμης. Παρότι οι μαζικές απελάσεις δεν είναι ακόμη εφικτές στην Ευρώπη, η ακροδεξιά έχει στραμμένη την προσοχή της στο Ισραήλ, επειδή αυτό εφαρμόζει ακριβώς όσα η ίδια ονειρεύεται να κάνει στις φυλετικοποιημένες μειονότητες στο εσωτερικό των ευρωπαϊκών κοινωνιών.
Η έμφαση στη συνέχεια με την ύστερη αποικιοκρατία παραβλέπει αυτή την κρίσιμη ιδεολογική μετατόπιση. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο τραμπισμός αποστρέφεται την ιδέα της παγκόσμιας εξάπλωσης του «αμερικανικού τρόπου ζωής», επειδή αυτή ενθαρρύνει τη μετανάστευση. Το MAGA απαιτεί αυστηρά σύνορα, μαζικές απελάσεις και αναδίπλωση προς ένα λευκό, χριστιανικό έθνος. Η Ευρώπη ακολουθεί την ίδια λογική, αλλά με έναν πληθυσμό που γερνά.
Γι’ αυτό περιγράφω το σημερινό ευρωπαϊκό σχέδιο ως ένα αμπαρωμένο γηροκομείο: έναν γηράσκοντα πληθυσμό που θέλει να τον αφήσουν στην ησυχία του, ώστε να απολαμβάνει την απομόνωσή του, χωρίς να τον ενοχλεί κανείς νεότερος ή λιγότερο λευκός.
Παρότι οι αστυνομικές τακτικές, οι απαγορεύσεις κυκλοφορίας, οι μαζικές συλλήψεις και η στρατιωτικοποιημένη καταστολή του πλήθους μοιάζουν πανομοιότυπες με τις αντιεξεγερσιακές μεθόδους που χρησιμοποιήθηκαν κατά τον πόλεμο της Αλγερίας, ο σκοπός τους έχει αλλάξει. Το όνειρο της ακροδεξιάς δεν είναι να υποδουλώσει τους φυλετικοποιημένους πληθυσμούς των προαστίων, αλλά να τους εξαφανίσει εντελώς, όπως ακριβώς ο απώτερος στόχος της ισραηλινής δεξιάς είναι να μην αντικρίσει ποτέ ξανά Παλαιστίνιο.
Gavin Jacobson: Chowra, αν εξετάσουμε αυτές τις εξεγέρσεις μέσα από το συλλογικό πένθος, το συναίσθημα και αυτό που αποκαλείς «συν-αισθηματική αντίσταση» [affective resistance], τι καινούργιο μπορούμε να διακρίνουμε σε αυτές;
Chowra Makaremi: Επιστρέφοντας σε αυτό που είπε ο Michel σχετικά με όσα προσφέρει η ακροδεξιά στους ψηφοφόρους: η συναλλακτική της υπόσχεση, ή η εκλογική συμφωνία που προτείνει, απευθύνεται στο ατομικό συμφέρον, αλλά το ατομικό συμφέρον απέχει πολύ από το να εξηγεί τα πάντα. Ο φασισμός και η διαδικασία εκφασισμού καθοδηγούνται σε μεγάλο βαθμό από έντονα συναισθήματα: υπαρξιακό πανικό, φόβους «κατακλυσμού» και αυτό που δεν μπορούμε παρά να ονομάσουμε «πάθος της ανωτερότητας», μια συν-αισθηματική κατάσταση στην οποία κάθε κίνηση προς την ισότητα βιώνεται ως εισβολή ή ως «Μεγάλη Αντικατάσταση».
Οι φεμινίστριες θεωρητικοί προσφέρουν καθοριστικές αναλύσεις σε αυτό το ζήτημα. Η Verónica Gago, για παράδειγμα, αναλύει τον εκφασισμό ως αντίδραση σε μια διπλή δέσμευση: τα άτομα εσωτερικεύουν τις απαιτήσεις του νεοφιλελεύθερου υποκειμένου, σύμφωνα με τις οποίες «είσαι ο αποκλειστικός κυρίαρχος του πεπρωμένου σου», ενώ ταυτόχρονα βιώνουν έντονη οικονομική εκμετάλλευση και επισφάλεια. Η ένταση ανάμεσα σε αυτές τις αντιφατικές πραγματικότητες καθιστά τους ανθρώπους ευάλωτους στη συναισθηματική έλξη και στη χειραγώγηση του φασισμού.
