
Του Sandro Mezzadra[1]
Για τον Τόνι Νέγκρι : Σημειώσεις για μια βιογραφία του έργου του
I.
Μπροστά στο έργο του Τόνι Νέγκρι , που αποτελείται από δεκάδες βιβλία και εκατοντάδες άρθρα γραμμένα σε διάστημα εβδομήντα ετών, η αναζήτηση κάποιων ερμηνευτικών κριτηρίων είναι τόσο αναγκαία όσο και επίπονη. Σε μια εξαιρετική συνέντευξη που παραχώρησε στους Vittorio Morfino και Elia Zaru το 2018, ο Νέγκρι αποδέχθηκε ουσιαστικά τη διαίρεση της σκέψης του σε τρεις κύριες κύριες φάσεις, οι οποίες σημαδεύονται αντίστοιχα από την κυρίαρχη παρουσία του Marx, εκείνη του Spinoza, και την δημιουργική εμπλοκή με τους Deleuze, Guattari και Foucault. Είναι ωστόσο σαφές ότι ο Μαρξ του Νέγκρι κατά τη δεκαετία του 1960 είναι πολύ διαφορετικός από εκείνον της δεκαετίας του 1970, ενώ και το έργο του πάνω στον Spinoza διαπλέκεται χρονικά με τον διάλογό του με τη σύγχρονη γαλλική φιλοσοφία. Πέρασαν περισσότερα από σαράντα χρόνια από τη δημοσίευση του πρώτου σημαντικού βιβλίου του Νέγκρι για τον Σπινόζα (γραμμένο στη φυλακή και δημοσιευμένο το 1981) έως τον θάνατό του, περίοδος που σημαδεύτηκε ιδιαίτερα από τη συνάντησή του με τον Michael Hardt και τη συγγραφή της Αυτοκρατορίας , η οποία αποτέλεσε και μια σημαντική καμπή από φιλοσοφική άποψη. Επιπλέον, εξαρχής, το διανοητικό έργο του Νέγκρι υπήρξε, με έναν μη αναγώγιμο τρόπο, έκφραση μιας ριζοσπαστικής στράτευσης και ενός πολιτικού πάθους – ο ίδιος επέλεξε να τιτλοφορήσει την αυτοβιογραφία του Ιστορία ενός Κομμουνιστή. Άλλα σημεία καμπής που σημάδεψαν τη ζωή του: τα Quaderni rossi (Κόκκινα Τετράδια), η Potere Operaio (Εργατική Εξουσία), η Autonomia Operaia (Εργατική Αυτονομία), οι μεγάλες γαλλικές απεργίες του 1995, το παγκόσμιο κίνημα από το Σιάτλ έως τη Γένοβα, η εμπλοκή του στους αγώνες της Λατινικής Αμερικής και οι συζητήσεις των τελευταίων είκοσι ετών, για να αναφέρουμε μόνο μερικά. Υπό αυτή την έννοια, σύμφωνα με τα δικά του λόγια, “η παρουσία του Μαρξ συνέχει όλες τις φάσεις” της σκέψης του.
