Ο στρατιωτικός Κεϋνσιανισμός στον οικονομικό-πολιτικό κύκλο

Transuenze Του Gianmarco Oro

Το παρόν άρθρο δημοσιεύτηκε στις 18 Μαίου του 2022 στον ιταλικό κινηματικό ιστότοπο της μετα-αυτονομίας, MachinaRivista.

Πρόλογος της Συντακτικής Ομάδας

Το άρθρο που δημοσιεύουμε σήμερα εντάσσεται στη θεματική ενότητα «Transuenze» του περιοδικού Machina, μια ενότητα που λειτουργεί ως εργαστήριο θεωρητικής επεξεργασίας των σύγχρονων κοινωνικών μετασχηματισμών. Ο όρος Transuenze αποτελεί έναν πρωτότυπο νεολογισμό, βαθιά ριζωμένο στη φιλοσοφική παράδοση του ιταλικού μεταεργατισμού, και συμπυκνώνει τη μετάβαση σε νέες μορφές ανάλυσης της παγκόσμιας πραγματικότητας. Ετυμολογικά, προκύπτει από τη δημιουργική παραποίηση της λέξης transumanze —της εποχιακής μετακίνησης των κοπαδιών— μεταφέροντάς την στο πεδίο της κοινωνικής οντολογίας για να περιγράψει την πολυεπίπεδη κινητικότητα του «πλήθους».

Στο πλαίσιο αυτό, το Transuenze υποδηλώνει τις διαρκείς μετακινήσεις της εργασίας στον χώρο και τον χρόνο, τον σύγχρονο νομαδισμό και, κυρίως, τη συνειδητή φυγή από το παραδοσιακό εργοστάσιο προς το «κοινωνικό εργοστάσιο». Εδώ, η παραγωγή δεν βασίζεται πλέον αποκλειστικά στη χειρωνακτική δύναμη, αλλά στην άυλη εργασία: την εργασία που παράγει πληροφορία, γνώση, επικοινωνία και συναισθήματα. Αυτή η στροφή αναδεικνύει τον κεντρικό ρόλο της γενικής διάνοιας (general intellect) —της συλλογικής, κοινωνικής γνώσης που ενσωματώνεται στην παραγωγή— μετατρέποντας τη διάνοια και τη γλώσσα σε άμεσα παραγωγικές δυνάμεις.

Το πρόθεμα Trans- σηματοδοτεί ακριβώς αυτή την κίνηση πέρα από τα υπάρχοντα όρια, την υπέρβαση της κλασικής εργατικής τάξης και το πέρασμα από τον φορντισμό στον μεταφορντισμό. Το Transuenze θα μπορούσε να αποδοθεί ως «μεταβάσεις» ή «ροές», συμβολίζοντας μια πολιτική του «περάσματος», όπου η δράση δεν είναι στατική αλλά ένας διαρκής μετασχηματισμός των ροών της γνώσης, του κεφαλαίου και των υποκειμενικοτήτων. Είναι ακριβώς αυτή η θεωρητική ματιά, που μετακινείται ανάμεσα στα πεδία της οικονομίας, του πολέμου και της τεχνολογίας, η οποία διαπνέει το άρθρο του Gianmarco Oro. Η ανάλυσή του για τον στρατιωτικό κεϋνσιανισμό προσφέρει πολύτιμα εργαλεία για να αποκωδικοποιήσουμε πώς ο σύγχρονος καπιταλισμός επιχειρεί να τιθασεύσει τη «γενική διάνοια» και να διαχειριστεί την κρίση μέσω της πολεμικής οικονομίας.

                                                                      ***

Πρόλογος machina

Στις δημοσιεύσεις του, το Transuenze έχει αφιερώσει, και θα συνεχίσει να το πράττει, μεγάλο μέρος της ανάλυσής του, γύρω από τους μετασχηματισμούς της «μετά-covid» οικονομίας. Η σημερινή συμβολή του Gianmarco Oro, διδάκτορα πολιτικής οικονομίας στο Πανεπιστήμιο της Ματσεράτα, εισάγει ένα ζήτημα που κινδυνεύει να καταστεί τουλάχιστον επίκαιρο: την αύξηση των επενδύσεων στην πολεμική βιομηχανία ως μέθοδο εξόδου από την κρίση. Στο άμεσο μέλλον θα προσπαθήσουμε να αφιερώσουμε εκτενέστερο χώρο σε αυτό το θέμα. Το σημερινό άρθρο είναι εξαιρετικά χρήσιμο διότι βοηθά να τοποθετήσουμε ιστορικά τον στρατιωτικό κεϋνσιανισμό εντός του οικονομικο-πολιτικού κύκλου και διότι παρέχει πολύ ενδιαφέρουσες αναγνώσεις για την αποκωδικοποίηση ορισμένων δομικών πτυχών των μεταπολεμικών οικονομικών πολιτικών.

