Ο Tocqueville  στο Καπιτώλιο

Του Gigi Roggero*

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 24 Φεβρουαρίου του 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista.

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας

Η κριτική της δημοκρατίας που αναπτύσσεται στο παρόν κείμενο εγγράφεται σε μια θεωρητική και πολιτική παράδοση που, από τον ιταλικό εργατισμό έως τον μεταεργατισμό, επιχειρεί να αντιστρέψει το βλέμμα της πολιτικής ανάλυσης: όχι από την πρωτοκαθεδρία του κράτους και τις θεσμικές του μορφές, αλλά από τη σύνθεση της ζωντανής εργασίας και τον ταξικό ανταγωνισμό. Από τον Μάριο Τρόντι έως τον Τόνι Νέγκρι, το επίδικο δεν είναι οι μορφές αντιπροσώπευσης, αλλά η σχέση ανάμεσα στην υποκειμενική ρήξη και τις «αντικειμενικές» νομοτέλειες του κεφαλαίου. Η καπιταλιστική ανάπτυξη δεν καθορίζεται από την «αυτόνομη» λογική της, αλλά από την ανταγωνιστική πρωτοβουλία της εργασίας που την διαρρηγνύει και την ανασυνθέτει. Ο μεταεργατισμός, μετατοπίζοντας το πεδίο στην εποχή της άυλης και κοινωνικής παραγωγής, ανέδειξε το πλήθος και τη γενική διάνοια (General Intellect) ως κεντρικές μορφές της σύγχρονης παραγωγικότητας και σύγκρουσης. Σε αυτό το θεωρητικό πλαίσιο, η δημοκρατία δεν αντιμετωπίζεται ως ουδέτερη ή καθολική μορφή πολιτικής οργάνωσης, αλλά ως ιστορικό πεδίο σύγκρουσης και, ταυτόχρονα, ως μηχανισμός ενσωμάτωσης και αποπολιτικοποίησης της κοινωνικής δύναμης. Η έμφαση μετατοπίζεται έτσι από τις θεσμικές μορφές αντιπροσώπευσης στη δύναμη της ταξικής σύνθεσης των υποκειμένων που παράγουν, συνεργάζονται και αγωνίζονται. Υπό αυτή την οπτική, η σημερινή «δημοκρατική» συνθήκη —στις μοναρχικές, ολιγαρχικές ή τεχνοκρατικές εκδοχές της— δεν αποτελεί απλώς εκτροπή, αλλά έκφραση ενός καθεστώτος που επιχειρεί να συλλάβει και να περιορίσει τη συλλογική ευφυία. Η πολιτική πρόκληση που αναδύεται δεν είναι η επιστροφή σε μια «καλύτερη» δημοκρατία, αλλά η επινόηση μορφών οργάνωσης και αγώνα ικανών να απελευθερώσουν τη συντακτική δύναμη πέρα από τα όρια της αντιπροσώπευσης και της κρατικής διαμεσολάβησης.

