Το παρόν άρθρο αλιεύτηκε από το 2ο τεύχος του ιταλικού περιοδικού Teiko, το οποίο κινείται στον θεωρητικό και πολιτικό ορίζοντα του μεταεργατισμού, και κυκλοφόρησε τον Ιανουάριο του 2026.

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας των Τετραδίων Εδάφους
Το Teiko, μια λέξη που στην Ιαπωνία σημαίνει «αντίσταση», επιλέγεται όχι μόνο για το σημασιολογικό της περιεχόμενο, αλλά και για τη μορφή της. Μια λέξη ουδέτερη ως προς το φύλο, που διαφεύγει των έμφυλων προσδιορισμών των ευρωπαϊκών γλωσσών. Σε αυτή τη γλωσσική επιλογή συμπυκνώνεται ήδη μια πολιτική θέση: η άρνηση να εγγραφεί η αντίσταση μέσα σε προκαθορισμένες ταυτότητες και η επιμονή να σκεφτεί ως ανοιχτή διαδικασία, ως πεδίο πολλαπλών και ετερογενών υποκειμενοποιήσεων. Η ουδετερότητα του όρου δεν σημαίνει αφαίρεση ή ουδετεροποίηση των διαφορών, αλλά, αντίθετα, την αναγνώριση ενός πεδίου στο οποίο οι διαφορές δεν ιεραρχούνται προκαταβολικά, αλλά συγκροτούνται μέσα στη σύγκρουση και τη συλλογική πράξη. Με αυτή την έννοια, το Teiko λειτουργεί ήδη ως έννοια-πεδίο: όχι ως όνομα ενός υποκειμένου, αλλά ως διαδικασία αντίστασης που παραμένει ανοιχτή, πολλαπλή και σε διαρκή μετασχηματισμό.
Το Teiko είναι ένα πολιτικό και θεωρητικό εγχείρημα που εγγράφεται στη γραμμή του εργατισμού και των μεταεργατικών του μετασχηματισμών, επιχειρώντας να σκεφτεί εκ νέου τη σχέση ανάμεσα στην ταξική σύνθεση, τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης και τις μορφές οργάνωσης μέσα στη συγκυρία της καπιταλιστικής πολυκρίσης. Σε ένα πεδίο που διαπερνάται από πολέμους, χρηματιστικοποίηση, ψηφιακές ροές, αναδιαρθρώσεις του κεφαλαίου και μετασχηματισμούς της κοινωνικής αναπαραγωγής. Γεννημένο μέσα από τη συζήτηση του δικτύου Euronomade, σε μια φάση αδιεξόδων αλλά και αναζήτησης στους ίδιους τους κύκλους των κινημάτων, το περιοδικό φιλοδοξεί να λειτουργήσει ως εργαλείο συλλογικής έρευνας (inchiesta) και πολιτικής παρέμβασης. Να χαρτογραφήσει τις σύγχρονες μορφές της καπιταλιστικής κυριαρχίας και, ταυτόχρονα, να εντοπίσει τις γραμμές διαφυγής και τις δυνατότητες ανασύνθεσης των αγώνων. Περισσότερο από ένα εκδοτικό εγχείρημα, το Teiko συγκροτείται ως πεδίο παραγωγής πολιτικής σκέψης σε άμεση σχέση με τους αγώνες. Στόχος του δεν είναι απλώς η ερμηνεία των μετασχηματισμών του σύγχρονου καπιταλισμού, αλλά η ενεργή συμβολή στη συγκρότηση ενός κοινού πεδίου σύγκρουσης, μέσα από τη διασταύρωση ετερογενών εμπειριών, γεωγραφιών και μορφών αγώνα. Σε αυτή την προοπτική, η έννοια της inchiesta δεν νοείται ως απλή έρευνα, αλλά ως πολιτική πρακτική που συνδέει ανάλυση και οργάνωση, γνώση και αγώνα, συμβάλλοντας στη συγκρότηση μιας νέας ταξικής σύνθεσης.