Σκιαγραφώντας ένα σύντομο προφίλ της επιβλητικής διαδρομής του Νέγκρι, θα ήθελα να επιχειρήσω να συνυφάνω το επίπεδο της θεωρίας και το επίπεδο της αγωνιστικότητας που ο ίδιος μας δίδαξε να διατηρούμε ενιαία, ακόμη και σε συνθήκες που άλλαξαν ριζικά κατά τη διάρκεια της ζωής του (τόσο για ιστορικούς όσο και για βιογραφικούς λόγους). Ας ξεκινήσουμε ενθυμούμενοι ότι ο Νέγκρι δεν γεννήθηκε μαρξιστής. Στο πολιτισμικό κλίμα του Πανεπιστημίου της Πάδοβας, όπου εισήχθη στη Φιλοσοφική Σχολή το 1952, οι σπουδές του επικεντρώθηκαν μάλλον σε κλασικά θέματα της γερμανικής φιλοσοφίας, στα οποία αφιέρωσε τα τρία πρώτα του βιβλία: τον ιστορικισμό, τον νεαρό Χέγκελ, τον καντιανό νομικό φορμαλισμό και τις μετεπαναστατικές του αναδιπλώσεις. Πρόκειται για σημαντικά έργα, προορισμένα να αφήσουν διαρκές αποτύπωμα. Από τον Wilhelm Dilthey, ειδικότερα, ο Νέγκρι αντλεί μια έννοια ιστορικότητας και ιστορικής έκφρασης που θα σφράγιζε για καιρό τη σκέψη του, ενώ η έρευνά του για τις απαρχές του νομικού φορμαλισμού συγκροτεί μια στέρεη βάση για το θεμελιώδες έργο του πάνω στην κριτική του δικαίου κατά τις δεκαετίες του 1960 και 1970. Η φιλοσοφία του δικαίου, με την ιδιαίτερη μορφή που έλαβε στα ιταλικά πανεπιστήμια εκείνα τα χρόνια υπό τον τίτλο Dottrina dello Stato (Θεωρία του Κράτους), υπήρξε σε κάθε περίπτωση το κύριο πεδίο της θεωρητικής εργασίας του Νέγκρι μεταξύ της δεκαετίας του 1950 και των αρχών της επόμενης δεκαετίας. Ήταν η σοσιαλιστική πολιτική του στράτευση και, κυρίως, η συνάντησή του με την εργατική τάξη του Πόρτο Μαργκέρα που καθόρισαν μια πρώτη καμπή στις μελέτες του. «Ήμουν κομμουνιστής πριν γίνω μαρξιστής», έλεγε συχνά ο Νέγκρι. Έγινε όμως μαρξιστής λίγο αργότερα, μελετώντας ειδικότερα το πρώτο βιβλίο του Κεφαλαίου και επαληθεύοντας τις κατηγορίες και τις αναλύσεις του μέσα στο εργοστάσιο, μέσω της “μαχητικής έρευνας” και της διαρκούς συλλογικής συζήτησης με εκείνους τους εργάτες που, στο Βένετο των αρχών της δεκαετίας του ’60, ανακάλυπταν την εκμετάλλευση και επινοούσαν εκ νέου την ταξική πάλη. Το αποτέλεσμα ήταν μια ανάγνωση του Μαρξ ριζικά διαφορετική από εκείνη της Σχολής της Φρανκφούρτης ή του Αλτουσέρ, για να αναφέρουμε τις δύο πιο επιδραστικές στην Ευρώπη του 1960.
Αυτή ήταν η εποχή που γεννήθηκε ο ιταλικός εργατισμός (operaismo), μέσα από περιοδικά όπως τα Quaderni rossi (1961-1966) και το Classe operaia (1964-1967), στα οποία ο Νέγκρι συμμετείχε με πάθος, στις θεωρητικές αντιπαραθέσεις με τους Raniero Panzieri, Mario Tronti, Romano Alquati και Guido Bianchini, μεταξύ άλλων, και συμβάλλοντας στη σκιαγράφηση του προφίλ ενός νέου εργατικού υποκειμένου. Την ίδια στιγμή, η ανάγνωση του Μαρξ αναπροσανατόλισε επίσης το έργο του στο πεδίο του δικαίου, όπως φαίνεται ειδικότερα σε ένα εκτενές δοκίμιο για την εργασία και το Σύνταγμα, το οποίο γράφτηκε το 1964 αλλά εκδόθηκε πάνω από δέκα χρόνια αργότερα. Αντλώντας θεμελιώδεις ιδέες από την ιταλική και γερμανική συνταγματική θεωρία, ο Νέγκρι ιχνηλατεί εδώ τους ποικίλους τρόπους με τους οποίους το κεφάλαιο αναγκάζεται να αντιμετωπίσει την εξέγερση της εργατικής τάξης και του προλεταριάτου, μεταφέροντας στο κράτος και το Σύνταγμα –και άρα κοινωνικοποιώντας– το σύνολο των αντιφάσεων που το συγκροτούν. Αυτό έθεσε τις βάσεις για τις παρεμβάσεις της δεκαετίας του 1970 στις συζητήσεις για τη μαρξιστική θεωρία του κράτους, ενώ μια σειρά ιστορικών μελετών για τις απαρχές του νεωτερικού κράτους θα επανέρχονταν πολλά χρόνια αργότερα σε ένα βιβλίο όπως το Εξεγέρσεις: Συντακτική Εξουσία και Νεωτερικό Κράτος. Πρόκειται για μια από τις σημαντικότερες πτυχές του έργου του Νέγκρι, η οποία συνδυάζει μια αγωνιστική απόρριψη του σοσιαλιστικού ρεφορμισμού αναφορικά με το κράτος, με τον εντοπισμό συγκεκριμένων γραμμών κρίσης εντός του τελευταίου (ειδικότερα στη μορφή που ο ίδιος ορίζει ως “Κράτος-σχέδιο”), οι οποίες θα αναδύονταν ξεκάθαρα μόνο στο πλαίσιο των συζητήσεων για την παγκοσμιοποίηση.