Αν πάρουμε στα σοβαρά αυτή τη διαπίστωση, όπως έκανε ο Βίλχελμ Ράιχ στην πρώιμη ανάλυσή του για τον ναζισμό, συνειδητοποιούμε ότι ο φασισμός δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί αποκλειστικά μέσα από τον ορθολογικό, δημοκρατικό διάλογο ή τις εκκλήσεις σε κοινά πολιτικά συμφέροντα. Μια αποκλειστικά ορθολογική προσέγγιση αφήνει ολόκληρα πεδία της συναισθηματικής ζωής ανέγγιχτα και διαθέσιμα προς φασιστική οικειοποίηση. Οι αντιφάσεις του νεοφιλελευθερισμού δεν μπορούν να ξεπεραστούν απλώς με την προσήλωση σε λογικές ιδέες.
Πώς, λοιπόν, μπορούμε να καταλάβουμε το πεδίο των συγκινήσεων και των συναισθημάτων; Πώς μπορούμε να σταματήσουμε να αντιμετωπίζουμε τις εξεγέρσεις στους δρόμους ως εκρήξεις «παράλογης οργής» που υποτίθεται ότι απειλούν μια λογική πολιτική βασισμένη σε συγκεκριμένες προγραμματικές προτάσεις;
Οι άνθρωποι πολύ απλά δεν λειτουργούν αποκλειστικά με τη λογική. Γι’ αυτό μιλάω για συν-αισθηματική κυριαρχία [affective sovereignty]: όπως συμβαίνει με τη διατροφική κυριαρχία, χρειαζόμαστε κυριαρχία πάνω στη συναισθηματική διάσταση της πολιτικής μας ζωής. Σκεφτείτε τη χαρά της εξέγερσης που περιέγραψε ο Michel ή αυτό που εγώ ονόμασα διαδικασία πολιτικής υποκειμενοποίησης: οι πολίτες διατυπώνουν αιτήματα προς το κράτος, έρχονται αντιμέτωποι με την αστυνομική καταστολή και στη συνέχεια προσαρμόζουν τη στρατηγική τους, μετατρέποντας την κινητοποίησή τους σε μια εξέγερση από τα κάτω, που καθοδηγείται από τα δικά της συνθήματα και τη συλλογική αλληλεγγύη. Αυτές οι στιγμές είναι πλούσιες σε συναισθήματα και δεσμούς: γονείς που αναλαμβάνουν να προστατεύσουν τα παιδιά τους ή νέοι άνθρωποι που διεκδικούν ένα επιθυμητό μέλλον.
Η πολιτική των συν-αισθημάτων δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται απλώς ως απειλή για τη δημοκρατία, αλλά ως ένα ζωτικό πεδίο πολιτικής παρέμβασης. Μας επιτρέπει να ανασυγκροτήσουμε πολιτικές υποκειμενικότητες που ανακτούν τον έλεγχο του συλλογικού μας φαντασιακού. Στον πυρήνα της, η πολιτική είναι μια μάχη για το φαντασιακό.
Στη Γαλλία, αφού ο Μακρόν διέλυσε την Εθνοσυνέλευση μετά την άνοδο της ακροδεξιάς στις ευρωεκλογές, ένας αντιφασιστικός συνασπισμός της αριστεράς κέρδισε τις βουλευτικές εκλογές. Ωστόσο, αυτή η εκλογική νίκη δεν οδήγησε ποτέ στον διορισμό πρωθυπουργού ή στον σχηματισμό κυβέρνησης από τον συγκεκριμένο συνασπισμό. Το αποτέλεσμα ήταν ένα βαθύ συλλογικό τραύμα, τόσο αποπροσανατολιστικό ώστε οι άνθρωποι δυσκολεύονταν ακόμη και να το επεξεργαστούν. Στην εξουσία τοποθετήθηκαν τεχνοκρατικές προσωπικότητες χωρίς λαϊκή ή αντιπροσωπευτική νομιμοποίηση, οι οποίες απλώς συμμορφώνονταν με τη βούληση του προέδρου. Συνάδελφοι από το εξωτερικό που επισκέπτονταν τη Γαλλία ρωτούσαν: «Γιατί δεν μιλά κανείς γι’ αυτόν τον τρόπο διακυβέρνησης;». Ήταν σαν να υπήρχε μια διάχυτη εμπειρία αδυναμίας και μια γενικευμένη αίσθηση ότι η φωνή της κοινωνίας δεν φτάνει καθόλου σε όσους βρίσκονται στην εξουσία. Κανονικά, αυτό το αίσθημα αδυναμίας τροφοδοτεί την ακροδεξιά, επειδή αυτή δρα εξ ολοκλήρου στο συναισθηματικό πεδίο. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικά το πολιτικό φαντασιακό και η συν-αισθηματική κυριαρχία.
