Του Eskandar Sadeghi-Boroujerdi
Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 3 Μαρτίου του 2026

Στη φωτογραφία τα επακόλουθα αεροπορικής επιδρομής κοντά στην πλατεία Ferdowsi στο κέντρο της Τεχεράνης, 2 Μαρτίου 2026 (Hamid Vakili / Parspix / Abaca Press / Alamy)
Εισαγωγή του μεταφραστή E.J.
Ο πόλεμος γύρω από το Ιράν εγγράφεται σε μια ευρύτερη μετάβαση προς ένα πολεμικό καθεστώς όπου η κρίση της διεθνούς ηγεμονίας συνοδεύεται από την κανονικοποίηση της στρατιωτικής επιβολής ως βασικού μηχανισμού ρύθμισης των συγκρούσεων. Η επιχείρηση «αλλαγής καθεστώτος» αποκαλύπτει έτσι ένα από τα παράδοξα της σύγχρονης αυτοκρατορικής πολιτικής: η εξόντωση ενός ηγέτη από εξωτερικές δυνάμεις μπορεί να ανασυγκροτήσει συμβολικά το ίδιο το κράτος που επιχειρείται να αποσταθεροποιηθεί, μετατρέποντας μια ήδη αμφισβητούμενη εξουσία σε μορφή πολιτικού μαρτυρίου.
Η δυτική υπεροψία -εμποτισμένη με οριενταλιστικές και αποικιοκρατικές παραδοχές και ενισχυμένη από τη μέθη της τεχνολογικής και στρατιωτικής υπεροπλίας- φαίνεται πως ίσως να είναι τελικά η μόνη που θα μπορούσε να αποκαταστήσει τη φήμη του Αγιατολάχ Σαγίντ Αλί Χαμεϊνί μετά θάνατον, για μεγάλο μέρους ενός πληθυσμού που τον είχε επανειλημμένα αποκηρύξει μέσα από τις κινητοποιήσεις του όσο ήταν εν ζωή. Οι δυτικές αυτές βεβαιότητες μπορεί τελικά να πνιγούν μέσα στην ίδια τους τη ματαιοδοξία· ωστόσο, νωρίτερα φαίνεται πως θα έχουν καταφέρει να σπείρουν όχι μόνο δεκάδες εκατόμβες νεκρών και την υλικοτεχνική καταστροφή, αλλά και τη νομιμοποίηση κρατών και πολιτικών που είχαν αμφισβητηθεί ολοσχερώς από τους ίδιους τους υποτελείς τους.
Η πολεμική σύγκρουση φαίνεται επιταχύνει μια διαδικασία γενικευμένης στρατιωτικοποίησης που διαπερνά όχι μόνο τα κράτη αλλά και τις ίδιες τις κοινωνίες. Σε έναν κόσμο όπου η νομιμοποιητική ισχύς της λεγόμενης «διεθνούς τάξης» φθίνει, η επιβίωση εμφανίζεται όλο και περισσότερο ως ζήτημα ισχύος και όχι πολιτικής διαμεσολάβησης. Αυτή η μετατόπιση επηρεάζει και τις ίδιες τις μορφές υποκειμενικότητας: ακόμη και τα κοινωνικά υποκείμενα που συγκρούονται με αυταρχικά καθεστώτα μπορεί σύντομα να βρεθούν υπό την αναγκαιότητα να υπερασπιστούν τις ζωές τους, τα σπίτια τους ή ακόμα και τις χώρες τους απέναντι σε εξωτερικούς εχθρούς στο πλαίσιο μιας πολεμικής πολιορκίας. Οι βόμβες δεν καταστρέφουν μόνο τις υποδομές και δολοφονούν μαζικά, αλλά ταυτόχρονα μεταμορφώνουν και υποκείμενα.