II.
Αν η συνάντηση με την εργατική τάξη στο Πόρτο Μαργκέρα είχε ήδη επιφέρει μια ασυνέχεια σε αυτή την πρώτη φάση της διαδρομής του Νέγκρι, θέτοντας την αναμέτρηση με τον Μαρξ στο επίκεντρό της, η κόκκινη διετία 1968/69 –ο συνδυασμός των παγκόσμιων φοιτητικών εξεγέρσεων και των εργατικών εξεγέρσεων στα εργοστάσια της βόρειας Ιταλίας– σηματοδότησε ένα περαιτέρω σημείο καμπής, φορτισμένο με πολιτικές, θεωρητικές, ακόμη και βιογραφικές ανακατατάξεις. Κατά τη διάρκεια του μακρού ιταλικού ’68, η στράτευση έγινε για τον Νέγκρι, όπως και για χιλιάδες γυναίκες και άνδρες, ένα κριτήριο για την επανεφεύρεσης της ζωής. Υπάρχει εδώ μια συνέχεια με την «εργατιστική» εμπειρία των προηγούμενων ετών, αλλά υπάρχουν και νέα χαρακτηριστικά. Με τη γέννηση της Potere Operaio, η στράτευση κατέστη πολιτική με όλη τη σημασία της λέξης, εδραζόμενη στην παραδοχή ότι η πιθανότητα μιας κομμουνιστικής επανάστασης στην Ιταλία είχε πράγματι διανοιχθεί. Μέσα σε λίγα χρόνια, αναπτύχθηκε εντός αυτής της οργάνωσης μια συζήτηση, η οποία ασφαλώς δεν στερήθηκε απλουστεύσεων και βολονταριστικών επιταχύνσεων, ήταν όμως εξαιρετικά προχωρημένη σε ζητήματα όπως η σχέση μεταξύ των μαζικών αγώνων και της κομματικής δράσης, οι μετασχηματισμοί στην ταξική σύνθεση που πυροδοτήθηκαν από τους μεγάλους αγώνες του 1969, και η χρήση της βίας. Η ιστορία της Potere Operaio έφτασε στο τέλος της το 1973, όταν, με πρωτοβουλία του Νέγκρι και ορισμένων αυτόνομων εργοστασιακών συνελεύσεων του βορρά, απέκτησε δυναμική η ανάπτυξη της Autonomia Operaia.
