Epstein Files: Για την αδιόρθωτη φύση του cishet άνδρα (και της Δύσης)

της Maddalena Fragnito[1]

Το παρόν άρθρο της Maddalena Fragnito δημοσιεύτηκε στις 9 Φεβρουαρίου 2026 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο Effimera.

                                                                      ***

Όσα αναδύονται από τα λεγόμενα αρχεία Epstein —βασανιστήρια, κακοποιήσεις, βιασμοί, ύποπτες εξαφανίσεις και πιθανές δολοφονίες κοριτσιών, τράφικινγκ παιδιών, ατιμωρησία και διακομματικές συγκαλύψεις— δεν αποτελούν μια αλληλουχία «εξαιρετικών» εγκλημάτων, ούτε άλλη μια απόδειξη του εκφυλισμού των ελίτ. Πρόκειται για σημείο συμπύκνωσης πέρα από το οποίο γίνεται δύσκολο να συνεχίσουμε να προσποιούμαστε ότι οι μορφές σεξιστικής, ρατσιστικής και ταξικής βίας είναι ατομικές διαστροφές ή ξένες προς τις τεχνολογίες εξουσίας. Ακόμη και εδώ, η φρίκη δεν αποτελεί μια υπερβολή: είναι η συνεκτική γλώσσα μιας ανδρικής κυριαρχίας που ασκείται χωρίς όρια πάνω στα σώματα, στα εδάφη, στον χρόνο, στη ζωή και στον θάνατο.

Η συγκρότηση της Δύσης, εξάλλου, νοούμενη περισσότερο ως δομή αποικιακής κυριαρχίας παρά ως γεωγραφική οντότητα, αρθρωνόταν ανέκαθεν μέσα από τον έλεγχο των σωμάτων μας και τη διακυβέρνηση των ενορμήσεων: αποφασίζοντας ποια σώματα είναι διαθέσιμα, αναλώσιμα, παραβιάσιμα, και ποια αντιθέτως είναι άξια προστασίας, αδιαφάνειας, ασυλίας. Επομένως, το ζήτημα σχετικά με αυτά τα έγγραφα δεν είναι τόσο να ενδώσουμε σε έναν ηθικό πανικό —έναν μηχανισμό που η ίδια η υποδομή των εξουσιαστικών σχέσεων γνωρίζει καλά και χρησιμοποιεί προς όφελός της— αλλά η διερώτηση γύρω από αυτό που παραμένει ανείπωτο μέσα σε αυτόν τον πανικό. Το μη λεχθέν, επειδή βρίσκεται πολύ κοντά στην «καρδιά του σκότους» της ίδιας της εξουσίας: ο βιασμός ως υποδομή της καθεστηκυίας τάξης· η κακοποίηση ως πολιτική τεχνική πειθάρχησης.

Ωστόσο, εκείνο που με συγκλόνισε δεν είναι μόνο η φρίκη των καταγεγραμμένων γεγονότων και το πλέγμα διεθνών συμφερόντων που αναδύεται από αυτά —όπως λέγαμε, η ιδιοποίηση και ο βιασμός ως πολιτικές τεχνικές αποτελούν το μη ομολογημένο θεμέλιο του «δυτικού πολιτισμού»— όσο η απουσία αντίδρασης από την πλευρά πολλών συντρόφων. Άνδρες που αυτοπροσδιορίζονται ως αντικαπιταλιστές, αντι-αποικιοκράτες, επικριτές του σύγχρονου αυταρχισμού, οι οποίοι παραμένουν αλώβητοι μπροστά στις δομικές πτυχές αυτού που ονομάζουμε «ηγεμονία οχυρωμένη πίσω από τον καταναγκασμό». Αυτή η απουσία κατέστησε ακόμη πιο προφανή μια κοινή αντίδραση που νιώσαμε πολλές* [γυναίκες/θήλυκότητες] μπροστά στα δημοσιευμένα έγγραφα: τη ναυτία. Μια αίσθηση σωματικής και πολιτικής αποστροφής που έγινε επαναλαμβανόμενη λέξη στις κουβέντες μεταξύ συντροφισσών όταν σχολιάζουμε τα αρχεία. Είναι μια συλλογική φεμινιστική γνώση που περνά μέσα από το σώμα, μια μορφή κοινής αναγνώρισης, άμεσης και μη διαμεσολαβημένης, που σηματοδοτεί πώς η ανδρική κυριαρχία συνεχίζει να ασκείται ατιμώρητα.