Σε αυτή τη συνθήκη, οι εξεγερμένες και οι εξεγερμένοι που βρέθηκαν τα τελευταία χρόνια απέναντι στο ιρανικό καθεστώς βιώνουν μια διπλή αντίφαση. Η εσωτερική τους σύγκρουση με το κράτος δεν εξαφανίζεται, αλλά συμπιέζεται από την εξωτερική επίθεση. Η απόρριψη της αυταρχικής εξουσίας δεν μεταφράζεται αυτομάτως σε αποδοχή της στρατιωτικής επέμβασης που επιχειρεί να την ανατρέψει, ιδιαίτερα όταν αυτή αρχίζει και σκορπά αδιάκριτα το θάνατο. Αντίθετα, η σύγχρονη πολεμική συνθήκη τείνει να παράγει μια όλο και πιο έντονη συσχέτιση ανάμεσα στην κοινωνική εξέγερση και τη γεωπολιτική σύγκρουση, μια συσχέτιση που καθιστά το πεδίο των αγώνων ταυτόχρονα πιο αβέβαιο και πιο σύνθετο.
Σε όλο τον κόσμο οι άνθρωποι συνεχίζουν να αποκηρύσσουν όλο και πιο έντονα τους κυβερνώντες τους αλλά ταυτόχρονα φαίνεται να αναζητάνε άλλους κυβερνώντες σε άλλα μέρη του κόσμου για να τους απελευθερώσουν. Ολοένα και περισσότερο, όσα άτομα δεν ταυτίζονται με ένα γεωπολιτικό στρατόπεδο μοιάζουν παράλογα και παράταιρα σε ένα κόσμο που συνεχίζει να προχωρά με φωτιά και με μαχαίρι. Ιστορικά οι αγωνιζόμενοι και οι αγωνιζόμενες έχουν βρεθεί επανειλημμένα να αγωνίζονται για δίκαιους σκοπούς κάτω από λάθος σημαίες. Πάντα όμως είχε μεγαλύτερη σημασία οι κατευθύνσεις που χάρασσαν τα όνειρα τους για το μέλλον, πολύ περισσότερο τουλάχιστον από τα στενά μονοπάτια που ήταν αναγκασμένοι και αναγκασμένες να βαδίσουν στο εκάστοτε παρόν.
***
«Μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά», λέει μια παλιά περσική παροιμία για τη φωτιά που εξαπλώνεται αδιάκριτα. Όταν η πυρκαγιά ξεσπάσει, οι διαχωρισμοί παύουν να ισχύουν: ανάμεσα σε ό,τι καίγεται εύκολα και σε ό,τι είναι χλωρό, ανάμεσα σε ένοχους και αθώους, ανάμεσα σε δράστες και θύματα.
Ο πόλεμος που εξαπέλυσαν εναντίον του Ιράν οι Ηνωμένες Πολιτείες και το Ισραήλ είναι πόλεμος επιλογής και ύβρις. Πλέον, δεν καταβάλλεται καν η προσπάθεια να παρουσιαστεί ο πόλεμος ως μια αναγκαστική ανταπάντηση, η οποία θα βασιζόταν σε αποδείξεις περί κούρσας του Ιράν για την απόκτηση πυρηνικών όπλων ή απέναντι σε κάποια επικείμενη επίθεση. Τέτοιοι ισχυρισμοί καταρρέουν μπροστά σε οποιοδήποτε διαδικασία αξιολόγησής τους και μόλις μετά βίας στέκουν σαν ρητορικά επιχειρήματα, αν επαναληφθούν έστω και μία φορά. Αυτό που βλέπουμε είναι η υλοποίηση μιας μακροχρόνιας φιλοδοξίας, ενός νεοσυντηρητικού σχεδίου για το οποίο ο Μπενιαμίν Νετανιάχου ασκεί πιέσεις εδώ και δεκαετίες. Ό,τι δεν κατάφεραν να πετύχουν οι δασμοί, ό,τι οι μυστικές επιχειρήσεις, οι στοχευμένες δολοφονίες και ο κυβερνοπόλεμος δεν κατάφεραν να φέρουν σε πέρας, επιχειρείται τώρα να επιτευχθεί μέσω της άμεσης στρατιωτικής ισχύος, η οποία θέτει τη δολοφονία του Αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ στον κεντρικό της άξονα.