                                                                                    ***

Οι δυτικές χώρες βρίσκονται σήμερα στη φάση της καπιταλιστικής παλινόρθωσης των κοινωνικών και διεθνών σχέσεων στη μετά την πανδημία εποχή. Ταυτόχρονα, οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις ευθυγραμμίζονται και συμφωνούν στο ότι αυτή η παλινόρθωση, δηλαδή η έξοδος από την οικονομική κρίση, πρέπει να επιτευχθεί μέσω ελλειμματικών δημόσιων δαπανών και να χρηματοδοτηθεί με νέο χρήμα (είτε μέσω των κεντρικών είτε μέσω των εμπορικών τραπεζών). Κάτι τέτοιο θα φαινόταν ως το τέλος της λιτότητας και των νομισματικών περιορισμών που χρησιμοποιούνταν ως μέσο πειθάρχησης των κυβερνήσεων, αν δεν μεσολαβούσε το γεγονός ότι η κύρια κατεύθυνση των δημόσιων δαπανών έχει πλέον μετατοπιστεί (με πρόσχημα την αποσταθεροποίηση της Ανατολικής Ευρώπης λόγω της ρωσικής εισβολής στην Ουκρανία) προς την αύξηση των εξοπλιστικών προγραμμάτων (με στόχο το 2% του ΑΕΠ έως το 2024 στους προϋπολογισμούς των χωρών του ΝΑΤΟ). Αυτή η επιλογή έχει προκαλέσει ποικίλες αντιδράσεις, υπέρ ή κατά. Εδώ επιθυμούμε να αφήσουμε άλλες πένες να καταπιαστούν με το γεωπολιτικό, κοινωνικό και ηθικό περιεχόμενο αυτών των αποφάσεων, προκειμένου να παράσχουμε αποκλειστικά μια κριτική ανάλυση των γεγονότων της πολιτικής οικονομίας, όπως αυτά εκδηλώνονται στην τρέχουσα ιστορική συγκυρία.

 Η δεκαετία των πολιτικών που μόλις παρήλθε στην Ευρώπη θα μείνει στη μνήμη για τους δημοσιονομικούς περιορισμούς, την άρνηση της της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας να ανταποκριθεί στον ρόλο του δανειστή έσχατης ανάγκης και την υπο-επένδυση, τόσο στον ιδιωτικό όσο και στον δημόσιο τομέα. Η πολιτική της λιτότητας ελάχιστα αμφισβητήθηκε, σε πρώτη φάση, ακόμη και από την κρίση του κορονοϊού, η οποία επιπλέον ανέδειξε όλες τις δομικές ελλείψεις των εθνικών συστημάτων υγείας. Στη συνέχεια, οι υλικές ανάγκες της πανδημικής ύφεσης και του ενεργειακού πληθωρισμού έπεισαν τους κυβερνώντες να παρέμβουν για την αναθέρμανση της οικονομικής ανάπτυξης, και τα τείχη κατέρρευσαν. Στο σημείο αυτό, αξίζει να αναρωτηθούμε για τη φύση αυτών των δημοσιονομικών φραγμών και για τον λόγο που οι στρατιωτικές δαπάνες —σε αντίθεση με άλλες κοινωνικές ανάγκες— αποδείχθηκαν το μοναδικό εργαλείο ικανό να τους γκρεμίσει.