Με αφετηρία αυτή τη σωματική απόκριση —αυτό που ο φεμινισμός έχει επεξεργαστεί ως ενσώματη γνώση— διερεύνησα τις αντιδράσεις, ή τις μη αντιδράσεις, των ανδρών γύρω μου, που ταλαντεύονται ανάμεσα στην υποτίμηση και τη μετατόπιση. Το να νιώθουμε ναυτία για τα αρχεία Epstein θα ήταν, υποτίθεται, «ένα αντανακλαστικό τύπου MAGA» και η δική μας στάση ως μια αντίδραση «ιδιοσυγκρασιακού» χαρακτήρα. Ή πάλι, θεωρείται πως δεν υπάρχει τίποτα να ειπωθεί: «ξέρουμε πόσο διεστραμμένες είναι οι ελίτ!». Ένα ανασήκωμα των ώμων σε στυλ TINA (There Is No Alternative – Δεν υπάρχει εναλλακτική), μεταφερμένο από τον νεοφιλελευθερισμό στην κουλτούρα του βιασμού.

Κι όμως, αυτή η στάση δεν είναι ουδέτερη. Και έχει μια ιστορία.

Επί δεκαετίες, η φεμινιστική σκέψη επιμένει σε ένα σημείο που συνεχίζει να απωθείται: ο διαχωρισμός μεταξύ ορθολογικότητας και σώματος είναι μια κατασκευή λειτουργική για την εξουσία. Η απόσταση, η ουδετερότητα, η ικανότητα να μην σε αγγίζει η ναυτία, υπήρξαν ιστορικά συμβολικές προϋποθέσεις της δυτικής ανδρικής υποκειμενικότητας: η καπιταλιστική πατριαρχία της λευκής υπεροχής λειτουργεί, άλλωστε, μέσα από μια διαφορική κατανομή της ευαλωτότητας. Παρά ταύτα, τα συναισθήματα δεν είναι ανορθολογικά κατάλοιπα, αλλά μορφές συλλογικού προσανατολισμού προς τον κόσμο, τρόποι με τους οποίους η εξουσία γίνεται κυριολεκτικά αισθητή πάνω στο δέρμα — και μετά από τρία χρόνια γενοκτονίας του παλαιστινιακού λαού σε streaming, αυτό θα έπρεπε να είναι πλέον προφανές.

Αν και τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης σπανίως αναφέρονται σε αυτό, στο υλικό που είναι σήμερα διαθέσιμο —πέρα από τη φρίκη των καταγεγραμμένων βιαιοτήτων— αναδύονται διασυνδέσεις ανάμεσα στον Jeffrey Epstein, το δίκτυο των σχέσεών του (όπου ξεχωρίζουν διανοούμενοι, διευθύνοντες σύμβουλοι και πολιτικοί, πέρα από τη σύντροφό του Ghislaine Maxwell) και διάφορους κρατικούς και παρακρατικούς μηχανισμούς, συμπεριλαμβανομένων κύκλων που συνδέονται με το Ισραήλ και τις ισραηλινές μυστικές υπηρεσίες (μεταξύ των οποίων οι Leslie Wexner, Robert Maxwell, Alan Dershowitz, Ehud Barak και Lord Mandelson)[2]. Σε δημοσιογραφικές και δικαστικές αναπαραστάσεις, ο Epstein εμφανίζεται ως διαχειριστής «ερωτικών παγίδων», ενταγμένος σε κυκλώματα ικανά να επηρεάζουν τομείς της αμερικανικής πολιτικής και κρίσιμους διπλωματικούς κόμβους[3]. Πρόκειται για ενδείξεις, εν μέρει ακόμη προς επαλήθευση, οι οποίες ωστόσο καταδεικνύουν τον βαθμό αδιαφάνειας και ατιμωρησίας εντός των οποίων αυτά τα πλέγματα μπόρεσαν να λειτουργούν για δεκαετίες. Αυτό που έχει σημασία εδώ είναι το γεγονός ότι η οργανωμένη σεξουαλική βία λειτουργεί ως μηχανισμός εκβιασμού των ελίτ, διακυβέρνησης και ρύθμισης του κόσμου από την πλευρά της κυρίαρχης τάξης, διαπερνώντας εθνικά σύνορα, θεσμούς και διεθνείς συμμαχίες: εν συντομία, είναι το αποτέλεσμα ταξικών σχέσεων.