Ο Τραμπ και ο Νετανιάχου διατύπωσαν ξεκάθαρα εξαρχής τους μαξιμαλιστικούς τους στόχους. Επρόκειτο για «αλλαγή καθεστώτος». Το τι καθεστώς θα ακολουθούσε παρέμεινε σκόπιμα ασαφές, αφήνοντας τον υπόλοιπο κόσμο να προβαίνει σε επιφυλακτικές εικασίες. Πρόκειται για μια πολιτική καταστροφική και αποδεδειγμένα αποτυχημένη, μια πολιτική που ο ίδιος ο Τραμπ είχε κάποτε υποσχεθεί ότι θα εγκαταλείψει. Όπως όμως και οι μεγαλοστομίες περί αποκατάστασης της αξιοπρέπειας της αμερικανικής εργατικής τάξης, έτσι και η υπόσχεση αυτή εγκαταλείφθηκε μόλις επέστρεψε και πάλι στο Οβάλ γραφείο.
Σε μια κακογυρισμένη επανάληψη του σεναρίου του πολέμου στο Ιράκ, ακούσαμε ότι η Ισλαμική Δημοκρατία επρόκειτο να καταρρεύσει σαν χάρτινος πύργος. Όμως, σε αντίθεση με το 2003, δεν έγινε σχεδόν καμία προσπάθεια να πεισθεί ο υπόλοιπος κόσμος, ή ακόμα και το ίδιο το αμερικανικό Κογκρέσο. Η ρητορική προσπάθεια που συνόδευσε την εισβολή στο Ιράκ, όσο προβληματική κι αν ήταν, έχει πλέον εγκαταλειφθεί. Ακόμη και ανώτεροι Αμερικανοί στρατιωτικοί αξιωματούχοι δυσκολεύονται να εξηγήσουν πώς θα μπορούσαν να επιτευχθούν γρήγορα ή αποφασιστικά οι στόχοι της εκστρατείας. Η υπόθεση της αναπόφευκτης επιτυχίας έχει αντικαταστήσει την ανάγκη διατύπωσης επιχειρημάτων.
Η απουσία αιτιολόγησης δεν είναι τυχαία. Αποτελεί ένα νοσηρό σύμπτωμα ενός διεθνούς συστήματος που βρίσκεται σε κρίση. Οι βεβαιότητες της αμερικανικής ηγεμονίας στην αποκαλούμενη «διεθνή τάξη που βασίζεται σε κανόνες» έχουν παραμορφωθεί ολοσχερώς από τη γενοκτονία στη Γάζα, χωρίς όμως να έχει αναδυθεί κάποια εναλλακτική αρχιτεκτονική στη θέση της. Αντί αυτού φαίνεται να εγκαθίσταται μια πολιτική γκανγκστερικού ιμπεριαλισμού, χωρίς διεθνή ή εσωτερική συναίνεση.
Η λογική του πολέμου βασίζεται σε μια βαθιά λανθασμένη ανάγνωση της Ισλαμικής Δημοκρατίας. Παρά τις εσωτερικές της ρωγμές και τη φθαρμένη νομιμοποίησή της, δεν πρόκειται για μια εύθραυστη προσωπική δικτατορία όπως το Ιράκ του Σαντάμ Χουσεΐν ή η Λιβύη του Μουαμάρ Καντάφι. Η καθοριστική εμπειρία του ιρανικού κράτους υπήρξε ο οκταετής πόλεμος με το Ιράκ, όταν η χώρα ήταν διπλωματικά απομονωμένη και υπό στρατιωτική μειονεξία, αλλά κατάφερε να επιβιώσει μέσω της ιδεολογικής κινητοποίησης και της ασύμμετρη αναπροσαρμογής. Από τότε το καθεστώς επένδυσε σε αποκεντρωμένες δομές διοίκησης, σε πυραυλικά και μη επανδρωμένα συστήματα και σε περιφερειακά δίκτυα. Όλα αυτά σχεδιάστηκαν ακριβώς για το ενδεχόμενο μιας αντιπαράθεσης με στρατιωτικά ισχυρότερους αντιπάλους. Το αν μπορεί να επιβιώσει από έναν γενικευμένο πόλεμο απέναντι στη μεγαλύτερη στρατιωτική δύναμη στον κόσμο παραμένει ανοιχτό ερώτημα. Ήταν όμως εξαρχής απίθανο να καταρρεύσει τις πρώτες ημέρες της σύγκρουσης.