Το κέρδος και το δημόσιο έλλειμμα

Ας υποθέσουμε ότι εξετάζουμε μια κλειστή οικονομία, χωρίς εμπορικές συναλλαγές με το εξωτερικό. Στην οικονομία αυτή κυριαρχεί η αρχή της ενεργού ζήτησης, σύμφωνα με την οποία η ζήτηση είναι εκείνη που καθορίζει το εθνικό εισόδημα και όχι το αντίστροφο. Επομένως, η συνολική ζήτηση αποτελείται, σε αυτή την περίπτωση, από την κατανάλωση των νοικοκυριών, τις ιδιωτικές επενδύσεις και τις δημόσιες δαπάνες. Το εθνικό εισόδημα που προκύπτει από αυτές διανέμεται μεταξύ των μισθών των εργαζομένων, των κερδών των επιχειρήσεων και της άμεσης και έμμεσης φορολογίας που επιβάλλει η κυβέρνηση. Αν υιοθετήσουμε την ακραία υπόθεση ότι οι εργαζόμενοι δαπανούν ολόκληρο τον μισθό τους σε καταναλωτικά αγαθά, προκύπτει ότι το επίπεδο των επιχειρηματικών κερδών καθορίζεται από τις στρατηγικές δαπανών των κεφαλαιοκρατών (κατά πόσο δηλαδή επιλέγουν να επενδύσουν ή να καταναλώσουν) και από τις δημοσιονομικές αποφάσεις της κυβέρνησης για το έλλειμμα. Για να το θέσουμε με τα λόγια του Kalecki: «Αν ο κυβερνητικός τομέας αποταμιεύει [πλεόνασμα], οι αφαιρέσεις από τα κέρδη θα είναι μεγαλύτερες από τις προσθήκες σε αυτά. Αντιθέτως, ένα κυβερνητικό έλλειμμα αποτελεί θετική πηγή κερδών, διότι περισσότερο χρήμα ρέει από τον κυβερνητικό τομέα προκαλώντας τελικά περισσότερα έσοδα στον εμπορικό τομέα, σε σχέση με όσα το κράτος θα ζητήσει πίσω υπό τη μορφή φόρων» (M. Kalecki, Θεωρία της Οικονομικής Δυναμικής, 1957).

Φαίνεται, λοιπόν, πως η υπόθεση περί «εκτοπισμού» των ιδιωτικών επενδύσεων, που υποτίθεται ότι προκαλείται από την κρατική παρέμβαση στην οικονομία, καταρρίπτεται μπροστά στην υλική πραγματικότητα των μακρο-κοινωνικών ισολογισμών. Επιπλέον, η τελευταία υποδηλώνει ότι, ελλείψει κρατικού ελλείμματος, θα ήταν εξαιρετικά απίθανο για τις επιχειρήσεις να πραγματώσουν ένα χρηματικό κέρδος αυξανόμενο με την πάροδο του χρόνου. Χωρίς το δημόσιο έλλειμμα, πράγματι, το κέρδος θα κατέληγε να εξαρτάται αποκλειστικά από τις δαπάνες των καπιταλιστών. Σε αυτή την περίπτωση, το επίπεδο των κερδών θα παρέμενε στάσιμο και, κατά συνέπεια, θα ήταν αδύνατο να ανακτηθεί η χρηματοδότηση που απαιτείται για τη διεύρυνση της παραγωγής — εκτός αν υπήρχε μια διαρκής μείωση του επιτοκίου (μέχρι να καταστεί αρνητικό) και του φόρου επί των κερδών (μέχρι να μετατραπεί σε επιδότηση). Η κυβερνητική λιτότητα προκαλεί, επομένως, μια καθαρή απώλεια για τον ιδιωτικό τομέα και για την οικονομία στο σύνολό της. Αυτό εξηγεί γιατί σήμερα η κρατική παρέμβαση μέσω ελλειμμάτων αποτελεί την πιο προκρινόμενη οικονομική συνταγή, τόσο ως προς τη σκοπιμότητά της όσο και ως προς την ένταση της επίδρασης που μπορεί να έχει μια νέα ένεση αγοραστικής δύναμης κατά τη διάρκεια μιας υφεσιακής φάσης.

Για να είμαστε ρεαλιστές, ένας οικονομικός χειρισμός αυτού του τύπου θα μπορούσε να επιφέρει αποτελέσματα ακόμη και σε περιόδους εκτός κρίσης, χρηματοδοτώντας νέες επενδύσεις, στηρίζοντας την κοινωνική αναπαραγωγή και μειώνοντας την ανεργία. Οι επιχειρήσεις θα συνέχιζαν να αποκομίζουν κέρδη από τη διεύρυνση του ελλείμματος και, επιπλέον, το έλλειμμα θα προκαλούσε μια έμμεση επίδραση στην κατανάλωση —μέσω μιας μεγαλύτερης κατανομής εισοδήματος στις οικογένειες— ικανή να καταστήσει τη δυναμική του δημοσίου χρέους βιώσιμη σε σχέση με την αύξηση του εθνικού προϊόντος. Με άλλα λόγια, σε μια νομισματική οικονομία, όπου η δαπάνη είναι αυτή που δημιουργεί το εισόδημα, το κρατικό έλλειμμα καταλήγει πάντα να αυτοχρηματοδοτείται μέσα από την ανάπτυξη που το ίδιο πυροδοτεί. Γιατί, λοιπόν, κατά τη διάρκεια της Μεγάλης Ύφεσης, η Ευρώπη επέμεινε τόσο πεισματικά σε μια πολιτική λιτότητας που κινείται στην ακριβώς αντίθετη κατεύθυνση;