Ο Epstein δεν αποτελεί εξαίρεση, αλλά έναν λειτουργικό κόμβο εντός ενός συστήματος όπου η κακοποίηση, η μυστικότητα και η εξουσία αλληλοτροφοδοτούνται. Κι ενώ οι ισχυροί έστηναν τα γεωπολιτικά τους παιχνίδια πάνω στη σκακιέρα του Risk, στο διπλανό δωμάτιο βασανίζονταν κορίτσια, τα οποία στα έγγραφα περιγράφονται με μια γλώσσα που υποβιβάζει τα σώματά τους σε «σφιχτούς κόλπους» — εξαναγκασμένα στη σιωπή υπό την απειλή να καταλήξουν «λίπασμα για τις τελευταίες εννέα τρύπες» — του γηπέδου του γκολφ, εννοείται.

Παρότι συντάχθηκαν για την προστασία των θυτών, όσα αναδύονται στα έγγραφα που δημοσιεύτηκαν από τα αρχεία του αμερικανικού Υπουργείου Δικαιοσύνης φαίνεται να μην αρκούν ακόμη για να καταστήσουν ορατό τον δεσμό ανάμεσα στα διεθνή πλέγματα των δυτικών συμφερόντων και την ανδρική κυριαρχία (σίγουρα δεν το περιμένουμε αυτό από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης, αλλά από τους συντρόφους ίσως θα ήταν πια η ώρα). Εδώ, μάλιστα, εντοπίζεται το σημείο της μέγιστης τριβής: αυτό που δεν περνά, αυτό που εκδιώκεται από τον λόγο επειδή είναι υπερβολικά εκθετικό. Όχι βέβαια λόγω περίσσειας φρίκης, αλλά επειδή βρίσκεται πολύ κοντά στην κανονική λειτουργία του συστήματος. Η απόσταση ανάμεσα σε αυτό που αντιμετωπίζεται ως κρατική υπόθεση και σε αυτό που παραμένει υποβιβασμένο σε «σκάνδαλο» δεν είναι τυχαία: αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της κανονικής λειτουργίας της ανδρικής κυριαρχίας. Διαφορετικά, δεν θα ήταν τόσο δύσκολο να κατανοήσουμε πώς η εκμετάλλευση ολόκληρων πληθυσμών είναι εγγενώς συνδεδεμένη με την ανδρική κυριαρχία, ούτε να αναγνωρίσουμε πως η εξόντωση του κόσμου πηγάζει από τη βία ενάντια σε σώματα τα οποία ο cishet άνδρας που βρίσκεται στην εξουσία θεωρεί ακόμα ότι μπορεί να διαθέτει ως ιδιοκτησία προς πώληση, κακοποίηση, θανάτωση.