Οι εξεγέρσεις, οι διαδηλώσεις και οι συλλογικές δράσεις στους δρόμους, όπως και οι χιλιάδες ψηφιακές σκηνές πολιτικής δράσης που διαμοιράζονται στο διαδίκτυο, αποτελούν στιγμές που μας επανασυνδέουν με μια ενεργή, κοινή συναισθηματική και πολιτική ζωή. Μας επιτρέπουν να ανακτήσουμε την ικανότητά μας για δράση. Όσο περισσότερο υποτιμούμε αυτές τις συναισθηματικές διαστάσεις της αντίστασης, τόσο περισσότερο έδαφος παραχωρούμε στον εκφασισμό της κοινωνίας.
Gavin Jacobson: Φαίνεται ότι εισερχόμαστε σε μια παγκόσμια εποχή ταραχών. Εξεγέρσεις βρίσκονται σε εξέλιξη στη Γαλλία, την Ισπανία, την Αλβανία, την Ινδία και τώρα στην Αργεντινή. Έχουν γίνει οι αστικές ταραχές καθοριστικό χαρακτηριστικό της πολιτικής του 21ου αιώνα και πώς μπορούμε να τις κατανοήσουμε;
Michel Feher: Δεν αντιμετωπίζω αυτές τις εξεγέρσεις ως ένδειξη κάποιας γενικευμένης προεπαναστατικής φάσης, όσο συναρπαστικές κι αν είναι, αλλά, ελπίζω, ως προάγγελο μιας εκ νέου διάνοιξης του φαντασιακού της αριστεράς.
Συμφωνώ με τις έννοιες της Chowra για την «πολιτική των δεσμών» [politics of attachment] και την «πολιτική της σκληρότητας» [politics of cruelty]. Ωστόσο, όσον αφορά την πολιτική της σκληρότητας, υπάρχει μια επιπλέον διάσταση που αξίζει να επισημανθεί, πέρα από τον ρόλο της στην πειθάρχηση, στη συμμόρφωση των ανθρώπων και στην παράλυση της κοινωνίας: η πολιτική της σκληρότητας παράγει επίσης χαρά. Προσφέρει ευχαρίστηση όχι μόνο σε όσους ασκούν τη σκληρότητα, αλλά και στους θεατές, οι οποίοι αισθάνονται ότι, απολαμβάνοντας το θέαμα της κρατικής σκληρότητας, τοποθετούν τον εαυτό τους στη «σωστή πλευρά» της τάξης.
Εκεί που θα ήθελα να εκφράσω μια επιφύλαξη είναι στην αντιπαράθεση της λογικής με το συναίσθημα. Προερχόμενος από τη σπινοζική παράδοση, δεν τα αντιλαμβάνομαι ως δύο ξεχωριστά πεδία, αλλά ως ένα: ένα πάθος είναι συμπυκνωμένος συλλογισμός, ενώ ο συλλογισμός είναι ένα πλήρως ανεπτυγμένο πάθος. Δεν πρόκειται απλώς για μια θεωρητική διάκριση· έχει άμεσες πολιτικές συνέπειες.
Ας πάρουμε την ακροδεξιά. Εκεί μπορούμε να διακρίνουμε πόσο άρρηκτα συνδεδεμένα είναι το πάθος και η λογική. Το πάθος της μνησικακίας εκδηλώνεται μέσα από την πεποίθηση ότι «κάποιος άλλος απολαμβάνει αυτό που δικαιωματικά θα έπρεπε να ανήκει σε μένα». Η λογική της μνησικακίας ακολουθεί: «Θέλω η εξουσία και το κράτος να στραφούν εναντίον αυτών των ανθρώπων, ώστε να μου επιστραφεί επιτέλους ό,τι μου ανήκει». Το πολιτικό αίτημα αποτελεί απλώς τη διανοητική ανάπτυξη αυτού του συναισθήματος μνησικακίας.