Το άρθρο που δημοσιεύουμε σήμερα εντάσσεται στη θεματική ενότητα «freccia tenda cammello» (Βέλος – Σκηνή – Καμήλα) του περιοδικού Machina. Στο πλαίσιο του εργατισμού, και συγκεκριμένα στη σκέψη του Μάριο Τρόντι (κυρίως στο Sull’autonomia del politico), το σχήμα «Βέλος – Σκηνή – Καμήλα» αποτελεί μια αλληγορία για την πολιτική στρατηγική και την ιστορική κίνηση. Το Βέλος (Freccia) συμβολίζει την υποκειμενική εκτόξευση, την καθαρή πολιτική βούληση και την κατεύθυνση της επίθεσης. Είναι η δύναμη της ρήξης που σημαδεύει το μέλλον. Η Σκηνή (Tenda) αντιπροσωπεύει την οργάνωση και τον προσωρινό σταθμό. Είναι το σημείο όπου η υποκειμενικότητα «στρατοπεδεύει», συγκροτείται σε σώμα και προετοιμάζει το επόμενο χτύπημα. Δεν είναι ένα μόνιμο κράτος, αλλά μια βάση εφόρμησης. Η Καμήλα (Cammello) συμβολίζει την αντικειμενική τάση και το βάρος της ιστορικής συνθήκης. Είναι η αργή, υπομονετική κίνηση της οικονομίας και των υλικών συσχετισμών που «μεταφέρει» την οργάνωση μέσα στην «έρημο» του καπιταλισμού. Για τον Τρόντι, η τραγωδία της αριστεράς είναι ότι συχνά έχει την «καμήλα» (την αντικειμενική διαδικασία) αλλά της λείπει το «βέλος» (η υποκειμενική ρήξη). Η αυτονομία του πολιτικού έγκειται στην ικανότητα του υποκειμένου να χρησιμοποιεί την καμήλα για να μεταφέρει τη σκηνή, ενώ ταυτόχρονα διατηρεί την ικανότητα να εκτοξεύει το βέλος που θα ανατρέψει την πορεία της ερήμου. Στο παρόν κείμενο η ανάγκη για «νέα φαντασία» και «περισσότερη τέχνη παρά επιστήμη» είναι ουσιαστικά η αναζήτηση ενός νέου Βέλους που θα ξεφύγει από την αργή και προβλέψιμη κίνηση της Καμήλας (της αντικειμενικής τάσης του Μαρξ).

                                                                                 ***

Πρόλογος machina

Όποιος έχει διαβάσει τον Αλέξις ντε Τοκβίλ γνωρίζει ότι δημοκρατία και ελευθερία δεν είναι συνώνυμα· αντιθέτως, η πρώτη κινδυνεύει να καταβροχθίσει τη δεύτερη. Αυτός ο συλλογισμός ισχύει και σήμερα για την ανάλυση του φαινομένου Ντόναλντ Τραμπ: η αυταρχική στροφή, μάλιστα, δεν αποτελεί παρέκκλιση από τη δημοκρατική πορεία, αλλά μια δυνατότητα εγγεγραμμένη στην πλήρη ανάπτυξή της, όπως παρατηρεί ο Τζίτζι Ροτζέρο. Εάν ο Λεβιάθαν δεν μπορεί πλέον να εγγυηθεί την ασφάλεια, μπορεί τουλάχιστον να υποσχεθεί την ατιμωρησία μέσα στην φυσική κατάσταση και να επιτρέψει την εκτόνωση του μίσους που συσσωρεύτηκε λόγω της φτωχοποίησης. Υπό αυτή την οπτική, ο τραμπισμός εμφανίζεται ως το ανώτατο στάδιο του δημοκρατισμού. Επανεκτιμώντας τις θέσεις της Αυτοκρατορίας, όπως διατυπώθηκαν από τους Μάικλ Χαρντ και Τόνι Νέγκρι με αφετηρία τον Πολύβιο και την ανάλυσή του για τις συνταγματικές μορφές, ο Ροτζέρο υποστηρίζει ότι η δημοκρατία, έχοντας καταστεί μια εξουσία ολοκληρωτική, έχει εγκολπώσει και επαναπροσδιορίσει τις τρεις κλασικές μορφές διακυβέρνησης. Σήμερα έχουμε λοιπόν, μια μοναρχική δημοκρατία (η Αμερική του Ντόναλντ Τραμπ και η Ρωσία του Βλαντιμίρ Πούτιν), μια ολιγαρχική δημοκρατία (η Κίνα του Σι Τζινπίνγκ) και μια τεχνοκρατική δημοκρατία (η Ευρωπαϊκή Ένωση).

 Γι’ αυτόν τον λόγο, σήμερα περισσότερο από ποτέ, είναι απαραίτητη η τέχνη της πολιτικής: μόνο μια φαντασία ικανή να σπάσει τον δημοκρατικό κομφορμισμό μπορεί να μας αποσπάσει από τον Λεβιάθαν της.