Αυτή τη στιγμή, ο στόχος του Ιράν φαίνεται να μην είναι η εξασφάλιση μιας άμεσης νίκης αλλά η αύξηση του κόστους του πολέμου σε απαγορευτικά επίπεδα. Αντιμετωπίζει τη σύγκρουση ως υπαρξιακή. Εφόσον η αλλαγή καθεστώτος δηλώνεται ως στόχος από τους αντιπάλους του, τότε ο συμβιβασμός παύει να αποτελεί επιλογή. Η στρατηγική που διαμορφώνεται είναι εκείνη της αντοχής και της φθοράς. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει προετοιμαστεί εδώ και καιρό για την πιθανότητα να καταλήξει τελικά σε άμεση αντιπαράθεση με το Ισραήλ και τις ΗΠΑ.
Η δολοφονία του Χαμενεΐ ενδέχεται να άλλαξε τους εσωτερικούς συσχετισμούς. Για χρόνια θεωρούνταν, ακόμη και από επικριτές του καθεστώτος, ότι προσπαθούσε προσεκτικά να διατηρήσει μια εύθραυστη ισορροπία ανάμεσα σε ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας. Ο θάνατός του αφαιρεί μια προσωπικότητα που, παρά την ακαμψία της, λειτουργούσε ορισμένες φορές ως φρένο απέναντι σε πιο ριψοκίνδυνες επιλογές, όπως η επέκταση της σύγκρουσης προς τα κράτη του Κόλπου, τα οποία αποτελούν μέρος του αμερικανικού στρατηγικού πλέγματος στην περιοχή. Αυτή η στρατηγική μπορεί να εκπυρσοκροτήσει εναντίον των ίδιων των εμπνευστών της. Προς το παρόν, ωστόσο, το Σώμα των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης – το οποίο βρίσκεται σταθερά στη θέση του οδηγού – φαίνεται να έχει τον πρώτο λόγο.
Τίποτε εξ αυτών δεν αναιρεί τη βαθιά πόλωση μέσα στην ιρανική κοινωνία. Πολλοί άνθρωποι τρέφουν μια βαθιά και έντονη αποστροφή για το καθεστώς. Χρόνια οικονομικής κακοδιαχείρισης, διαφθοράς, καταστολής και χαραμισμένων ευκαιριών έχουν διαβρώσει το κοινωνικό συμβόλαιο. Οι διαδηλώσεις μετά τον θάνατο της Μάχσα Αμινί το 2022 και η φρικτή σφαγή αρκετών χιλιάδων διαδηλωτών τον Ιανουάριο, αποκάλυψαν βαθιές γενεακές, ταξικές και ιδεολογικές διαιρέσεις που μπορεί να αποδειχθούν ανυπέρβλητες.