Τα δύο πρώτα τεύχη του περιοδικού αποτυπώνουν ήδη αυτή τη στρατηγική κατεύθυνση. Το Τεύχος 0 θέτει το αίνιγμα της οργάνωσης στο εσωτερικό του πρόσφατου κύκλου αγώνων, επιχειρώντας να αναμετρηθεί με τα όρια του αυθορμητισμού και της ασυνέχειας και να επαναθέσει το ζήτημα της διάρκειας, της συσσώρευσης δύναμης και της υλικής αποτελεσματικότητας των κινημάτων. Το πρόβλημα της οργάνωσης τίθεται εδώ όχι ως εξωτερικό σχήμα, αλλά ως εσωτερική λειτουργία των ίδιων των διαδικασιών υποκειμενοποίησης, ως πεδίο έντασης ανάμεσα σε αυθορμητισμό και συγκρότηση. Το Τεύχος 1 (Κόσμοι) μετατοπίζει το βλέμμα στην πλανητική κλίμακα, επιχειρώντας μια χαρτογράφηση των σύγχρονων μορφών της καπιταλιστικής κυριαρχίας μέσα από την αλληλεπίδραση πολέμου, χρηματοπιστωτικών μηχανισμών, ψηφιακών δικτύων και εφοδιαστικών αλυσίδων. Ταυτόχρονα, αναδεικνύει τις ρωγμές που διατρέχουν αυτό το πεδίο, τις μορφές αντίστασης και τις διαδικασίες αγώνα που αναπτύσσονται μέσα σε αυτό, φωτίζοντας τη δυνατότητα μιας νέας πλανητικής διάστασης της ταξικής πάλης.
Σε αυτή τη διπλή κίνηση, ανάμεσα σε έρευνα και οργάνωση, τοπικό και πλανητικό, ανάλυση και πρακτική, το Teiko επιχειρεί να συμβάλει στην ανασύνθεση ενός υλικού διεθνισμού των αγώνων. Όχι ως αφηρημένη αρχή ή ηθική στάση, αλλά ως συγκεκριμένη πρακτική σύνδεσης ετερογενών διαδικασιών, ως πεδίο σύγκλισης αγώνων που διασχίζουν σύνορα, δίκτυα και χρονικότητες. Ένας διεθνισμός που δεν συγκροτείται από τα πάνω, αλλά αναδύεται μέσα από τις ίδιες τις κινήσεις του πλήθους, ως δύναμη ικανή να μετασχηματίσει τις υπάρχουσες σχέσεις εξουσίας και να ανοίξει δυνατότητες για μια διαφορετική οργάνωση της κοινωνικής ζωής.
***
Σημείωμα για τον διεθνισμό σήμερα
Ο διεθνισμός είναι μια έννοια που ηχεί ταυτόχρονα ιστορικά ξεπερασμένη και δομικά επιτακτική, μια λέξη προς επανεφεύρεση. Το σημασιολογικό της περίβλημα, φορτισμένο με την ιστορία και τις συγκρούσεις του παρελθόντος, δεν επαρκεί πλέον. Ωστόσο, το πρόβλημα που εμπεριέχει, αυτό της αλληλεγγύης, της δικτύωσης, της πάλης σε πλανητική κλίμακα, παραμένει ένας στρατηγικός κόμβος που πρέπει να αναδειχθεί, να συζητηθεί και να μετατραπεί σε πολιτική πρακτική. Οι κινητοποιήσεις που, από τα τέλη Σεπτεμβρίου, εξαπλώθηκαν ραγδαία εντός και εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων, δείχνουν ότι αυτή η επανεφεύρεση αποτελεί μια κοινή αναγκαιότητα. Η συγκυρία είναι ευνοϊκή για επαναστάσεις και ριζικούς μετασχηματισμούς, κι όμως, για να μην συνθλιβούμε από την κλίμακα του προβλήματος ή να μην παραλύσουμε από το μέγεθος της πρόκλησης, απαιτείται μια σκέψη και μια πολιτική πρακτική ικανή να σταθεί στο ύψος των παγκόσμιων δυναμικών του σύγχρονου καπιταλισμού. Αν είναι αλήθεια ότι δεν υφίσταται επαναστατική προοπτική που να μην αποβλέπει στην