Η πλήρης απασχόληση και ο οικονομικοπολιτικός κύκλος

Αν οι ιδιωτικές επενδύσεις δεν επαρκούν για τη διασφάλιση ενός επιπέδου πλήρους (ή έστω ανεκτής) απασχόλησης, το κράτος οφείλει να παρέμβει μέσω της δημόσιας δαπάνης για να αντισταθμίσει την ανεπάρκεια της συνολικής ζήτησης. Πράγματι, θα ήταν δυνατόν να θεμελιωθεί ένα μοντέλο ανάπτυξης πάνω σε αυτές ακριβώς τις βάσεις, με ευεργετικά αποτελέσματα τόσο για τις επιχειρήσεις όσο και για την εργατική τάξη. Ωστόσο, τα όρια που συναντούν τέτοιες παρεμβάσεις μέσα στον καπιταλισμό δεν είναι τεχνικά, αλλά καθαρά ζητήματα ταξικής ισχύος. Ο Καλέτσκι εντόπισε δύο από αυτά ήδη από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Τα όρια αυτά συνδέονται με το συμπαγές μπλοκ που ένα τμήμα του βιομηχανικού και χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου (το λιγότερο διεθνοποιημένο) υψώνει απέναντι στην αυτονομία της κρατικής δαπάνης.

Το πρώτο ζήτημα αφορά τη λειτουργία που επιτελεί η ανεργία εντός της καπιταλιστικής οικονομίας. Όταν το σύστημα προσεγγίζει την πλήρη απασχόληση, η έλλειψη διαθέσιμης εργατικής δύναμης ενισχύει τη διαπραγματευτική ισχύ των εργατών απέναντι στο κεφάλαιο. Οι τελευταίοι μπορούν πλέον να εγείρουν διεκδικήσεις (με δράσεις εργατικής ανυπακοής) και να αποσπάσουν, λόγω της στενότητας στην αγορά εργασίας, ένα υψηλότερο επίπεδο κοινωνικής ισότητας εντός και εκτός της παραγωγής (αυξήσεις μισθών, μείωση ωραρίου, ασφάλεια, κοινωνικό μισθό, υγεία, παιδεία, κ.λπ.). Ο δεύτερος λόγος, και πολύ πιο δομικός, συνδέεται με την ίδια την επιβίωση των καπιταλιστικών επιχειρήσεων ως κοινωνικών οντοτήτων ικανών να επιβάλλουν την κυριαρχία τους πάνω στην εργασία, ελέγχοντας τόσο το επίπεδο όσο και το περιεχόμενο της παραγωγής. Η παγίωση της πλήρους απασχόλησης οδηγεί αναπόφευκτα σε θεσμικούς, κοινωνικούς και ηθικούς κλονισμούς που ανατρέπουν τα θεμέλια του συστήματος. Στο καθαρά οικονομικό πεδίο, οι εργάτες θα αποκτούσαν τη δύναμη να επηρεάζουν άμεσα τη συγκρότηση της δημόσιας δαπάνης. Έτσι, τα μέσα παραγωγής θα μπορούσαν να προσανατολιστούν στη δημιουργία κοινωνικών αξιών χρήσης (σχολεία, νοσοκομεία, κατοικία) αντί για την παραγωγή «ειδών πολυτελείας» ή κοινωνικά άχρηστων εμπορευμάτων, όπως οι εξοπλισμοί.