Όταν τα Αρχεία Epstein υποβαθμίζονται σε «ακρότητες», ενεργοποιείται ακριβώς αυτός ο μηχανισμός: τέρατα στη θέση συνηθισμένων ανθρώπων, αρπακτικές ελίτ αντί για μια δομή εξουσίας. Υπό αυτή την έννοια, το να μη νιώθει κανείς ναυτία μπροστά σε αυτά τα έγγραφα μετατρέπεται σε μια μορφή σιωπηρής συνένοχης. Όχι τόσο απέναντι στον Epstein ως άτομο, όσο απέναντι στο οικοδόμημα που τον κατέστησε εφικτό, τον προστάτευσε και τον κανονικοποίησε για δεκαετίες. Η υποβάθμισή τους σε κυνικό εντυπωσιασμό, σε πορνογραφία της φρίκης ή σε αντιδραστικό ρητορικό όπλο, σημαίνει άρνηση της θέασης των διασυνδέσεων· γιατί ακριβώς αυτές οι διασυνδέσεις καθιστούν ορατή, σε συμπυκνωμένη μορφή, μια δομική λογική του καπιταλισμού: τη συσσώρευση μέσω της συστηματικής οικειοποίησης, της χρήσης, της κακοποίησης και της καταστροφής σωμάτων και εδαφών.

Τα αρχεία Epstein εγγράφονται σε μια μακρά ιστορία, όπου η παραγωγή και η κοινωνική αναπαραγωγή οργανώθηκαν μέσα από τη συστηματική εκμετάλλευση υποκειμενικοτήτων που υπέστησαν έμφυλο και φυλετικό διαχωρισμό, υποδουλώθηκαν και αποστερήθηκαν τα υπάρχοντά τους. Η βία που αναδύεται από αυτά αποτελεί μια παιδαγωγική της σκληρότητας, η οποία παράγει ιεραρχίες και χαράζει πάνω στα σώματα ποιος διατάζει και ποιος οφείλει να υπηρετεί ή να αφανίζεται.

Το «γυναικείο σώμα» — μια κατηγορία ιστορικά κατασκευασμένη από την πατριαρχία που περιλαμβάνει όλες τις θηλυκοποιημένες υποκειμενικότητες— υπήρξε το πρώτο αποικιοποιημένο έδαφος, το εργαστήριο όπου δοκιμάστηκαν μορφές κυριαρχίας που στη συνέχεια επεκτάθηκαν σε παγκόσμια κλίμακα. Ο έλεγχος των σωμάτων μας αποτελεί έναν μηχανισμό υλικής οργάνωσης της εργασίας, της αναπαραγωγής και της ιδιοκτησίας. Δεν έπεται της οικονομικής εκμετάλλευσης: είναι η προϋπόθεσή της. Κατά την περίοδο της δουλείας, η σεξουαλική βία πάνω στα σώματα των μαύρων γυναικών αποτέλεσε δομική συνθήκη εκείνου του οικονομικού καθεστώτος. Τα σώματά μας είναι ταυτόχρονα εργατική δύναμη και μέσα αναπαραγωγής της εργατικής δύναμης. Το φύλο, η φυλή και η τάξη δεν είναι διαχωρίσιμοι άξονες στο καπιταλιστικό πατριαρχικό σύστημα της λευκής υπεροχής — ένα πολιτισμικό πλέγμα από νόρμες, πρακτικές και προσδοκίες που καθιστούν εφικτή την επιβολή και οι οποίες, ταυτόχρονα, ενισχύονται από αυτό ακριβώς το περιθώριο ασυδοσίας.

Η δυνατότητα ορισμένων ανδρών να παραμένουν αλώβητοι και σιωπηλοί μπροστά στη φρίκη είναι μια κοινωνική θέση που συγκροτείται στην τομή φύλου, φυλής και τάξης. Η πρώτη μορφή σιωπής είναι εκείνη όσων συνέχισαν τις συναλλαγές με τον Epstein και να δέχονται δωρεές από αυτόν, παρά τις δημόσιες κατηγορίες που, ήδη από το 1996, συσσωρεύονταν χάρη στις καταγγελίες εκατοντάδων γυναικών, ανάμεσα στις οποίες η Maria Farmer και η Annie Farmer. Κατηγορίες που έμειναν επί χρόνια εγκλωβισμένες σε νομικές διαδικασίες και γραφειοκρατικά τερτίπια, στα συρτάρια των ίδιων εκείνων θεσμών που όφειλαν να αποδώσουν ευθύνες. Ένας άλλος τύπος σιωπής είναι αυτός των συντρόφων: το προνόμιο να επιλέγουν να μη βλέπουν, ούτε να αφήνουν να τους αγγίξει η βία πάνω στην οποία θεμελιώνεται η δική τους θέση ως άνδρες· το να προσποιούνται ότι αυτή η βία είναι η αναπόδραστη συνθήκη του κόσμου. There Is No Alternative, baby.