                                                                          ***

«Όποιος αναζητά στην ελευθερία οτιδήποτε άλλο εκτός από την ίδια, είναι πλασμένος για να υπηρετεί». A. de Tocqueville

Ελευθερία και δημοκρατία, δημοκρατία και ελευθερία. Ιδού τα δύο τοτέμ που, από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, έχουν προσλάβει την ισχύ ενός αξιώματος. Κανείς σήμερα, από το έδρανο ενός κοινοβουλίου ή από το πολύ πιο επιδραστικό σαλόνι ενός talk show, δεν θα διανοούνταν να πει: είμαι κατά της ελευθερίας και κατά της δημοκρατίας. Με την πρώτη έχουμε ήδη αναμετρηθεί αλλού, όπου και παραπέμπουμε (Per la critica della libertà, DeriveApprodi 2023). Με τη δεύτερη καταπιανόμαστε συνεχώς, και οφείλουμε να συνεχίσουμε να το κάνουμε.

Καταρχάς, λέγοντας ότι οι δύο αυτοί αξιωματικοί όροι όχι μόνο δεν είναι συνώνυμοι, αλλά μπορεί ακόμη και να βρίσκονται σε αντίθεση μεταξύ τους. Όποιος έχει διαβάσει το αριστούργημα πολιτικής κοινωνιολογίας του Αλεξίς ντε Τοκβίλ, Η Δημοκρατία στην Αμερική, το γνωρίζει καλά. Ο οξυδερκής Γάλλος αριστοκράτης, παρατηρώντας την πλήρη ανάπτυξή της στα πολιτικά «παρθένα» εδάφη στην άλλη πλευρά του Ατλαντικού, προειδοποιεί με αξιοσημείωτη διορατικότητα ότι η δημοκρατία κινδυνεύει να καταβροχθίσει την ελευθερία. Ανακαλώντας τη διαφωτιστική εισαγωγή του Umberto Coldagelli (Ουμπέρτο Κολντατζέλι) στην έκδοση των Πολιτικών Κειμένων, Σημειώσεων και Λόγων του Τοκβίλ, μπορούμε να υποστηρίξουμε ότι υφίσταται ένας «ουσιαστικός δυϊσμός μεταξύ δημοκρατίας και ελευθερίας». Από εδώ αναδύεται η φιγούρα του homo democraticus, μιας εντελώς νέα ανθρώπινης οντότητας, αδιάφορης για τα πολιτικά πάθη, που έχει ανάγκη από ασφάλεια, προσκολλημένη στην ιδιοκτησία και εμφορούμενη αποκλειστικά από την επιδίωξη των «υλικών απολαύσεων» που προσφέρουν οι —συχνά ριψοκίνδυνες— δραστηριότητες του εμπορίου και της βιομηχανίας. Γι’ αυτό, η γλυκιά τυραννία της δημοκρατικής πλειοψηφίας είναι, στους εφιάλτες του μεγάλου στοχαστή και φιλελεύθερου αγωνιστή, πολύ πιο επικίνδυνη από τη βάναυση δικτατορία των ολίγων.

Ας κοντοσταθούμε για μια στιγμή, αφήνοντας αυτές τις υψηλές στοχαστικές αναφορές να εκραγούν μέσα στην ευτέλεια του παρόντος. «Ο λαός μας ψήφισε και εμείς κυβερνάμε», δηλαδή «η πλειοψηφία είναι μαζί μας και άρα έχουμε δίκιο»: αυτό είναι το καθημερινό μοτίβο της δεξιάς που βρίσκεται στην εξουσία. Οι αριστερές δυνάμεις αντιδρούν, υπερασπιζόμενες την αντιπροσωπευτική δημοκρατία που κατά τη γνώμη τους κακοποιείται, υπενθυμίζοντας τον ρόλο του κοινοβουλίου και επικαλούμενες τον σεβασμό προς την αντιπολίτευση. Από τη μία πλευρά μια στενά συντεχνιακή αντίληψη, από την άλλη μια αφηρημένα οικουμενική: αμφότερες μας οδηγούν σε αδιέξοδο. Το γεγονός ότι αυτός ο «λαός», πάνω στον οποίο στηρίζεται η κυβέρνηση για τη νόμιμη άσκηση της εξουσίας της, αποτελεί αριθμητικά μια ισχνή μειοψηφία —και θα γίνεται ολοένα και περισσότερο, καθώς αυξάνεται δομικά η αποχή— είναι σίγουρα ένα αντεπιχείρημα, όμως δεν είναι το αποφασιστικό. Το κεντρικό σημείο είναι, αντίθετα, η ίδια η έννοια της πλειοψηφίας. Ο λαός υποβιβάζεται σε ένα αριθμητικό άθροισμα μονάδων, που καλούνται περιοδικά να εκφραστούν μέσω της ψήφου. Δεν έχει σημασία από ποιους αποτελείται αυτός ο λαός και αν σχηματίζει ή όχι ένα συλλογικό σώμα, διότι πάνω στα ψηφοδέλτια τα υποκείμενα εξαφανίζονται και μετατρέπονται σε σταυρούς προς καταμέτρηση. Απογυμνωμένη από κάθε υποκειμενικότητα, η πλειοψηφία εκπίπτει σε μια αποσαρκωμένη μορφή του γενικού συμφέροντος.