Με την κερδοφορία σε κάμψη και μια εξασθενημένη ικανότητα επιβολής πειθαρχίας πάνω στη μισθωτή εργασία, οι επιχειρήσεις εξαναγκάζονται σε αύξηση των τιμών για να αποκαταστήσουν τα κέρδη τους, εις βάρος των μισθών και των προσόδων. Μια τέτοια πληθωριστική διαδικασία (η λεγόμενη σπείρα μισθών-τιμών) οδηγεί σε μια ιδιότυπη «ένωση συμφερόντων» μεταξύ βιομηχάνων και εισοδηματιών για τη διασφάλιση των αντίστοιχων εισοδημάτων τους (βιομηχανικό κέρδος και χρηματοπιστωτική/κτηματική πρόσοδος) ενάντια στην πλήρη απασχόληση. Ανεξάρτητα από το πώς ο βιομηχανικός και ο χρηματοπιστωτικός τομέας επιχειρούν να επηρεάσουν την οικονομική πολιτική, η κυβέρνηση, δεδομένου του θεσμικού πλαισίου, δεν μπορεί παρά να αποσυρθεί από επενδύσεις και καταναλωτικές επιδοτήσεις, ισοσκελίζοντας τον δημόσιο προϋπολογισμό και μηδενίζοντας το έλλειμμα. Όταν αποτυγχάνει να το πράξει, υπονομεύει το «κλίμα εμπιστοσύνης» που απαιτούν οι πιστωτές του Κράτους, οι οποίοι προωθούν τότε την «υγιή δημοσιονομική πολιτική» (δημοσιονομικούς ελιγμούς που εξασφαλίζουν υψηλές πραγματικές αποδόσεις στους δημόσιους τίτλους) ως λύση στην οικονομική κρίση· μια κρίση που φαινομενικά γεννάται από το έλλειμμα, αλλά στην πραγματικότητα προκαλείται από την πολιτική αστάθεια.   

Το αποτέλεσμα αυτής της αντίθεσης πρέπει, επομένως, να είναι η αποκατάσταση ενός επιπέδου ανεργίας συμβατού με τους όρους κερδοφορίας των επιχειρήσεων, θεωρούμενων στο σύνολό τους. Με αυτόν τον τρόπο πυροδοτείται ένας πολιτικός-οικονομικός κύκλος, στον οποίο όσο το έλλειμμα παραμένει συμφέρον για τις επιχειρήσεις, αυτές θα ανταποκρίνονται με αύξηση της παραγωγικής ικανότητας και, κατά συνέπεια, της απασχόλησης. Ωστόσο, «η πειθαρχία στα εργοστάσια και η πολιτική σταθερότητα είναι πιο σημαντικές από τα τρέχοντα κέρδη» (M. Kalecki, Πολιτικές όψεις της πλήρους απασχόλησης, στο: Για τον σύγχρονο καπιταλισμό, Editori Riuniti, Ρώμη, 1975) και όταν οι τάξεις που καρπώνονται την πρόσοδο και το κέρδος αισθανθούν ότι απειλούνται από τις διεκδικήσεις των εργαζομένων, θα συσπειρωθούν υπερασπιζόμενες τα προνόμια που απορρέουν από την ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και των περιουσιακών στοιχείων, καθώς και από τον ισοσκελισμένο δημόσιο προϋπολογισμό.  

Ο στρατιωτικός κεϋνσιανισμός

Πάνω στις απλές κατευθυντήριες γραμμές που αναφέρθηκαν παραπάνω θεμελιώθηκε ο πρώιμος κεϋνσιανισμός, ο οποίος ενέπνευσε τις πολιτικές πλήρους απασχόλησης που επιδίωξαν ρητά οι δυτικές κυβερνήσεις μετά το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Ωστόσο, το μάθημα είχε ήδη εμπεδωθεί μέσα στη δίνη της παγκόσμιας σύρραξης, όχι μόνο μέσα από τη θεωρία του Κέυνς, αλλά από την ίδια την οικονομική πρακτική εκείνων των ετών: οι δύο εμβληματικές περιπτώσεις είναι η ναζιστική Γερμανία και οι Ηνωμένες Πολιτείες των Ρούσβελτ-Τρούμαν, που αποτελούν και οι δύο παραδείγματα στρατιωτικού κεϋνσιανισμού.