Στον αντίποδα της μνησικακίας βρίσκεται ένα πάθος γενναιοδωρίας και αγανάκτησης, όχι η αγανάκτηση επειδή κάποιος μου κλέβει κάτι, αλλά η οργή απέναντι σε μια αδικία που συντελείται. Πηγάζει από τη συνειδητοποίηση ότι η ανισότητα περιορίζει την ελευθερία όλων, ακόμη και εκείνων που δεν αποτελούν άμεσο στόχο της. Για να δανειστώ εκείνη τη γνωστή κραυγή: «Δεν μπορώ να αναπνεύσω». Αυτή η αίσθηση ασφυξίας πρέπει, αντίστοιχα, να αναπτυχθεί σε έναν συνεκτικό πολιτικό συλλογισμό.
Πρέπει επίσης να αποφύγουμε την αδικαιολόγητη αισιοδοξία. Η αριστερά παραμένει μειοψηφία σχεδόν παντού. Το κεντρικό ερώτημα είναι πώς μπορούμε να μετατρέψουμε αυτά τα θεμελιώδη πάθη, την επιθυμία για ένα περιβάλλον όπου μπορούμε να αναπνέουμε, το αίτημα για μια ζωή που αξίζει να τη ζούμε, σε συγκεκριμένες πολιτικές και συγκροτημένα επιχειρήματα.
Αυτά τα κινήματα, ταυτόχρονα χαρούμενα και οργισμένα, αντιπροσωπεύουν μια στιγμή παύσης και εκκρεμότητας. Θέτουν ένα ανοιχτό ερώτημα: μπορεί αυτό το συναίσθημα να μετατραπεί σε διαδρομές προς μια ζωή που αξίζει να τη ζούμε;
Υπό αυτό το πρίσμα, αυτές οι εκρηκτικές στιγμές δεν αφορούν τόσο την άμεση εξέγερση όσο τη γέννηση μιας συλλογικής σκέψης, την πρώτη σπίθα ενός κοινού εγχειρήματος. Γι’ αυτό η εμφάνισή τους είναι ζωτικής σημασίας. Αλλά πρέπει να μεταφραστούν προσεκτικά, όχι περιμένοντας κάποιον πολιτικό σωτήρα με ένα έτοιμο μανιφέστο, αλλά σταδιακά, μέσα από συντονισμούς, τοπικούς δεσμούς και συγκεκριμένα εγχειρήματα που συνδέονται μεταξύ τους.
Η βασική πρόκληση είναι η ταχύτητα. Η ακροδεξιά διαθέτει έναν ταχύτατο μηχανισμό μετατροπής των παθών της μνησικακίας σε άμεσες πολιτικές αποφάσεις. Αντίθετα, η αριστερά λειτουργεί με βραδύτερους ρυθμούς: η δική μας απάντηση απαιτεί να εξηγήσουμε την πολυπλοκότητα, να αφιερώσουμε χρόνο και να σκεφτούμε σε βάθος. Αυτό θέτει την αριστερά σε εγγενώς μειονεκτική θέση στο εκλογικό πεδίο, καθιστώντας τις νίκες σπάνιες. Όταν αυτές οι σπάνιες νίκες συμβαίνουν, πρέπει να αξιοποιούμε όσο το δυνατόν περισσότερο τις δυνατότητες που ανοίγουν, γνωρίζοντας ότι μπορεί να αποδειχθούν πρόσκαιρες.
Οι σπίθες που βλέπουμε στην Ισπανία, την Ιταλία, την Αλβανία, τη Γαλλία, την Αργεντινή και την Ινδία δεν πρέπει να συγχέονται με την έναρξη μιας ενιαίας παγκόσμιας επανάστασης με ένα κοινό κεντρικό σύνθημα. Αντίθετα, αποτελούν διάσπαρτα σημεία αντήχησης που χρειάζεται ακόμη να συντονιστούν μεταξύ τους.