Εμβαθύνοντας σε αυτή την τοκβιλιανή επανερμηνεία, καθίσταται σαφές ότι η αυταρχική στροφή του παρόντος δεν αποτελεί παρέκκλιση από τη δημοκρατική τροχιά, αλλά αντίθετα, μια δυνατότητα εγγεγραμμένη στην πλήρη ανάπτυξή της. Από την άλλη πλευρά, θα έπρεπε να αποτελεί ιστορικά γνωστή αλήθεια ότι ο φασισμός και ο ναζισμός ανήλθαν στην εξουσία μέσω της δημοκρατικής οδού, με την πολυδιαφημισμένη συναίνεση των πλειοψηφιών. Και θα έπρεπε να είναι μια εύκολα επαληθεύσιμη αλήθεια ότι οι σημερινές πλειοψηφίες, αν είχαν την ευκαιρία, θα επικροτούσαν τα πλέον ειδεχθή εγκλήματα — για παράδειγμα, τις συνοπτικές εκτελέσεις εχθρών που υποδεικνύονται κάθε φορά από την κοινή γνώμη. Όποιος διατηρεί αμφιβολίες, μπορεί να κάνει μια γρήγορη βόλτα στη «δημοκρατία» των κοινωνικών δικτύων, των καφενείων της επαρχίας και των αστικών λεωφορείων. Εν ολίγοις, η ιδέα ότι η πλειοψηφία έχει δίκιο είναι ένα ψευδές και εξαιρετικά επικίνδυνο αξίωμα.

Αν θέλουμε να καταλάβουμε κάτι για τον Τραμπ, ας ακούσουμε ξανά τον Κολντατζέλι: «Τα άτομα, που τώρα τοποθετούνται (τυπικά) το ένα δίπλα στο άλλο, και όχι πλέον το ένα πάνω ή κάτω από το άλλο, βιώνουν τη μόνιμη απόσταση μεταξύ πλούτου και φτώχειας ως κάτι το “συμπτωματικό”, ενώ (υλικά) η ξενικότητα μεταξύ αφέντη και δούλου τείνει να βαθαίνει αμετάκλητα». Ο Αμερικανός μεγιστάνας αποτελεί, λοιπόν, το πιο πρόσφατο και ειδεχθές παράδειγμα εκείνου του δημαγωγού προς τον οποίο ρέπει από τη φύση του ο δημοκρατικός κομφορμισμός. Είναι το προσωπείο του αφέντη με το οποίο ο δούλος νομίζει ότι μπορεί να ταυτιστεί. Για ορισμένους, είναι το όνειρο μιας ανανεωμένης μεγαλοσύνης που θα απαλείψει το «ατύχημα» που έπληξε την Αμερική επιτρέποντάς τους να καρπωθούν ξανά τα οφέλη του. Άλλοι, ίσως η πλειοψηφία, σίγουρα όσοι περιγράφονται στην Αμερικανική Ελεγεία, έχουν πλέον παραιτηθεί από το μεγάλο όνειρο: γι’ αυτούς αρκεί το μικρό όνειρο να γίνουν ICE (πράκτορες της υπηρεσίας δίωξης μεταναστών) και να εκτονώσουν το μίσος που συσσωρεύτηκε στις δικές τους ζωές της φτωχοποίησης. Αν ο Λεβιάθαν αδυνατεί πλέον να εγγυηθεί την ασφάλεια, ας τους προσφέρει τουλάχιστον την ατιμωρησία στη φυσική κατάσταση. Εν ολίγοις, ο τραμπισμός ως το ανώτατο στάδιο του δημοκρατισμού, θα έλεγε κανείς.