Στο μεταίχμιο των δεκαετιών του ’60 και ’70, ο Νέγκρι είχε μετατρέψει το Ινστιτούτο της Θεωρίας του Κράτους στο Πανεπιστήμιο της Πάδοβας σε ένα είδος συλλογικού εγκεφάλου στην υπηρεσία του κινήματος. Πρόκειται για μια ιστορία που μένει ακόμη να γραφτεί, στην οποία συμμετείχαν μορφές όπως η Alisa Del Re και η Maria Rosa Dalla Costa, ο Luciano Ferrari Bravo και ο Ferruccio Gambino. Η πρακτική της μαχητικής έρευνας διαπερνούσε ερευνητικά προγράμματα υψηλού ακαδημαϊκού κύρους και ταυτόχρονα αδιαπραγμάτευτα στρατευμένα, ενώ δύο σειρές των εκδόσεων Feltrinelli –τα «Μαρξιστικά Υλικά» (Materiali marxisti) και τα «Μαρξιστικά Φυλλάδια» (Opuscoli marxisti)– εξασφάλιζαν τη δημοσίευση των κειμένων που παράγονταν εντός του Ινστιτούτου της Πάδοβας (συμπεριλαμβανομένων εκείνων του Νέγκρι), καθώς και την τεκμηρίωση της διεθνούς θεωρητικής αντιπαράθεσης. Στο Ινστιτούτο, ο Νέγκρι παρέδωσε μια σειρά μαθημάτων (“33 μαθήματα”) για τον Λένιν το 1972/73. Το βιβλίο που συγκεντρώνει αυτές τις διαλέξεις προσφέρει μια ιδιαίτερα αποτελεσματική οπτική γωνία για την πολιτική του στράτευση εκείνα τα χρόνια, κυρίως επειδή –έχοντας συλληφθεί εντός της εμπειρίας της Potere Operaio– εκδόθηκε το 1977, τέσσερα χρόνια μετά τη διάλυση της οργάνωσης και ενώ η εμπειρία της οργανωμένης Εργατικής Αυτονομίας βρισκόταν σε πλήρη εξέλιξη. Το έργο Εργοστάσιο Στρατηγικής: 33 Μαθήματα για τον Λένιν, επιπλέον, εξαίρει την ώθηση του Λένιν για θεωρητική και πολιτική καινοτομία ενάντια σε κάθε δογματική ανάγνωση του λενινισμού, και προσφέρει μια σειρά πρωτότυπων στοχασμών για τη σχέση μεταξύ αυτόνομης δυναμικής των αγώνων και της πολιτικής τους συγκρότησης, η οποία βρισκόταν στο επίκεντρο των συζητήσεων του ιταλικού κινήματος εκείνη την εποχή.
Για τον Νέγκρι, ο οποίος εγκαταστάθηκε στο Μιλάνο και συντόνιζε τη συντακτική ομάδα του περιοδικού Rosso, τα χρόνια της Αυτονομίας υπήρξαν τόσο φρενήρη από πολιτική άποψη όσο και γόνιμα από θεωρητική. Η υπόθεση του «κοινωνικού εργάτη» προαναγγέλλει το τέλος της κεντρικότητας του εργοστασίου και επιχειρεί να το ερμηνεύσει με επιθετικό τρόπο, ως μια νέα ευκαιρία, ποντάροντας στην κοινωνική διάχυση –στις γειτονιές, στον τομέα των υπηρεσιών, στις μορφές ζωής– των αγώνων και των εργατικών συμπεριφορών που είχαν βυθίσει τον «φορντισμό» σε κρίση. Εδώ ο Μαρξ επιστρατεύεται για μια ανταγωνιστική ανάγνωση της κοινωνικοποίησης της σχέσης του κεφαλαίου, ακολουθώντας μια ερμηνευτική γραμμή που αναπτύχθηκε στα σεμινάρια του Παρισιού το 1978 και στη συνέχεια στο έργο Marx beyond Marx (Ο Μαρξ πέρα από τον Μαρξ). Αν, όπως προαναφέρθηκε, η διάσταση της εργατικής υποκειμενικότητας βρισκόταν ήδη στο επίκεντρο της έρευνας του Νέγκρι από τη δεκαετία του 1960, τώρα –έξω από το εργοστάσιο– το ζητούμενο είναι η σύλληψη μιας πολλαπλότητας διαδικασιών υποκειμενοποίησης που μετατοπίζουν τη μαρξιστική ανάλυση και την κομμουνιστική πολιτική. Η καταγραφή αυτής της μετατόπισης και η ταυτόχρονη, επίμονη προσπάθεια για τη θεωρητική και πολιτική επαναθεμελίωση και των δύο: αυτό ήταν, εντέλει, το πρόγραμμα εργασίας που θα ακολουθούσε ο Νέγκρι τις επόμενες δεκαετίες. Η έρευνά του κατά τη δεκαετία του 1970, επιπλέον, παρουσιάζει και άλλες πτυχές που θα άφηναν ανεξίτηλο σημάδι στη σκέψη του. Για να αναφέρουμε μόνο μία, η επανενεργοποίηση της εργατιστικής θεματικής της «άρνησης της εργασίας» –του σαμποτάζ, των απεργιών, της άμεσης δράσης– προσλαμβάνει έναν καταφατικό τόνο ακόμη και στα πιο μαχητικά του κείμενα, προαναγγέλλοντας το μεταγενέστερο έργο του για την έννοια της «συντακτικής εξουσίας». Η άρνηση της εργασίας, διαβάζουμε για παράδειγμα στο Κυριαρχία και Σαμποτάζ, είναι το «περιεχόμενο της διαδικασίας της αυτοαξιοποίησης», στόχος της οποίας είναι «η πλήρης απελευθέρωση της ζωντανής εργασίας, στην παραγωγή και την αναπαραγωγή, η πλήρης αξιοποίηση του πλούτου στην υπηρεσία της συλλογικής ελευθερίας».