Ο πόλεμος όμως μεταβάλλει την πολιτική ψυχολογία με τρόπους που σπάνια είναι γραμμικοί. Όσοι και όσες απεχθάνονται το καθεστώς μπορεί παρ’ όλα αυτά να ανατριχιάζουν μπροστά στην εικόνα ξένων μαχητικών στον ουρανό της χώρας τους και στην ανοιχτή διακήρυξη ότι το κράτος τους πρέπει να διαλυθεί. Η εξωτερική επίθεση δεν εξαφανίζει την εσωτερική δυσαρέσκεια, αλλά δύναται όμως να την αναδιατάξει. Η οργή απέναντι στο καθεστώς ενδέχεται προσωρινά να υποχωρήσει μπροστά στην οργή προς τον επιτιθέμενο. Αυτό που σε καιρό ειρήνης φαίνεται ως μια ασυμβίβαστη ρήξη, μπορεί, υπό το καθεστώς των βομβαρδισμών, να πάρει τη μορφή μιας εύθραυστης αλληλεγγύης. Η Ισλαμική Δημοκρατία έχει χάσει μεγάλο μέρος της επαναστατικής της δυναμικής, αλλά δεν έχει χάσει την ικανότητά της να κινητοποιεί. Παραμένει ικανή να επανοηματοδοτήσει τη σύγκρουση με πολιτισμικούς και αμυντικούς όρους, χρησιμοποιώντας μια ρητορική κυριαρχίας, μαρτυρίου και αντίστασης που καλλιεργείται εδώ και δεκαετίες και αποκτά μια ανανεωμένη δυναμική όταν πέφτουν πύραυλοι.
Η κληρονομιά του Χαμενεΐ δεν ήταν ουδόλως ασφαλής. Σε ηλικία 86 ετών, ηγήθηκε μιας εποχής εντεινόμενης ασφάλειας: της καταστολής των μεταρρυθμιστικών και διαφωνούντων ρευμάτων, της συντριβής του Πράσινου Κινήματος το 2009, της βίαιης καταστολής της εξέγερσης της Μάσχα το 2022-23 και μιας μακράς συσσώρευσης παραπόνων που είναι δύσκολο να απαριθμηθούν. Η στρατηγική αυτονομία και η αποτροπή είχαν προτεραιότητα έναντι των πολιτικών ελευθεριών, του πολιτικού πλουραλισμού και των εγχώριων μεταρρυθμίσεων, ενώ ο ίδιος προωθούσε μια συντηρητική οπτική που καταδίκαζε την «πολιτισμική επίθεση» (tahajom-e farhangi) από το εξωτερικό. Το κύριο μέλημά του ήταν η επιβίωση – του καθεστώτος, του κράτους, της ανεξαρτησίας του Ιράν – σε μια περιοχή όπου οι τύχες του Ιράκ, της Λιβύης και της Συρίας έκρουαν τον κώδωνα του κινδύνου. Για πολλούς Ιρανούς, αυτή η δοξασία που έθετε την ασφάλεια πάνω από όλα είχε ένα απαράδεκτο κόστος και την απέρριψαν κατηγορηματικά.
Αλλά εντός της σιιτικής πολιτικής θεολογίας, το μαρτύριο φέρει μια ιδιαίτερη σημασία. Η μνήμη της Καρμπάλα και του θανάτου του Ιμάμη Χουσεΐν δεν είναι αφηρημένα μοτίβα, αλλά μέρος μιας ζωντανής πολιτικής γλώσσας και θρησκευτικής πρακτικής, όπου το μαρτύριο στα χέρια μιας άδικης εξουσίας αποκτά ηθική εξουσία. Το να σκοτωθείς από έναν εξωτερικό εχθρό δεν σημαίνει απλώς την καθαίρεση ενός ηγέτη· αλλά δύναται να τον αναδιαμορφώσει στην κοινωνική αντίληψη. Κανένας σύγχρονος ιρανός αρχηγός κράτους δεν έχει βιώσει τέτοιο τέλος. Ο Νασέρ αλ-Ντιν Σαχ δολοφονήθηκε το 1896 από έναν εγχώριο ριζοσπάστη. Οι τελευταίοι μονάρχες της δυναστείας των Κατζάρ πέθαναν στο εξωτερικό, στο Παρίσι και στο Σαν Ρέμο. Οι Παχλαβί πέρασαν τις τελευταίες μέρες της ζωής τους στην εξορία, στο Γιοχάνεσμπουργκ και στο Κάιρο. Ο θάνατος του Χαμενεΐ, αντίθετα, θα αφηγηθεί από τα επίσημα μέσα ενημέρωσης ως η απόλυτη θυσία ενάντια στην ξένη επιθετικότητα. Με τον θάνατό του, μπορεί να αποκτήσει μια σαφήνεια και μια συνοχή που του διέφευγαν στη ζωή.