Μοναρχική, ολιγαρχική και τεχνοκρατική δημοκρατία

Στο μεταίχμιο της χιλιετίας, ο Τόνι Νέγκρι και ο Μάικλ Χαρτ υπέθεσαν, στο έργο τους Αυτοκρατορία, μια πυραμίδα τριών επιπέδων μέσω της οποίας διαρθρωνόταν η παγκόσμια συγκρότηση: στην κορυφή η αμερικανική υπερδύναμη, κάτω από αυτήν μια ομάδα εθνών-κρατών που ρυθμίζουν τις διεθνείς ανταλλαγές, και στη βάση ένα ετερογενές σύμπλεγμα ενώσεων που αναπτύσσουν μια πολιτισμική ισχύ. Ανακαλώντας την ανάλυση του Πολύβιου για τη Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία, υποστήριζαν ότι η νέα αυτοκρατορία ήταν συγκροτημένη – τηρουμένων των αναλογιών (mutatis mutandis) – από μια λειτουργική ισορροπία μεταξύ αυτών των τριών μορφών εξουσίας: τη μοναρχική ενότητα της εξουσίας με το παγκόσμιο μονοπώλιο της βίας· τις αρθρώσεις της αριστοκρατίας μέσω των πολυεθνικών και των εθνών-κρατών· τη δημοκρατική εκπροσώπηση των comitia (λαϊκών συνελεύσεων) που ενσωματώνεται στα έθνη-κράτη, τις ΜΚΟ, τα media και τους λοιπούς «λαϊκούς» οργανισμούς. Στον αγώνα της ενάντια στην αυτοκρατορία, σύμφωνα με τους συγγραφείς, το πλήθος εξέφραζε μια δημοκρατική αντιεξουσία, στην απόλυτη σπινοζική της μορφή.

Δεν είναι εδώ ο τόπος και πιθανότατα ούτε η στιγμή για να συζητηθεί μια υπόθεση τέτοιας εξαιρετικής σημασίας, η οποία είχε την αδιαμφισβήτητη ικανότητα να καταστεί σημείο αναφοράς του παγκόσμιου διαλόγου και να προσφέρει θεωρητικά και πολιτικά εργαλεία στα διεθνή κινήματα. Το ζήτημα που μας φαίνεται τώρα κρίσιμο είναι αν η δημοκρατία μπορεί να αποτελέσει το κεντρικό πεδίο του πολιτικού διακυβεύματος, δηλαδή αν μπορεί να επανανοηματοδοτηθεί συγκεκριμένα και όχι μόνο θεωρητικά. Αν αναφερόμαστε σε μια απλή τακτική και εργαλειακή χρήση, αφήνουμε το ζήτημα ανοιχτό στις θεμιτές συγκυριακές ανάγκες. Αν όμως ως πολιτική εννοούμε τη δυνατότητα παρέμβασης και μετασχηματισμού των υλικών συσχετισμών δύναμης, αμφιβάλλουμε σφόδρα. Η έννοια της δημοκρατίας είναι, πράγματι, μια έννοια η οποία, μέσα στο κενό της, αποδεικνύεται ιστορικά κορεσμένη. Ως αντικείμενο εκτεθειμένο σε μια συνεχή τυπική επανανοηματοδότηση, παραμένει αδιαπέραστη από οποιαδήποτε ουσιαστική ανασηματοδότηση. Διότι, στον πυρήνα της, είναι αυτό που ήδη ο Τοκβίλ είχε διακρίνει: ο κατ’ εξοχήν μηχανισμός αποπολιτικοποίησης, πλασμένος πάνω στη διαδικασία ομογενοποίησης και ισοπέδωσης του ατόμου-μάζα.