πλανητική διάσταση, αυτή καθορίζεται πάντοτε από εντελώς συγκεκριμένες συντεταγμένες. Σήμερα, αυτή η πλανητικότητα (πλανητική διάσταση) δεν ταυτίζεται με τη νεοφιλελεύθερη παγκοσμιοποίηση: εκείνο το ηγεμονικό σχέδιο, του οποίου η παρακμή ξεκίνησε με τους πολέμους των πρώτων δεκαετιών του 21ου αιώνα και τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2007-2008, οδηγείται στην εξάντληση από την «πολυκρίση» που πυροδότησε η παγκόσμια πανδημία. Ο πόλεμος στην Ουκρανία και η γενοκτονία στη Γάζα μάς ωθούν πέρα από αυτό. Μια γενοκτονία δεν είναι κρίση, είναι κάτι που αναμφίβολα διαρρηγνύει αυτό το όριο. Μιλάμε για μια σύνθετη συγκυρία, που μοιάζει να σέρνει στο λυκόφως της ακόμα και την ίδια τη φιλελεύθερη-δυτική ρητορική, μαζί με όλους τους μηχανισμούς και τα εργαλεία της.
Ακριβώς σε αυτή τη μετάβαση σε μια ιστορική φάση με πρωτόγνωρα χαρακτηριστικά παίζεται σήμερα η δυνατότητα ενός νέου διεθνισμού, ο οποίος οφείλει επομένως να αναμετρηθεί τόσο με τις μετασχηματισμένες μορφές του παγκόσμιου καπιταλισμού όσο και με τις νέες εκφράσεις της πολιτικής υποκειμενοποίησης που του εναντιώνονται. Οι δυναμικές του σύγχρονου καπιταλισμού, παρά τη δομική τους συνέχεια, παρουσιάζουν ριζικές τομές σε σχέση με το παρελθόν. Τα τελευταία χρόνια, πράγματι, διαμορφώνεται, για να το πούμε με τα λόγια του «γέρου γενειοφόρου» από το Τρίερ, μια νέα και καθοριστική αντίφαση μεταξύ των σχέσεων παραγωγής και των παραγωγικών δυνάμεων, στην οποία ο εμπορικός πόλεμος των δασμών και η χρηματιστικοποίηση διαδραματίζουν πρωτεύοντα ρόλο. Αυτή η νέα αντίφαση φέρει τα σημάδια της οριστικής εξάντλησης ορισμένων χωρικών και χρονικών τάσεων, οι οποίες θέτουν άμεσα το ζήτημα της επανεφεύρεσης του διεθνισμού. Καταρχάς, η διάρθρωση μεταξύ εθνικής κυριαρχίας και διεθνούς τάξης, όπως αυτή παγιώθηκε τον 19ο αιώνα, στην εποχή των κρατικών οικοδομήσεων και του προλεταριακού διεθνισμού, δεν ευσταθεί πλέον. Γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, η ιδέα μιας «επανεμφάνισης του έθνους-κράτους» μετά τη νεοφιλελεύθερη περίοδο, ως ερμηνευτικού σχήματος και «αριστερής» διεξόδου από τη μεταπανδημική συνθήκη, μας φαίνεται εσφαλμένη και παραπλανητική: δεν υφίσταται σύγκρουση ανάμεσα σε ένα παγκοσμιοποιημένο κεφάλαιο και μια επαναφορά των συνοριακών περιχαρακώσεων. Αντιθέτως, ο εθνικισμός σήμερα λειτουργεί ως ιδεολογία και ηγεμονικός μηχανισμός για τις δυνάμεις της υπεροχής και του εθνοκεντρισμού που κυβερνούν σε πολλά μέρη του πλανήτη σε πλήρη συμβίωση με τον νέο κύκλο της καπιταλιστικής παγκοσμιοποίησης. Ζούμε σε έναν κόσμο που διατρέχεται από διεθνικές διαδικασίες οι οποίες επικαλύπτονται και συγκρούονται: εφοδιαστικές αλυσίδες (logistics), ψηφιακές υποδομές, χρηματιστικοποίηση, μεταναστευτικές ροές και επικοινωνία σε