Κι όμως, εναλλακτικές υπάρχουν· και η σιωπή σας, πέρα από το να είναι ανυπόφορη, δεν διαφέρει και πολύ από την πρώτη [τη σιωπή των ελίτ]. Οι αναλύσεις για τον νεοφιλελευθερισμό, τον ιμπεριαλισμό και τον παγκόσμιο εξορυκτισμό δεν μπορούν να σταματούν —όπως συμβαίνει πολύ συχνά— στο κατώφλι της ανδρικής κυριαρχίας, τη στιγμή ακριβώς που διαφαίνεται πως αυτή αποτελεί την υποδομή του ίδιου του συστήματος που καθημερινά τίθεται υπό κριτική. Έτσι, η κουλτούρα του βιασμού απωθείται στο πεδίο της «ηθικής», του «ιδιωτικού», του «τέρατος», στο σημείο ακριβώς που θα έπρεπε να αναγνωριστεί ως θεμέλιο. Ο διαχωρισμός του αγώνα ενάντια στον καπιταλισμό από εκείνον ενάντια στην πατριαρχία είναι μια πολιτική επιλογή που επιτρέπει —ασφαλώς #NotAllMen— τη διατήρηση μιας ζώνης ασφαλείας: εκείνης που επιτρέπει σε κάποιον να μη θέτει υπό αμφισβήτηση τη δική του σχέση με την ιδιοποίηση του σώματος των άλλων* ως υλικού και συμβολικού πόρου.

Η κριτική στη δυτική αρρενωπότητα και η δομική της αντίσταση σε κάθε μετασχηματισμό, θέτει εκ νέου το θεμελιώδες ερώτημα: είναι τελικά εφικτή η συμβίωση με τους άνδρες; Πρόκειται για μια πολιτική διάγνωση θεμελιωμένη σε δεκαετίες υλιστικής και αποαποικιακής φεμινιστικής ανάλυσης, η οποία συνεχίζει να αναμετράται με μια ιστορική μορφή υποκειμενικότητας, που κρυσταλλώθηκε μέσα από αιώνες πατριαρχικής, δουλοκτητικής και καπιταλιστικής βίας. Μια μορφή [αρρενωπότητας] που κατέστησε την απάθεια, την αναλγησία και την άρνηση λογοδοσίας ως τις ίδιες τις προϋποθέσεις για την ύπαρξής της ως πολιτικό υποκείμενο.  

Ωστόσο, ακριβώς επειδή αυτή η μορφή είναι ιστορική, θα μπορούσε και θα όφειλε να μετασχηματιστεί. Όμως η θεωρία δεν αρκεί. Ο μετασχηματισμός δεν συμβαίνει αυθόρμητα, ούτε μέσω της ατομικής καλής θέλησης. Πρέπει να διέλθει μέσα από μια ριζοσπαστική και συλλογική σύγκρουση με τους τρόπους ύπαρξης που έχει παραγάγει η καπιταλιστική πατριαρχία της λευκής υπεροχής. Όσο η κριτική στον καπιταλισμό δεν αποτελεί ταυτόχρονα και μια ριζοσπαστική κριτική στην αρρενωπότητα και στην ανδρική αδελφότητα —η οποία την αναπαράγει μέσα από πλέγματα αλληλοπροστασίας και σιωπηρής συνένοχης— κάθε εγχείρημα ταξικής ανασύνθεσης του αγώνα θα παραμένει ελλιπές. Με άλλα λόγια: αν ο ανταγωνισμός σας σταματά εκεί, τότε δεν αμφισβητεί το σύστημα, αλλά απλώς μαθαίνει να διαχειρίζεται τη θέση του μέσα σε αυτό, χωρίς να λερώνει τα χέρια του.