Η περίοδος αυτή σημαδεύτηκε από την άνοδο του Ρόναλντ Ρήγκαν στις Ηνωμένες Πολιτείες (1980). Παρά τις σκληρές συνθήκες εγκλεισμού εκείνων των ετών, ο Νέγκρι δεν σταμάτησε ποτέ να εργάζεται. Το πρώτο του βιβλίο για τον Σπινόζα, η Άγρια Ανωμαλία (L’anomalia selvaggia), γράφτηκε σε φυλακές υψίστης ασφαλείας και αποτελεί ταυτόχρονα ένα φιλοσοφικό ημερολόγιο των αγώνων των προηγούμενων ετών, αλλά και μια απόπειρα να τεθούν νέα θεμέλια για τους αγώνες που θα ακολουθούσαν. Αναμφίβολα, ο Σπινόζα θα αποτελούσε εφεξής θεμελιώδες σημείο αναφοράς για τον Νέγκρι — αρκεί να αναλογιστεί κανείς την κατηγορία του «πλήθους» (multitude), πάνω στην οποία άρχισε να δουλεύει στο βιβλίο του το 1981— όμως ο ίδιος κατανοούσε τη σκέψη του Σπινόζα μέσα σε έναν άξονα που οδηγούσε από τον Μακιαβέλι στον Μαρξ, συγκροτώντας μια ριζοσπαστική υλιστική εναλλακτική εντός της νεωτερικότητας. Η Άγρια Ανωμαλία σηματοδοτεί μια ασυνέχεια στην πορεία του, όμως η απομάκρυνσή του από τη διαλεκτική και η εμμονή του στην οντολογικά συντακτική διάσταση της πολιτικής είχαν ήδη προετοιμαστεί μέσα από την ενασχόλησή του με τα Grundrisse του Μαρξ και τον στοχασμό του πάνω στις έννοιες της αυτονομίας, της αυτοαξιοποίησης (self-valorisation), καθώς και στο πεδίο της χρονικότητας.
Φτάνοντας στο Παρίσι το 1983 για να διαφύγει μια νέα σύλληψη, ο Negri εγκαινίασε —στην εξορία— μια ακόμη ιδιαίτερα γόνιμη περίοδο της ζωής του. Η ενασχόλησή του με τη σκέψη των Michel Foucault, Gilles Deleuze και Félix Guattari, και ειδικότερα η φιλία του με τον τελευταίο, πυροδότησαν μια βαθιά ανανέωση του στοχασμού του. Από φιλοσοφική σκοπιά, τα πρώτα του χρόνια στο Παρίσι χαρακτήρισε η εργασία πάνω στην καταφατική οντολογία (affirmative ontology), μεταξύ άλλων μέσα από το έργο του για τον Giacomo Leopardi και το Βιβλίο του Ιώβ. Παράλληλα, ο τόμος του 1987, Fabbriche del Soggetto (Εργοστάσια του Υποκειμένου), επανεξέταζε τον στοχασμό του πάνω στη μαρξική κατηγορία της πραγματικής υπαγωγής (real subsumption), διερευνώντας τις προεκτάσεις της απέναντι στον αναδυόμενο νέο καπιταλιστικό σχηματισμό. Αυτά ήταν όμως και τα χρόνια που ο Νέγκρι προετοίμαζε ένα από τα σημαντικότερα βιβλία του, το Εξεγέρσεις: Συντακτική Εξουσία και το Μοντέρνο Κράτος, μια συναρπαστική ανασύνθεση της επαναστατικής σκέψης και πρακτικής που διατρέχουν και ρηγματώνουν τη δυτική νεωτερικότητα. Εδώ επανέρχονται —φιλτραρισμένες μέσα από τη νέα ευαισθησία που ανέπτυξε στη μελέτη του για τον Σπινόζα— οι θεματικές που τον είχαν απασχολήσει στην έρευνά του για τις απαρχές του σύγχρονου κράτους. Μια πανίσχυρη ένταση διαπερνά έννοιες όπως η δημοκρατία, η κυριαρχία και το σύνταγμα, ενώ η συντακτική εξουσία επιβεβαιώνεται ως μια πρακτική που διατρέχει τα μεγάλα κείμενα και τις επαναστατικές εξεγέρσεις, διατηρώντας το ενδεχόμενο της επανάστασης διαρκώς ανοιχτό.