Πολλοί Ιρανοί, και αρκετοί Σύριοι, γιόρτασαν απροκάλυπτα τον θάνατό του, βλέποντας σε αυτό το τέλος μιας φρικιαστικής εσωτερικής κληρονομιάς και μιας περιφερειακής πολιτικής που συνέβαλε στη διατήρηση του καταστροφικού εμφυλίου πολέμου στη Συρία. Ωστόσο, οι οπαδοί του -και δεν είναι λίγοι- τον θεωρούσαν κάτι περισσότερο από μια πολιτική προσωπικότητα. Για αυτούς ήταν ένας marja’ al-taqlid (« μια πηγή άμιλλας»). Η θέση του δεν έφτανε σε εκείνη του Μεγάλου Αγιατολάχ Σιστανί στο Ιράκ, αλλά η εξουσία του εκτεινόταν πολύ πέρα από τα σύνορα του Ιράν, σε εκατομμύρια πιστούς σιίτες. Ο τρόπος του θανάτου του μπορεί να διασώσει, ακόμη και να ανυψώσει, μια κληρονομιά που είχε αμφισβητηθεί βαθιά στο εσωτερικό της χώρας και ταυτόχρονα προκαλούσε δυσαρέσκεια στο εξωτερικό.
Μερικά από τα πιο γνωστά συνθήματα της τελευταίας δεκαετίας τον στοχοποίησαν άμεσα: «Θάνατος στον Χαμενεΐ», «Θάνατος στον δικτάτορα», «Αυτή είναι η χρονιά του αίματος, ο Σαγίντ Αλί θα ανατραπεί». Η οργή προσωποποιήθηκε. Ο Χαμενεΐ δεν ήταν απλώς ένας πολιτικός αξιωματούχος (με σημαντική προσωπική εξουσία και τάσεις ελεγκτικότητας), αλλά η πατριαρχική ενσάρκωση του συστήματος. Αν η πρόθεση του Τραμπ ήταν να απομακρύνει τον Χαμενεΐ από το πολιτικό προσκήνιο, ίσως τελικά πέτυχε το αντίθετο: να τον εδραιώσει σε αυτό, μετατρέποντάς τον στα μάτια των οπαδών του από μια αποτυχημένη φιγούρα σε ένα σύμβολο θυσίας.
Η εξωτερική πολιτική του Τραμπ ταλαντεύεται εδώ και καιρό μεταξύ της γλώσσας περί υποχώρησης και των ξαφνικών μαξιμαλιστικών επιδείξεων δύναμης. Σε αυτή την περίπτωση, οι παλαιοσυντηρητικές τάσεις φαίνεται να έχουν συγχωνευθεί με τον νεοσυντηρητικό ζήλο. Η επιρροή του Νετανιάχου δεν είναι τυχαία. Για δεκαετίες επιμένει ότι μόνο μια αποφασιστική στρατιωτική δράση μπορεί να εξασφαλίσει την ανεξέλεγκτη περιφερειακή κυριαρχία του Ισραήλ. Η αποσάθρωση της Χεζμπολάχ και η κατάρρευση του Άσαντ ερμηνεύτηκαν στο Τελ Αβίβ ως απόδειξη ότι η περιφερειακή θέση του Ιράν είχε υποστεί θανάσιμο πλήγμα. Υπήρχαν ορισμένες εκφάνσεις αλήθειας στο πλαίσιο αυτής της ερμηνείας: και οι δύο εξελίξεις αποτελούσαν σοβαρά πλήγματα για την Τεχεράνη, και τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Τελ Αβίβ κινήθηκαν γρήγορα για να εκμεταλλευτούν τη στιγμή. Ωστόσο, η αποτρεπτική ισχύς του Ιράν δεν εξαντλούνταν στις συμμαχίες του, πολλές από τις οποίες είχαν σφυρηλατηθεί στο χωνευτήρι της αμερικανικής και ισραηλινής υπερεκτίμησης των δυνατοτήτων τους. Η στρατηγική του ήταν επίσης εγχώρια, πολυεπίπεδη, αποκεντρωμένη και εσωτερικά εδραιωμένη. Η προσδοκία ότι η άσκηση επαρκούς πίεσης θα προκαλούσε την κατάρρευση του καθεστώτος μπέρδεψε την εξάντληση με την κόπωση και την ευπάθεια με την παράδοση.