πραγματικό χρόνο. Μέσα από αυτές τις εντάσεις κρίνεται το αποφασιστικό στοίχημα για τον επαναπροσδιορισμό της ταξικής πάλης. Τα κινήματα των τελευταίων δεκαετιών, από το No Global μέχρι την Αραβική Άνοιξη, και από τις εξεγέρσεις που σάρωσαν τον πλανήτη από το 2011 έως σήμερα, μέχρι τους περιβαλλοντικούς αγώνες και τα διατομεακά φεμινιστικά κινήματα, ανέδειξαν πώς η οργάνωση των ροών (logistics) των αγώνων διαπλέκεται με την αντίστοιχη των εμπορευμάτων, και πώς η ψηφιακή δικτύωση μετατρέπεται ταυτόχρονα σε πεδίο μάχης και εργαλείο οργάνωσης. Οι παραδοσιακές χωρικότητες, πόλεις, κράτη, ήπειροι, δεν μπορούν πλέον να νοηθούν ως κλειστοί τόποι και προκαθορισμένες διαστάσεις της πολιτικής οργάνωσης. Είναι απαραίτητο να υπογραμμίσουμε τα όρια του συνθήματος «σκέψου παγκόσμια, δράσε τοπικά» και να μετατοπίσουμε το βλέμμα στις ταξικές δυναμικές που διαπερνούν το παρόν, για να κατανοήσουμε το «πώς» μπορούν να οικοδομηθούν υλικές συγκλίσεις και μορφές αλληλεγγύης: ο προσδιορισμός του εχθρού είναι απαραίτητος για να ανατραπεί το αφήγημά του, συγκροτώντας ταυτόχρονα το κοινό έδαφος ενός πραγματικού κινήματος.
Η άλλη ριζική μεταβολή αφορά τον χρόνο της πολιτικής, ο οποίος σήμερα είναι αποσπασματικός, κατακερματισμένος, στιγμιαίος, υπαγορευμένος από τους ρυθμούς της χρηματοπιστωτικής σφαίρας και των ψηφιακών ροών. Το μηχανικό ρολόι των πρώτων βιομηχανικών επαναστάσεων, εκείνο της εργοστασιακής πειθαρχίας και του παραγωγικού κύκλου, έχει διαρραγεί. Ωστόσο, ακριβώς μέσα σε αυτή την επιτάχυνση, αναδεικνύεται η ανάγκη για μια πολιτική μακράς διάρκειας: μιας πολιτικής ικανής να υπερβαίνει το εφήμερο και υφαίνει τη συνέχεια μέσα στην ασυνέχεια. Ο διεθνισμός του 21ου αιώνα οφείλει να κινείται σε δικτυωμένες χωρικότητες, να διασχίζει εδάφη και δίκτυα, συγχρονίζοντας χρόνους και κινήματα. Το «φαινόμενο της πεταλούδας», η αντήχηση ανάμεσα σε απομακρυσμένους αγώνες, μπορεί να λειτουργήσει ως μεταφορά, αν αναλογιστούμε τον κύκλο κινημάτων που προηγήθηκε και αναλύσαμε στο τεύχος «Μηδέν». Από την Κάσμπα της Τύνιδας και την πλατεία Ταχρίρ έως την αλληλουχία που εκτείνεται από το Occupy Wall Street μέχρι τον Ιούνιο του 2013 στη Βραζιλία -περνώντας από την πλατεία Συντάγματος και την πλατεία Ταξίμ- και εκείνη που, μεταξύ 2018 και 2020, ξεσπά στη Γαλλία, τη Χιλή, το Κίτο, τη Βηρυτό, τη Βαρκελώνη, την Τεχεράνη και τη Βαγδάτη. Μέσα σε αυτές τις κινηματικές ακολουθίες συγκροτήθηκε η διαδικασία του Ni Una Menos, η οποία έθεσε στο επίκεντρο τη διεθνική διάσταση του αγώνα ενάντια στην πατριαρχική βία, συγκροτώντας δικτυωμένες και συντονισμένες παγκόσμιες απεργίες. Κάτι παρόμοιο συνέβη με το «πράσινο κύμα» των Fridays for Future το 2019 και με το βορειοαμερικανικό BLM, που βρήκε ιδιαίτερη απήχηση στη Γαλλία και την Αγγλία.