Ας προχωρήσουμε ένα βήμα παραπέρα και – si parva licet (αν επιτρέπεται η σύγκριση των μικρών με τα μεγάλα) – ας δοκιμάσουμε να αναδιατυπώσουμε, τουλάχιστον προσωρινά, την υπόθεση των Νέγκρι και Χαρτ, εκκινώντας από μια παραδοχή: η δημοκρατία, στην ολοκληρωτική της συγκρότηση, έχει υπαγάγει και επανακαθορίσει σε παγκόσμιο επίπεδο τις επιμέρους εξουσίες. Υπάρχει μια μοναρχική δημοκρατία – που εκπροσωπείται ανάγλυφα από την τυραννία του Πούτιν και τον «Βασιλιά Τραμπ». Υπάρχει μια ολιγαρχική δημοκρατία – αρκεί να σκεφτεί κανείς τη «δημοκρατία με κινεζικά χαρακτηριστικά» για την οποία μιλά ο Σι Τζινπίνγκ. Υπάρχει μια τεχνοκρατική δημοκρατία – στην ανίσχυρη ευρωπαϊκή της εκδοχή (δεν είναι τυχαίο ότι, την περασμένη δεκαετία, εκεί όπου ασκήθηκε η εξουσία της Τρόικας, άνθισαν οι κακώς αποκαλούμενες «λαϊκιστικές» αντιδράσεις, από την Ιταλία και τη Γαλλία έως την Ουγγαρία).

Βρισκόμαστε λοιπόν εδώ, μέσα στην στάσιμη καταιγίδα ενός παρόντος όπου ούτε η επιστημονική φαντασία ούτε η κωμωδία μοιάζουν πια εφικτές. Όχι λόγω απουσίας της ελευθερία του λόγου– αντιθέτως, οι λέξεις περισσεύουν και είναι σχεδόν όλες άχρηστες. Συμβαίνει απλώς επειδή η πραγματικότητα που προανήγγειλε ο Ντικ και το cyberpunk μετατράπηκε σε ανιαρή ειδησεογραφία, ενώ οι καλλιτεχνικές πρωτοπορίες του καμπαρέ καταβροχθίστηκαν από τυράννους της επιθεώρησης.

Η τέχνη ενάντια στην επιστήμη

Στον λόγο του προς την Ακαδημία Ηθικών και Πολιτικών Επιστημών το 1852, αμέσως μετά το πραξικόπημα του Λουδοβίκου Βοναπάρτη, ο Τοκβίλ στοχάζεται φωναχτά:

Στην πολιτική υπάρχουν δύο πλευρές που δεν πρέπει να συγχέονται, η μία είναι σταθερή και η άλλη μεταβάλλεται. Η πρώτη βασίζεται στην ίδια την ανθρώπινη φύση, στα συμφέροντα και στις ανάγκες μας –όπως αυτές αποκαλύπτονται από τη φιλοσοφία και την ιστορία– καθώς και στα ένστικτά μας, που αλλάζουν αντικείμενο ανάλογα με την εποχή χωρίς να αλλάζουν φύση, όντας εξίσου αθάνατα με το ανθρώπινο γένος· η πρώτη πλευρά μας διδάσκει ποιοι είναι οι νόμοι οι πλέον κατάλληλοι για τη γενική και μόνιμη κατάσταση της ανθρωπότητας. Όλο αυτό είναι η επιστήμη. Και έπειτα, υπάρχει μια μάχιμη πολιτική πρακτική, που παλεύει με τις καθημερινές δυσκολίες, μεταβάλλεται ανάλογα με τις συμπτώσεις, μεριμνά για τις προσωρινές ανάγκες της στιγμής, εκμεταλλευόμενη τα εφήμερα πάθη των ανθρώπων. Αυτή είναι η τέχνη της διακυβέρνησης. Η τέχνη διαφέρει βεβαίως από την επιστήμη, η πράξη αποκλίνει από τη θεωρία, δεν το αρνούμαι καθόλου· μάλιστα θα προχωρήσω παραπέρα, αν θέλετε, και θα παραδεχτώ ότι, κατά τη γνώμη μου, η υπεροχή στη μία δεν αποτελεί εγγύηση επιτυχίας στην άλλη. Πράγματι, η τέχνη της γραφής καλλιεργεί σε όσους την ασκούν επί μακρόν νοητικές συνήθειες ελάχιστα ευνοϊκές για τον χειρισμό των υποθέσεων. Τους καθιστά δέσμιους της λογικής των ιδεών, την ώρα που ο όχλος δεν υπακούει παρά μόνο στη λογική των παθών. Τους ωθεί προς το εκλεπτυσμένο, το λεπτό, το ευφυές και το πρωτότυπο, ενώ εκείνο που κινεί τον κόσμο είναι οι χονδροειδείς κοινοτοπίες.