Αυτά τα χρόνια στο Παρίσι, ωστόσο, σημαδεύτηκαν επίσης από την από κοινού εργασία με ερευνητές όπως η Antonella Corsani και ο Maurizio Lazzarato, με τους οποίους ο Νέγκρι επανακίνησε (και επικαιροποίησε καταλλήλως) την εργατίστικη μέθοδο της αγωνιστικής συν-έρευνας. Αυτό οδήγησε σε ένα πολύ σημαντικό ερευνητικό έργο πάνω στους μετασχηματισμούς της εργασίας και των δημόσιων χώρων στη μητροπολιτική περιοχή του Παρισιού, όπου δοκιμάστηκαν έννοιες όπως η «δεξαμενή της άυλης εργασίας» . Αυτό υπήρξε το πρώτο τμήμα μιας ανάλυσης των μετασχηματισμών του κεφαλαίου και της εργασίας μετά την παρέλευση του φορντισμού, την οποία ο Νέγκρι θα συνέχιζε μέχρι τα τελευταία του χρόνια, με αδιάλειπτη προσήλωση στη μητροπολιτική διάσταση.
Γύρω από αυτές τις θεματικές διαμορφώθηκε μια νέα περίοδος της στράτευσής του. Η ίδρυση του περιοδικού Futur Antérieur το 1990, μαζί με τον Jean-Marie Vincent και τον Denis Berger, συγκρότησε μια πλατφόρμα διαλόγου ανάμεσα στον ιταλικό μαρξισμό της εργατιστικής παράδοσης και σε ορισμένα από τα πιο ενδιαφέροντα ρεύματα του γαλλικού μαρξισμού, καθιστώντας δυνατή μια πολιτική παρέμβαση ανοιχτή στα μεγάλα διακυβεύματα της διεθνούς συζήτησης (το Futur Antérieur δημοσίευσε κείμενα της Donna Haraway και του Lula, μελλοντικού Προέδρου της Βραζιλίας). Οι μεγάλες γαλλικές απεργίες του 1995 αποτέλεσαν καθοριστικό σημείο καμπής για τον Νέγκρι, ο οποίος τις εξέλαβε ως πεδίο δοκιμής ορισμένων εκ των εργασιακών του υποθέσεων και ως προοικονομία μιας νέας μορφής μητροπολιτικής απεργίας. Στο μεταξύ, είχε επανασυνδεθεί με τμήματα του ιταλικού κινήματος της Αυτονομίας (το κίνημα του Βένετο) και, μέσα από μια σειρά σεμιναρίων στο Παρίσι, είχαν τεθεί τα θεμέλια για μια νέα δυνατότητα πολιτικής παρέμβασης και στην Ιταλία. Όταν, το 1997, ο Νέγκρι αποφάσισε να επιστρέψει στην Ιταλία, γνώριζε ότι τον περίμενε η φυλακή· βασιζόταν, ωστόσο, στα νέα πολιτικά κινήματα που είχαν αναδυθεί τα προηγούμενα έτη, όχι απλώς για το κλείσιμο των δικαστικών λογαριασμών της δεκαετίας του ’70, αλλά πρωτίστως για την πυροδότηση ενός νέου κύκλου αγώνων. Ένα περιοδικό όπως το Posse, στη θεμελίωση και έκδοση του οποίου συνέβαλε ο Νέγκρι με την επιστροφή του στην Ιταλία, στόχευε στην επαλήθευση αυτής της υπόθεσης — μιας υπόθεσης που θα έβρισκε την επαλήθευσή της στις κινητοποιήσεις ενάντια στη σύνοδο των G8 στη Γένοβα, τον Ιούλιο του 2001.