Με μια αναδρομική ματιά, θα μπορούσαμε να θεωρήσουμε αυτές τις κινηματικές διεργασίες και αλληλουχίες ως τα προοίμια ενός διεθνισμού που έρχεται, ο οποίος βρήκε μια πρώτη έκφραση στο κίνημα της «παγκόσμιας Παλαιστίνης». Μετά από δύο χρόνια κινητοποιήσεων ενάντια στη γενοκτονία, που διέτρεξαν με ποικίλους τρόπους εδάφη και υποκείμενα σε όλο τον πλανήτη, η Global Sumud Flottilla –η οποία μπορεί να θεωρηθεί ως ένας έμπρακτος πειραματισμός διεθνιστικής δράσης στο σήμερα- αποτέλεσε στην Ιταλία το έναυσμα για ένα μέτωπο αντίστασης στο πολεμικό καθεστώς, που βρίσκει στη γενοκτονία την πιο ρητή και βάναυση έκφρασή του. Το κίνημα της «παγκόσμιας Παλαιστίνης», και ιδιαίτερα οι κινητοποιήσεις του Σεπτεμβρίου και του Οκτωβρίου, προαναγγέλλουν μια πρωτόγνωρη διάσταση, καθώς ανέδειξαν στοιχεία ρήξης με τις διαδικασίες υποκειμενοποίησης των προηγούμενων κινηματικών κύκλων. Η έννοια του sumud -της ανυποχώρητης επιμονής- πυροδότησε διεκδικήσεις και μορφές πάλης που μπορούν να μετατοπίσουν το κέντρο βάρους: από την άρνηση της θυματοποίησης (απέναντι στην πατριαρχική βία, τη ρατσιστική καταστολή, τον οικοκτόνο καπιταλισμό), σε μια μορφή αντίστασης που δεν κάμπτεται και συγκροτεί μια υλική παγκόσμια αλληλεγγύη, ακόμη και απέναντι στην ακραία βία της γενοκτονίας.