Στη διαθήκη του ηττημένου αριστοκράτη αγωνιστή, του νικημένου που γράφει την ιστορία, βρίσκουμε κι άλλους πολύτιμους λίθους. Οι μαρξιστές που, στα μέρη μας, επαναλαμβάνουν με ανόητη έπαρση «ο Μαρξ είχε δίκιο», δεν αντιλαμβάνονται ότι σε αυτό ακριβώς το «δίκιο» έγκειται το μεγάλο πολιτικό του όριο. Είναι το δίκιο μιας αντικειμενικής τάσης πάνω στην υποκειμενική δύναμη ανατροπής της· είναι το δίκιο της επιστήμης της οικονομίας ενάντια στην τέχνη της πολιτικής. Είναι το δίκιο του Μαρξ ενάντια στον Λένιν, η εκδίκηση του Κεφαλαίου πάνω στο Τι να κάνουμε;.Και είναι η επικράτηση της δημοκρατικής μαζικοποίησης έναντι της επαναστατικής υποκειμενικότητας. Είναι το «δίκιο» που μας οδηγεί στον Τραμπ, τον γκροτέσκο δημοκρατικό μονάρχη, στο πρόσωπο του οποίου ανασυντίθεται το πρωτόγονο φαντασιακό του ανθρώπου-μάζα. Make American Democracy Great Again. Εδώ καταλήξαμε λοιπόν, αγαπημένε γερο-Αλέξις.

Όποιος επιθυμεί να μετασχηματίσει έναν κόσμο που αρκεί μια ματιά για να τον μισήσεις, οφείλει να βρει τις υλικές οδούς για να διαψεύσει στην πράξη τον Μαρξ και τον Τοκβίλ. Σε αυτό το σημείο επείγει μια νέα φαντασία: νέα φαντασία εννοιών και υποθέσεων, νέα φαντασία πιθανών πρακτικών, νέα θεσμική φαντασία. Χρειάζεται περισσότερη τέχνη παρά επιστήμη –ή μια τέχνη ενάντια στην επιστήμη– διότι ο δημοκρατικός Λεβιάθαν δεν έχει πλέον ανάγκη να ορθώνεται εναντίον μας ως ένα τρομακτικό θαλάσσιο κήτος: έχει πλέον υφαρπάξει αθόρυβα το πνεύμα μας.

                                                                                   ***

* Ο Gigi Roggero είναι υπεύθυνος σύνταξης του εκδοτικού οίκου DeriveApprodi. Στρατευμένος αρθρογράφος και επιμελητής της ενότητας freccia tenda cammello (Βέλος – Σκηνή – Καμήλα) στο περιοδικό Machina. Από τις εκδόσεις DeriveApprodi κυκλοφορούν τα έργα του: Elogio della militanza (Εγκώμιο της στράτευσης, 2016), Il treno contro la Storia (Το τρένο ενάντια στην Ιστορία, 2017), L’operaismo politico italiano. Genealogia, storia e metodo (Ο ιταλικός πολιτικός εργατισμός: Γενεαλογία, ιστορία και μέθοδος, 2019), Per una critica della libertà. Frammenti di pensiero forte (Για μια κριτική της ελευθερίας: Ψήγματα ισχυρής σκέψης, 2023). Συμμετείχε επίσης στη συγγραφή των συλλογικών έργων: Futuro anteriore (Συντελεσμένος Μέλλοντας) και Gli operaisti (Οι Εργατιστές).