Η ναζιστική δεξιά καταλαμβάνει την εξουσία στη Γερμανία σε μια στιγμή τρομερής κοινωνικής ερήμωσης που προκάλεσε η Μεγάλη Ύφεση και το επιτυγχάνει ουσιαστικά μέσω πολιτικών για την πλήρη απασχόληση. Σε μια πρώτη φάση κεϋνσιανισμού (ante litteram, καθώς Η Γενική Θεωρία του Κέυνς θα εκδοθεί μόλις το 1936), όπου οι δημόσιες δαπάνες διοχετεύονται αναγκαστικά σε κοινωνικά έργα, στη βιομηχανία και σε έργα υποδομής, ακολουθεί σταδιακά η μετατόπιση της χρηματοδότησης προς την πολεμική βιομηχανία. Η πολιτική σταθερότητα διασφαλίζεται μέσω του κρατικού ελέγχου επί των βιομηχανικών ενώσεων και της κατάργησης της δημοκρατικής εκλογικής διαδικασίας, γεγονός που εξαλείφει το πρόβλημα της «υγιούς δημοσιονομικής πολιτικής». Η πειθαρχία της εργασίας διασφαλίζεται, αντίθετα, μέσω της πολιτικής καταπίεσης: τα συνδικάτα και τα κόμματα της αντιπολίτευσης διαλύονται, μέχρι τη δημιουργία των στρατοπέδων συγκέντρωσης· ο χρόνος εργασίας επιμηκύνεται και η ένταση της εργασιακής δραστηριότητας αυξάνεται υπό τον εξαναγκασμό του φασιστικού κράτους, ενώ η πλήρης απασχόληση για τους «Αρίους» εξασφαλίζεται με την εκδίωξη των Εβραίων από την αγορά εργασίας. Επιπλέον, καθώς οι δαπάνες εκτρέπονται από τα έργα που που αποσκοπούν στην πλήρη απασχόληση προς την πολεμική βιομηχανία, η αύξηση των στρατιωτικών επενδύσεων συνεπάγεται μια προς τα κάτω προσαρμογή της κατανάλωσης (λόγω της μείωσης των πραγματικών μισθών), η οποία πέφτει κάτω από το επίπεδο που αντιστοιχεί στην πλήρη απασχόληση. Με άλλα λόγια, οι εργατικές οικογένειες, αν και πλήρως ενταγμένες στην παραγωγική διαδικασία, υποβιβάζονται σε μια κατάσταση εξανδραποδισμού και ένδειας, καθώς «εδώ ο πολιτικός καταναγκασμός αντικαθιστά τον οικονομικό εξαναγκασμό της ανεργίας» (Kalecki, 1943).

Αντίστοιχα, οι κυβερνήσεις Ρούσβελτ-Τρούμαν επιτυγχάνουν και διατηρούν την πλήρη απασχόληση κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της περιόδου του Ψυχρού Πολέμου, όπου η ατμόσφαιρα και η ρητορική του πολέμου (όπως και της ανοικοδόμησης) αποδείχθηκαν καθοριστικές, προκειμένου να μετριάσουν τις διεκδικήσεις και τις διαφωνίες των κοινωνικών ομάδων και να τις ευθυγραμμίσουν με το εθνικό συμφέρον. Στις επιχειρήσεις απαγορεύεται η αύξηση των τιμών λόγω της έλλειψης πρώτων υλών κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας σύρραξης. Ως αντάλλαγμα, τα υψηλά κέρδη διασφαλίζονται μέσω των κρατικών παραγγελιών για εξοπλισμούς, των σχεδίων για πολεμική καινοτομία που θα συνεχιστούν καθ’ όλη τη διάρκεια του Ψυχρού Πολέμου και πέραν αυτού, της μαζικής προπαγάνδας για «σκληρή εργασία» και θυσίες (αύξηση της παραγωγικής δύναμης των εργατών, καταστολή των συνδικαλιστικών αιτημάτων) και της απαγορευμένης μέχρι τότε, εισαγωγής, γυναικών και Αφροαμερικανών στα εργοστάσια. Και στις δύο περιπτώσεις, η κυβέρνηση ασκεί μια εξουσία πολύ μεγαλύτερη από ό,τι σε ένα κανονικό δημοκρατικό σύστημα σε καιρό ειρήνης. Η αιτία είναι ότι η πλήρης απασχόληση εκθέτει το οικονομικό σύστημα στον κίνδυνο του πληθωρισμού, λόγω μιας αύξησης των πραγματικών μισθών που υπερβαίνει την αύξηση της παραγωγικότητας της εργασίας. Επομένως, όταν η πλήρης απασχόληση γίνεται κυβερνητικός στόχος, η κυβέρνηση οφείλει να μεριμνά όχι μόνο για τη σταθεροποίηση τιμών και μισθών, αλλά και για την επιτάχυνση της τεχνικής προόδου και την προώθηση της σκληρής εργασίας, με σκοπό να εμποδίσει τις επιπτώσεις των δημόσιων δαπανών να διαβρώσουν τα κέρδη.   