Παράλληλα, χρησιμοποιώντας την αναλυτική κατηγορία «παγκόσμιο Ισραήλ», αυτό το κίνημα προσδιορίζει τις επιπτώσεις του πολεμικού καθεστώτος. Αυτό το σχήμα συμπυκνώνει, επομένως, μια συνολική αντιπαράθεση στα σχέδια επανεξοπλισμού, στις εξορυκτικές και αποικιακές πολιτικές, στην επίθεση στα κοινωνικά δικαιώματα, στους αυταρχικούς μηχανισμούς, στην επαναβεβαίωση της πατριαρχικής οικογένειας, στις πολιτικές στοχοποίησης των μεταναστών και των κοινοτήτων, τόσο στις ΗΠΑ όσο και στην Ευρώπη. Η γενοκτονία στη Γάζα και οι προτάσεις για «εκεχειρία», «ειρήνη» ή «ανοικοδόμηση», εκλαμβάνονται, με άλλα λόγια, ως μια τρομερή και προφανώς οριακή προοικονομία των τάσεων που κατευθύνουν τους χωρικούς και χρονικούς μετασχηματισμούς στους οποίους αναφερθήκαμε. Μέσα από τη σύγκρουση της «παγκόσμιας Παλαιστίνης» με το «παγκόσμιο Ισραήλ» αναδύεται ένα νέο παράδειγμα: ένας ανταγωνισμός που διαπερνά σύνορα και ταυτότητες, αντιπαραθέτοντας την κοινωνική αναπαραγωγή από τα κάτω στην πολεμική οικονομία, τη φροντίδα στην καταστροφή, την αλληλεγγύη στον διαρκή πόλεμο. Όπως πολλές άλλες σε όλο τον κόσμο, αυτή η κινητοποίηση δείχνει ότι, πέρα από τις παγκόσμιες ροές που πυροδοτούν τα κινήματα, απαιτείται η συγκρότηση υλικών ερεισμάτων: κινηματικών υποδομών, εδαφικών ριζωμάτων, χώρων πολιτικής ανασύνθεσης και οργάνωσης. Χρειάζεται ένα οικοσύστημα πρακτικών, χρονικοτήτων και μορφών συντονισμού και αυθορμητισμού που συνυπάρχουν και τροφοδοτούνται αμοιβαία. Σε αυτή ακριβώς την ένταση μπορεί να αναδυθεί ένας υλικός διεθνισμός, συγκροτημένος μέσα από μπλόκα, απεργίες και δικτυώσεις. Η σύγκρουση σήμερα διεξάγεται ανάμεσα στην υλικότητα των σωμάτων στις πλατείες και τις ψηφιακές ροές της πληροφορίας.
Ίσως, υπό το πρίσμα αυτής της ποιοτικής μετατόπισης, μπορούμε να υποθέσουμε ότι μια νέα κινηματική αλληλουχία έχει ξεκινήσει. Από το Μπαγκλαντές, όπου το 2024 οι νεολαιίστικες εξεγέρσεις εξανάγκασαν σε παραίτηση την πρωθυπουργό Σέιχ Χασίνα -με προοίμιο τη Σρι Λάνκα το 2022, όπου η λαϊκή οργή γκρέμισε τη δυναστεία Ραγιαπάκσα- περνώντας από τις διαδηλώσεις στην Ταϊλάνδη και την Ινδονησία στα τέλη Αυγούστου, στο Νεπάλ στις αρχές Σεπτεμβρίου, και έπειτα στη Μαδαγασκάρη, το Μαρόκο και την Ιταλία. Αυτή που τα κυρίαρχα μέσα αποκαλούν «Γενιά Z» συγκροτεί, σε πολλά από αυτά τα πλαίσια, το αναδυόμενο υποκείμενο αυτής της νέας φάσης. Μια νεολαία επισφαλής και υπερδικτυωμένη, διεθνική στην κουλτούρα και στην ίδια της την ύπαρξη, μεγαλωμένη μέσα στην κλιματική κρίση και την κατάρρευση των δυτικών βεβαιοτήτων. Η οργή της, αλλά και η πολιτική της επινοητικότητα, διατρέχει τις ηπείρους και εκφράζεται με πολλαπλές μορφές, μαρτυρώντας την ύπαρξη μιας κοινής επιθυμίας για αναγνώριση: το αποδεικνύει η κυκλοφορία συμβόλων και στρατηγικών που υιοθετούνται σε τόπους κοντινούς και μακρινούς, τροφοδοτώντας την αίσθηση ότι η ανατροπή είναι εφικτή.
Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις, οι διαδικασίες πολιτικής υποκειμενοποίησης εμπλέκουν μια νέα υποκειμενικότητα που εκφράζει μια νέα, ετερογενή ταξική σύνθεση. Ένας κύκλος αγώνων που φαίνεται να έχει την Ασία ως χώρο της νέας προωθητικής ορμής και τη «γενιά Z» ως την κινητήριο δύναμη, σκιαγραφώντας ένα νέο εργαστήριο διεθνισμού. Τα αίτια αυτών των κινημάτων, αν και συχνά εντοπισμένα στα εθνικά τους πλαίσια, μοιράζονται κοινούς παρονομαστές. Ό,τι συμβαίνει σε ένα πεδίο γίνεται έμπνευση για το άλλο. Δεν βρισκόμαστε μπροστά σε άμεσους οργανωτικούς δεσμούς, αλλά στη μεταδοτικότητα μιας δυνατότητας για ανατροπή. Αυτή είναι η ίδια η λογική του επαναπροσδιορισμένου διεθνισμού: όχι ένας κεντρικός συντονισμός, αλλά μια σύνδεση συμβολική, συναισθηματική και πολιτική ανάμεσα σε αγώνες αυτόνομους, που όμως συνομιλούν μεταξύ τους.
Ακόμη και αν η εποχή των ιστορικών εργατικών Διεθνών έχει παρέλθει, ο διεθνισμός παραμένει η αναγκαία μορφή της πολιτικής του μέλλοντος. Στο παρόν, οφείλει να επανεφευρεθεί, ώστε να μην εκφυλίζεται σε μια αφηρημένη αλληλεγγύη μεταξύ εθνών ή λαών, αλλά να συγκροτείται ως πρακτική διασύνδεσης ανάμεσα σε αγώνες που διαπερνούν σύνορα, χρονικότητες, μέσα και γλώσσες. Ο συγχρονισμός των αντιστάσεων μέσα σε έναν απορυθμισμένο χρόνο και η οικοδόμηση μιας παγκόσμιας πολιτικής οικολογίας των αγώνων, οφείλει εδώ, στα καθ’ ημάς, να αναμετρηθεί με την απονοηματοδότηση του λόγου και την παρακμή των μηχανισμών των δυτικών φιλελεύθερων δημοκρατιών. Μια απογύμνωση που επιβεβαιώνεται από την ανυπόστατη αξίωση μιας «πολεμοχαρούς Ευρώπης» και από την κατασκευασμένη εικόνα του Τραμπ ως παγκόσμιου ειρηνοποιού: αμφότερες, άλλωστε, φέρνουν στην επιφάνεια τον σκληρό πυρήνα του δυτικού φιλελεύθερου αφηγήματος. Δεν είναι τυχαίο, λοιπόν, ότι το διεθνές δίκαιο, του οποίου η αποικιακή δομή έχει ορθώς καταγγελθεί, διαδραμάτισε σημαντικό ρόλο τα τελευταία δύο χρόνια. Μια σειρά από μη δυτικές χώρες δοκίμασαν τις αντοχές του διεθνούς δικαίου, καταγγέλλοντας τη γενοκτονία στη Γάζα και, ευρύτερα, το καθεστώς ατιμωρησίας που απολαμβάνει το Ισραήλ από την ίδρυσή του, αναδεικνύοντάς το ως την ενσάρκωση του δυτικού φιλελεύθερου παραδείγματος. Με αυτόν τον τρόπο, το διεθνές δίκαιο μετατράπηκε σε πεδίο σύγκρουσης, και ο απόηχος αυτής της σύγκρουσης αντήχησε στις πλατείες του φθινοπώρου, στην απεργία και στην πρακτική των αποκλεισμών. Αφού γίναμε μάρτυρες μιας γενοκτονίας σε ζωντανή μετάδοση επί δύο χρόνια, η κατάφωρη παραβίαση του διεθνούς δικαίου που ανέδειξε η δράση της Flotilla έριξε και τις τελευταίες μάσκες. Από τη Μαδαγασκάρη ως τη Γάζα, από το Μιλάνο ως την Τζακάρτα, από το Μαρόκο ως την Ινδονησία, το διακύβευμα παραμένει το ίδιο: να ανασυγκροτήσουμε δεσμούς, να χαρτογραφήσουμε τις αρθρώσεις, να επινοήσουμε οργανωτικές μορφές στο ύψος του παρόντος, χωρίς να υποκύψουμε στον πειρασμό της αναπαραγωγής παλαιών σχημάτων.