Η ναυτία που νιώθουμε αποτελεί μια αναγκαία ρήξη με την αυταπάτη ότι ο μετασχηματισμός μπορεί να συμβεί χωρίς σύγκρουση. Είναι το σημείο όπου η διαμεσολάβηση τελειώνει και η επιλογή στρατοπέδου γίνεται επιτακτική. Δεν πρόκειται για θεωρητικές διακηρύξεις, αλλά για την απόφαση να βιώσει κανείς τη φρίκη αντί να την απωθεί, να αναγνωρίσει τη συνένοχη αντί να την προβάλλει σε «εξωτερικά τέρατα». Σημαίνει να καταλάβουμε ότι δεν μπορούμε πια να νιώθουμε ναυτία μόνες μας, ούτε να συνεχίσουμε να προσφέρουμε δωρεάν φροντίδα για να επουλώνουμε σώματα και εδάφη ρημαγμένα από την αρπακτική βία της ανδρικής κυριαρχίας. Σημαίνει επίσης να αποδεχτείτε ότι δεν είμαστε πλέον διατεθειμένες να ακούμε να υποτιμούνται οι επιπτώσεις αυτής της βίας στις ζωές μας — και στις δικές σας— γιατί η ανδρική κυριαρχία είναι η ίδια η προϋπόθεση της εκμετάλλευσής μας.

Η ανοσία στη ναυτία δεν θα γκρεμίσει ποτέ το σπίτι του αφέντη. Είναι το εργαλείο του αφέντη, στην πιο ενδόμυχη μορφή του.

Βιβλιογραφία

Sara Ahmed, The Cultural Politics of Emotion (2004): Δεν υπάρχει ακόμη αυτοτελής ελληνική έκδοση. Ο τίτλος «Η πολιτισμική πολιτική του συναισθήματος» είναι η πιστή μετάφραση που χρησιμοποιείται στη βιβλιογραφία. Από τις εκδόσεις Πουά κυκλοφορεί το βιβλίο: Η Φεμινιστική Ζωή (Living a Feminist Life).

Judith Butler, Ευάλωτη ζωή (Precarious Life, 2004): Κυκλοφορεί στα ελληνικά με τον τίτλο «Ευάλωτη ζωή: Οι δυνάμεις του πένθους και της βίας» από τις εκδόσεις Νήσος.

R.W. Connell, Αρρενωπότητες (Masculinities, 1995/2005). Από τις εκδόσεις Επίκεντρο κυκλοφορεί το βιβλίο του ίδιου συγγραφέα «Το Κοινωνικό Φύλο».

Angela Davis, Γυναίκες, φυλή και τάξη (Women, Race and Class): Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αρχείο 71 (2018).

Denise Ferreira da Silva, Toward a Global Idea of Race (2007):

Silvia Federici, Ο Κάλιμπαν και η Μάγισσα: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις των Ξένων (2011/2015).

Miranda Fricker, Epistemic Injustice: Power and the Ethics of Knowing (2009)

Manon Garcia, Να ζεις με τους άνδρες (Vivre avec les hommes): Πρόσφατη έκδοση από τις εκδόσεις Πουά (2026).

Saidiya Hartman, Scenes of Subjection (1997). Από τις εκδόσεις Τοποβόρος κυκλοφορεί το βιβλίο: Η Αφροδίτη σε δύο πράξεις.

bell hooks: Εγκώμιο του Περιθωρίου / Γράφοντας στο Σκοτάδι: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψηφίδες (2020). Ο φεμινισμός είναι για όλους: Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Πλήθος (2021).

Audre Lorde, The Uses of the Erotic (1978): Δεν υπάρχει αυτοτελής έκδοση, αλλά το δοκίμιο περιλαμβάνεται συχνά σε ανθολογίες ή κυκλοφορεί ως μπροσούρα: Οι χρήσεις του ερωτικού.