Ο μη-στρατιωτικός κεϋνσιανισμός ή ο νεοφιλελευθερισμός

Αυτό που θα αναδυθεί μέσα από μια έκτακτη πρακτική των περιόδων πολέμου θα είναι ένας σοσιαλδημοκρατικός κεϋνσιανισμός, ένα θεσμοποιημένο αναπτυξιακό μοντέλο που θα σφραγίσει την εποχή του «οικονομικού θαύματος». Τα μακροοικονομικά μέτρα θεμελιώνονται εδώ σε δύο αρχές: την εισοδηματική πολιτική και τον προγραμματισμό του προϋπολογισμού με γνώμονα την απασχόληση. Η πρώτη αρχή βασίζεται στον διπλό ρόλο που διαδραματίζει ο μισθός σε αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο. Οι υψηλοί μισθοί εγγυώνται μεγαλύτερη επίδραση των επενδύσεων στην απασχόληση μέσω της μαζικής κατανάλωσης, ενώ η θεσμοποίηση των συνδικάτων επιτρέπει τη συμφωνία για την αναπροσαρμογή του μισθού ανάλογα με την παραγωγικότητα, γεγονός που παράγει αποτελέσματα μεγάλης κλίμακας στην οικονομία, ενθαρρύνοντας τις καινοτομίες. Επιπλέον, το Κράτος ενεργεί ως εργοδότης ύστατης καταφυγής, και το πράτει χρηματοδοτώντας ειδικότερα το κοινωνικό κράτος (welfare) και την κούρσα των εξοπλισμών (κατάλοιπο του στρατιωτικού κεϋνσιανισμού). Ωστόσο, η διαμεσολάβηση μεταξύ των ομάδων συμφερόντων, η πλήρης απασχόληση και η πολιτική σταθερότητα δεν επαρκούν για τη διαφυγή από τον εισαγόμενο πληθωρισμό, που προκαλείται από την έλλειψη ενεργειακών αγαθών και από μια καταναλωτική αγορά που έχει φτάσει σε σημείο κορεσμού. Οι προβλέψεις του Καλέτσκι για την ταξική σύγκρουση και τον πληθωρισμό επαληθεύονται με την πετρελαϊκή κρίση της δεκαετίας του ’70, οδηγώντας σε έναν στασιμοπληθωρισμό που εξαναγκάζει το Κράτος σε μια στρατηγική αναδίπλωση.

Η απάντηση στην κεϋνσιανή κρίση είναι ο νεοφιλελευθερισμός, αρχικά με τη μορφή του μονεταρισμού, ο οποίος αξιωματικά θεωρεί ότι η ανεργία είναι σε μεγάλο βαθμό εθελούσια και ότι οι διακυμάνσεις των μισθών, μαζί με τα δημόσια ελλείμματα, αποτελούν την κύρια αιτία του πληθωρισμού. Αυτό που προκύπτει δεν είναι, ωστόσο, μια καθαρή επιστροφή στο laissez-faire, καθώς το κράτος αλλάζει τη μορφή της παρέμβασής του, αλλά όχι την οικονομική του ουσία. Κινητήριος μοχλός της ανάπτυξης και των κερδών δεν είναι πλέον οι ελλειμματικές δαπάνες (που θεωρούνται μη παραγωγικές και δημοσιονομικά επιζήμιες), αλλά οι καθαρές εξαγωγές, σε ένα είδος νεομερκαντιλισμού. Οι μακροοικονομικές πολιτικές ευνοούν και διευκολύνουν αυτή την αλλαγή κατεύθυνσης. Οι στόχοι μετατοπίζονται έτσι από την πλήρη απασχόληση στην ανταγωνιστικότητα των εθνικών επιχειρήσεων, η οποία (ενδεχομένως ή έμμεσα) θεωρείται επωφελής για την απασχόληση. Για να ενισχυθεί η ισχύς των επιχειρήσεων στις ξένες αγορές, εισάγονται μεταρρυθμίσεις για την ευελιξία της αγοράς εργασίας, όπου εκδηλώνεται εντονότερα ο καθαρός ελεύθερος ανταγωνισμός. Μετά την αρχική συμπίεση των μισθών και της κοινωνικής ασφάλισης, ακολουθεί η συγκρότηση μιας εργατικής υπο-τάξης, του «προλεταριάτου της επισφάλειας» (precariato). Ο πολιτικός διχασμός και η ανεργία επιστρέφουν ως εργαλείο πειθάρχισης πάνω στην εργασία, το οποίο με τη σειρά του διευκολύνει τη διαδικασία του μισθολογικού αποπληθωρισμού. Το κράτος αναδιπλώνεται μέσω των ιδιωτικοποιήσεων σε στρατηγικούς τομείς (επικοινωνίες, αυτοκινητόδρομοι, ενέργεια, χάλυβας κ.λπ.), ωστόσο το έλλειμμα δεν μειώνεται, τόσο λόγω των στρατιωτικών δαπανών (που αντιπροσωπεύουν ένα διόλου ευκαταφρόνητο μερίδιο των συνολικών κερδών) όσο και λόγω της μείωσης των φορολογικών εσόδων. Εν τω μεταξύ, οι εξοπλισμοί διατηρούν τον εργαλειακό τους χαρακτήρα σε βάθος χρόνου, ως εγγύηση για την επιβίωση και τη γεωπολιτική εξάπλωση του καπιταλιστικού σχηματισμού, όταν πλέον οι εμπορικές συμφωνίες εξαντλούν τον ιστορικό τους ρόλο.