IV.
Αν αναλογιστούμε τους μελαγχολικούς τόνους με τους οποίους μεγάλο μέρος της Αριστεράς προσέγγιζε την «παγκοσμιοποίηση» και τον «νεοφιλελευθερισμό» τη δεκαετία του 1990, μπορούμε να κατανοήσουμε τη ρήξη που επέφερε η έκδοση της Αυτοκρατορίας. Μια νέα και τολμηρή «μεγάλη αφήγηση» ανατρέπει το νόημα των διαδικασιών της παγκοσμιοποίησης, υποδεικνύοντας τη συνδυασμένη ώθηση των εργατικών αγώνων και των αγώνων ενάντια στην αποικιοκρατία και τον ιμπεριαλισμό ως την ουσιαστική κινητήριο δύναμη που ώθησε το κεφάλαιο στην παγκόσμια ολοκλήρωσή του κατά τον 20ό αιώνα. Η Αυτοκρατορία, συνταχθέν από κοινού με τον Μάικλ Χαρντ —τον οποίο ο Νέγκρι συνάντησε στο Παρίσι ενώ ο πρώτος μετέφραζε την Άγρια Ανωμαλία (Anomalia selvaggia)— δεν αρνείται τη σφοδρότητα και τη βία της κυριαρχίας του κεφαλαίου. Ωστόσο, αναζητά μια υποκειμενική σκοπιά ικανή να θεμελιώσει την κριτική και την ανατροπή της — ένα στοιχείο που διατρέχει ολόκληρη τη θεωρητική διαδρομή του Νέγκρι. Σε αυτό το πλαίσιο, η φιγούρα του Πλήθους τίθεται πλέον στο επίκεντρο της έρευνάς του, επιχειρώντας μια ριζική επανεξέταση της σχέσης του με την τάξη. Αν και η Αυτοκρατορία γράφτηκε στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1990, σε μια συγκυρία διαφορετική από τη σημερινή παγκόσμια αναταραχή και ίσως φαντάζει παρωχημένη σε ορισμένα σημεία (για παράδειγμα στη σχέση ανάμεσα στο κεφάλαιο και τον πόλεμο ή ανάμεσα στην Αυτοκρατορία και τον ιμπεριαλισμό), η περιγραφή των διαδικασιών της καπιταλιστικής ενοποίησης σε πλανητικό επίπεδο παραμένει ισχυρή και υποβλητική. Η τάση για τη διάνοιξη νέων χώρων πολιτικής δράσης εξηγεί την ευρεία απήχηση του βιβλίου στο παγκόσμιο κίνημα που διαμορφώθηκε ανάμεσα στο Σιάτλ, το Πόρτο Αλέγκρε και τη Γένοβα. Συγκεκριμένα, η θέση ότι οι εσωτερικές πολιτικές και νομικές σχέσεις πρέπει να αναλύονται σε αναλογία με την υπερεθνική διάσταση, εισάγει μια ριζική καινοτομία στην κατανόηση του διεθνισμού, υπερβαίνοντας τη λογική των συμμαχιών ή της αλληλεγγύης μεταξύ κινημάτων σε εθνική βάση.