Οι συνέπειες ήδη εκτείνονται προς το εξωτερικό: ανταλλαγές πυραύλων· επιθέσεις σε βάσεις· ξενοδοχεία και λιμάνια· ενεργοποίηση συμμαχικών δικτύων σε ολόκληρη την περιοχή. Αμερικανοί αξιωματούχοι παραδέχονται πλέον την αβεβαιότητα σχετικά με τη διάρκεια και το εύρος της εκστρατείας, ή ακόμη και την ετοιμότητά τους να δεσμεύσουν χερσαίες δυνάμεις στο πλαίσιο αυτής της απερίσκεπτης προσπάθειας. Δεν πρόκειται για μια περιορισμένη επιχείρηση με προβλέψιμα αποτελέσματα. Πρόκειται για μια διευρυνόμενη αντιπαράθεση, τα όρια της οποίας είναι όλο και πιο δύσκολο να προσδιοριστούν.
Ο πόλεμος δεν θα αποκαταστήσει την ισορροπία. Θα αναδιατάξει την περιοχή με βίαιο και απρόβλεπτο τρόπο. Η Ισλαμική Δημοκρατία πιθανότατα θα αναδυθεί μεταμορφωμένη ή αποδυναμωμένη με τρόπους που δεν είναι ακόμη ορατοί. Αλλά η ιδέα ότι θα διαλυθεί απλά όταν βρεθεί υπό πίεση ήταν πάντα φαντασιόπληκτη. Τα κράτη που σχηματίστηκαν μέσω επανάστασης και ατσαλώθηκαν μέσω παρατεταμένης πολιορκίας δεν υποκύπτουν εύκολα σε εξωτερικές επιταγές.
Μαζί με τα ξερά, καίγονται και τα χλωρά. Εκατόν εξήντα πέντε τάφοι έχουν σκαφτεί στο Μινάμπ, στην επαρχία Χορμοζγκάν, για όσες σκοτώθηκαν όταν αμερικανικοί ή ισραηλινοί πύραυλοι χτύπησαν το σχολείο Shajareh Tayyebeh το Σάββατο το πρωί, καθώς ξεκινούσαν τα μαθήματα. Οι περισσότερες από τους νεκρές ήταν κορίτσια ηλικίας μεταξύ επτά και δώδεκα ετών. Η Ουάσιγκτον και το Τελ Αβίβ προσπάθησαν να αποστασιοποιηθούν από τη σφαγή· αλλά οι φωτογραφίες της απόγνωσης παραμένουν.
Ο Τραμπ έχει αναφερθεί σε μια εκστρατεία που θα διαρκέσει εβδομάδες· η σημερινή ηγεσία της Ισλαμικής Δημοκρατίας έχει δώσει όρκο να συνεχίσει τον αγώνα. Οι πόλεμοι επιλογής σπάνια περιορίζονται στους επιδιωκόμενους στόχους τους. Καταναλώνουν όχι μόνο τους μαχητές, αλλά και τις υποθέσεις που τους εμψυχώνουν. Αυτό που ξεκίνησε ως προσπάθεια αλλαγής των ισορροπιών στην περιοχή μπορεί τελικά να επιταχύνει τη διάβρωση της τάξης που θεωρεί ότι μπορεί να συνεχίσει να παρεμβαίνει ατιμώρητα.