Ακριβώς εδώ αποκτά καθοριστική σημασία η πολιτική των δεσμών της Chowra. Πρόκειται για τη λεπτή τέχνη της συνύφανσης αυτών των αγώνων, της εξεύρεσης χρόνου και χώρου για την προσεκτική οικοδόμηση της αλληλεγγύης, χωρίς να συνθλίβεται από την αστυνομική καταστολή ή την πολιτική της σκληρότητας.
Chowra Makaremi: Από το 2019 έως το 2022, από το Σουδάν και τη Χιλή μέχρι το Ιράν, από τα Κίτρινα Γιλέκα μέχρι το Black Lives Matter, είδαμε ένα κύμα εξεγέρσεων που πράγματι συντονίζονταν μεταξύ τους. Ο φεμινισμός είχε βαθιές ρίζες σε εκείνο το κύμα, το οποίο στηρίχθηκε στη δυναμική κινημάτων όπως το Ni Una Menos.
Ωστόσο, το 2023 σημειώθηκε μια σαφής τομή, με τη μετάβαση σε ένα παγκόσμιο καθεστώς πολέμου. Αυτό το καθεστώς πολέμου δημιουργεί πρόσφορο έδαφος για αντιφεμινιστικές, αντεπαναστατικές πολιτικές. Η βασική μας πρόκληση σήμερα είναι να κατανοήσουμε και να κινηθούμε μέσα σε αυτή τη μετατόπιση: ενώ οι εξεγέρσεις εξακολουθούν να συντονίζονται πέρα από τα σύνορα, οι ίδιες οι πολιτικές υποκειμενικότητες στρατιωτικοποιούνται ολοένα και περισσότερο σε παγκόσμια κλίμακα.
Αντιμετωπίζοντας αυτή την πρόκληση, πρέπει να αναγνωρίσουμε πόσο βαθιά συνδέεται το πολιτικό φαντασιακό με την αντίσταση στην ακροδεξιά. Η εμπειρία της αδυναμίας είναι ακριβώς αυτό που σκοτώνει το πολιτικό φαντασιακό. Και η καταστροφή του πολιτικού φαντασιακού δεν αποτελεί τυχαία παρενέργεια· είναι κεντρικός στόχος της πολιτικής της σκληρότητας.
Η επιμονή στη διεκδίκηση ενός επιθυμητού μέλλοντος ανοίγει ξανά αυτό το φαντασιακό. Όπως επισήμανε ο Michel, το συναίσθημα και η λογική, η στρατηγική και η ευαισθησία, δεν αποτελούν ξεχωριστά, στεγανά πεδία· είναι αλληλένδετα. Η εκ νέου ενεργοποίηση αυτής της ζωντανής κίνησης της συλλογικής σκέψης είναι ακριβώς το πεδίο από το οποίο θα αναδυθεί η δημιουργικότητα που απαιτείται για την αντιμετώπιση της αδυναμίας. Πρέπει να θέσουμε ξανά τους εαυτούς μας σε κίνηση.
Για μένα, οι αντιπαραθέσεις ανάμεσα στην απαισιοδοξία και την αισιοδοξία είναι δευτερεύουσες μπροστά σε μια θεμελιώδη πρακτική: τη δέσμευση να παραμένουμε στην πλευρά του ανοιχτού.
Αυτή τη στιγμή, η νεολαία έχει ανοίξει έναν νέο χώρο. Το ποιοι ακριβώς είναι αυτοί οι νέοι ή ποια είναι η ακριβής κοινωνικοδημογραφική τους σύνθεση παραμένει δύσκολο να προσδιοριστεί, ακόμη και στη Γαλλία. Αλλά κάτι πραγματικό έχει ανοίξει στη δημόσια σφαίρα και στον αστικό χώρο. Πρέπει να τοποθετήσουμε τους εαυτούς μας μέσα σε αυτό το άνοιγμα και να σκεφτούμε από το εσωτερικό του, επειδή αυτή η πολιτική επιθυμία αποτελεί την πηγή από την οποία θα αναδυθούν δημιουργικές, πρακτικές απαντήσεις.
[1] Makaremi, C., «The Right to Punish: Assessing Sentences in Immediate Appearance Trials», στο Fassin, D. κ.ά., At the Heart of the State: The Moral World of Institutions, Pluto Press, 2015.