Πολιτικές όψεις της παραγωγής

Ένας συλλογισμός γύρω από τις στρατιωτικές δαπάνες, διεξαγόμενος με τους όρους του πολιτικού-οικονομικού κύκλου του Καλέτσκι, μπορεί να βοηθήσει στην αποσαφήνιση ορισμένων πρόσφατων συγκυριακών προσαρμογών της οικονομικής πολιτικής. Φαίνεται να μην υφίσταται μια πραγματική αντιπαράθεση “κράτους εναντίον αγοράς” όσον αφορά τις ποσοτικές επιπτώσεις των ελλειμματικών δαπανών, καθώς οι τελευταίες αποτελούν συστατικό στοιχείο της συνολικής ζήτησης και, ως εκ τούτου, καθοριστικό παράγοντα για τη διαμόρφωση των κερδών. Τα κρίσιμα σημεία της κρατικής παρέμβασης δεν αναδύονται στην οικονομική σφαίρα, αλλά στο πεδίο της πολιτικής σταθερότητας των καπιταλιστικών κοινωνιών, ιδιαίτερα κατά τη διάρκεια κρίσεων ή πολέμων.

Όταν το κράτος παρεμβαίνει συνειδητά για να αυξήσει την απασχόληση, οι μισθοί αυξάνονται ανάλογα με την παραγωγικότητα και, κατά συνέπεια, η δαπάνες κατευθύνεται προς τις απολαβές, την κατανάλωση και τις ανάγκες των νοικοκυριών. Σε περιόδους κρίσης, δηλαδή όταν τα κέρδη υποχωρούν, το κράτος αποκαθιστά σκόπιμα ένα επίπεδο ανεργίας, ανακατευθύνοντας τις δαπάνες, οι οποίες σε ορισμένες περιπτώσεις παραμένουν υψηλές, με στόχο να επιβάλει εκ νέου την πειθαρχία και την υπαγωγή της εργασίας. Οι εξοπλισμοί, σε αντίθεση με ό,τι θα μπορούσε να προκαλέσει η εγχώρια παραγωγή αγαθών πρώτης ανάγκης ή κοινωνικής ωφέλειας (το κράτος πρόνοιας), συνεπάγονται υψηλά κέρδη χωρίς όμως επιπτώσεις στην αύξηση της διαπραγματευτικής δύναμης της εργασίας και σε μια επακόλουθη αναδιανεμητική προσαρμογή του εισοδήματος ή των δαπανών.

Ο κεϋνσιανισμός φαίνεται, λοιπόν, να αποτελεί ένα κοινό έδαφος πάνω στο οποίο εκδηλώνεται, περισσότερο από μια αναδιανεμητική σύγκρουση, ένας ανταγωνισμός μεταξύ διαφορετικών κοινωνικών προσανατολισμών των κρατικών δαπανών και, επομένως, διαφορετικών οπτικών για τη σύνθεση της παραγωγής. Με άλλα λόγια, το αντικείμενο του ζητήματος δεν αφορά τόσο το «πόσο», «πώς» και «πότε» πρέπει το κράτος να δαπανήσει, αλλά την παραγωγική χρήση της εργασίας που επιτελείται από το κοινωνικό σύνολο· δηλαδή το «πόσο», «πώς», «τι» και κυρίως “για ποιον” παράγουμε.