Lea Melandri, Amore e violenza: Il fattore molesto della civilita (2011)

Maria Mies, Patriarchy and Accumulation on a World Scale (1986):

Carole Pateman, The Sexual Contract (1988).

Rita Segato: Τα βιβλία της: Ο πόλεμος ενάντια στις γυναίκες (La Guerra contra las mujeres) και Παιδαγωγική της σκληρότητας (Pedagogia de la crueldad) κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Locomotiva.

Hortense Spillers, Mama’s Baby, Papa’s Maybe (1987)

Gayatri Chakravorty Spivak, Μπορούν οι υποτελείς να ομιλούν; (Can the Subaltern Speak? 1988): Κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ακυβέρνητες Πολιτείες (2024).

Klaus Theweleit, Ανδρικές φαντασιώσεις: Γυναίκες, Ροές, Σώματα, Ιστορία (Male Fantasies, 1997): Κυκλοφορεί ο πρώτος τόμος από τις εκδόσεις Βάνιας.


[1] Η Maddalena Fragnito είναι Ιταλίδα καλλιτέχνιδα, ακτιβίστρια και «μάχιμη ερευνήτρια», το έργο της οποίας εστιάζει στις διασταυρώσεις του φεμινισμού, της τεχνολογίας και των πολιτικών της φροντίδας. Κατέχει διδακτορικό στις Σπουδές Μέσων και Φύλου από το Coventry University και η δράση της συνδέεται στενά με την αυτοοργάνωση και τα κοινά. Έχει δημοσιεύσει μελέτες που αναλύουν τη σχέση εξουσίας και φροντίδας, όπως το Rebelling with Care (2019) και το Ecologie della cura (Οικολογίες της φροντίδας, 2021). Η κινηματική της δραστηριότητα επικεντρώνεται στη δημιουργία αυτόνομων δομών και τη συλλογική επανικειοποίηση της κοινωνικής αναπαραγωγής. Είναι συνιδρύτρια του MACAO στο Μιλάνο, ενός αυτόνομου κέντρου για τις τέχνες, τον πολιτισμό και την έρευνα, που αρχικά στεγάστηκε στον κατειλημμένο πύργο Torre Galfa και λειτουργoύσε με οριζόντιες διαδικασίες. Συμμετείχε επίσης στην ίδρυση του SopraSotto, ενός αυτοδιαχειριζόμενου παιδικού σταθμού γειτονιάς στο Μιλάνο που οργανώθηκε από γονείς. Το εγχείρημα αυτό αποτελεί πρακτική εφαρμογή των θεωριών της για τη «φροντίδα ως κοινό». Είναι μέλος του ερευνητικού δικτύου Pirate Care, το οποίο χαρτογραφεί πρακτικές φροντίδας που λειτουργούν στις γκρίζες ζώνες της νομιμότητας για να καλύψουν κοινωνικά κενά. Επίσης, συμμετέχει στο πρότζεκτ OBOT (Our Bodies Our Tech), που διερευνά την αυτονομία του σώματος μέσα από την τεχνολογία, καθώς και στο Institute of Radical Imagination. Ένα δίκτυο καλλιτεχνών και ακαδημαϊκών, που επιμελούνται δράσεις όπως το Raising Care, που συνδέουν την καλλιτεχνική δημιουργία με την κοινωνική δικαιοσύνη.

[2] Για παράδειγμα, βλ. τη μαρτυρία του Ari Ben-Menashe στη δίκη της Ghislaine Maxwell (2021). Για πρώτη πλοήγηση στα δημοσιευμένα αρχεία, ενδεικτικές είναι οι έρευνες του Dropsite News. Για περίπτωση που αφορά την Ιταλία, βλ. τις έρευνες της εκπομπής Report (Rai) και δημοσιεύματα της La Stampa .

[3] Ενδεικτικά αναφέρονται οι σχέσεις του Epstein με την πρέσβειρα Mona Juul, συνδεδεμένη με τις Συμφωνίες του Όσλο, καθώς και με τον Sultan Sulayem, κεντρική μορφή της οικονομικής ελίτ των Ηνωμένων Αραβικών Εμιράτων.