Αυτό το τελευταίο σημείο προσφέρει το κλειδί για την κατανόηση μιας σημαντικής πτυχής της βιογραφίας του Νέγκρι κατά την τελευταία εικοσαετία. Το 2003, σε ηλικία εβδομήντα ετών, του επεστράφη τελικά το διαβατήριο. Εκμεταλλευόμενος τη διεθνή απήχηση και τη φήμη που του χάρισε το βιβλίο του “Αυτοκρατορία”, ξεκίνησε μια σειρά ταξιδιών στην Ευρώπη και εν συνεχεία στον Καναδά, την Κίνα και πολλούς άλλους προορισμούς· μόνο οι Ηνωμένες Πολιτείες του αρνήθηκαν την είσοδο. Κυρίως, όμως, ταξίδεψε στη Λατινική Αμερική —αρχικά στη Βραζιλία και έπειτα στην Αργεντινή, τη Βολιβία, τον Ισημερινό, την Κολομβία και τη Βενεζουέλα. Ήταν τα χρόνια της διακυβέρνησης των νέων «προοδευτικών» λατινοαμερικανικών κυβερνήσεων και ο Νέγκρι συμμετείχε στις συζητήσεις που διεξάγονταν τόσο στο εσωτερικό των κυβερνήσεων όσο και στα πλαίσια των κοινωνικών κινημάτων που είχαν προλειάνει το έδαφος για εκείνες τις πολιτικές εμπειρίες. Μέσα από τα ταξίδια του, τις πολυάριθμες συναντήσεις και τις αναγνώσεις του, μελέτησε αυτές τις εμπειρίες προκειμένου να εξαγάγει διδάγματα που θα μπορούσαν να «μεταφραστούν» και σε διαφορετικά συμφραζόμενα, όπως η Ιταλία και η Ευρώπη. Από μεθοδολογική άποψη, σημειώνεται εδώ μια βαθιά καινοτομία σε σχέση με τον τρόπο που ο ίδιος ο εργατισμός είχε συλλάβει τις σχέσεις μεταξύ των διαφόρων περιοχών του κόσμου. Ένα άλλο σημαντικό βιβλίο που έγραψε με τον Χαρντ, το Commonwealth, καταγράφει τις θεωρητικές μετατοπίσεις και τον εμπλουτισμό της σκέψης του, που προέκυψαν ως αποτέλεσμα αυτής της νέας πολιτικής στάσης. Η αναζήτηση νέων πολιτικών χώρων για τη διεξαγωγή του αγώνα για την απελευθέρωση σε έναν πλέον παγκοσμιοποιημένο κόσμο τον οδήγησε να παρακολουθεί στενά τις διεργασίες ολοκλήρωσης που βρίσκονταν σε εξέλιξη στη Λατινική Αμερική, σε μια προσπάθεια να οικοδομήσει μια σειρά «αντηχήσεων» με τον δικό του ριζοσπαστικό ευρωπαϊσμό — ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο έντονων αντιπαραθέσεων στη Γαλλία, λόγω της θέσης του υπέρ του Ευρωπαϊκού Συντάγματος στο δημοψήφισμα του 2005.
Παρά ταύτα, η συνάντηση με τον Χαρντ σφράγισε ανεξίτηλα τα τελευταία είκοσι πέντε χρόνια της ζωής του Νέγκρι. Τα πολυάριθμα έργα που συνέγραψαν από κοινού —για τον πόλεμο και τη δημοκρατία, για το πλήθος και την «συνέλευση» (assembly)— επέφεραν μια εν μέρει μεταμόρφωση στο ίδιο του το συγγραφικό ύφος. Κυρίως, όμως, του προσέφεραν μια θεματική ατζέντα πάνω στην οποία συνέχισε την έρευνά του, τόσο ατομικά όσο και, πρωτίστως, εντός των δικτύων (όπως το Uninomade και το Euronomade) που βοήθησε να συγκροτηθούν στην Ιταλία και τη Γαλλία —όπου τελικά επέστρεψε για να εγκατασταθεί, στο Παρίσι— με σκοπό την επανεκκίνηση της εργατίστικης μεθόδου της έρευνας. Με το πέρασμα των χρόνων, αντί να επαναπαυθεί στα επιτεύγματα μιας μακράς και έντονης ζωής, ο Νέγκρι γινόταν όλο και πιο ανήσυχος, ανικανοποίητος και απαιτητικός απέναντι στον εαυτό του και τους συντρόφους του. Σε θεωρητικό επίπεδο, η εργασία του πάνω στις θεματικές του Κοινού , του γνωσιακού καπιταλισμού και της πληθυντικής σύνθεσης της σύγχρονης ζωντανής εργασίας, τον έφερνε διαρκώς αντιμέτωπο με την ανάγκη για πρακτική επαλήθευση (ενώ παράλληλα τον οδηγούσε σε μια πρωτότυπη επεξεργασία της μαρξικής κατηγορίας του «πάγιου κεφαλαίου»). Σε πολιτικό επίπεδο, η παθιασμένη συμμετοχή του στο ισπανικό κίνημα της 15ης Μαΐου 2011 (Indignados), καθώς και στις εξεγέρσεις στο Μαγκρέμπ και το Μασρέκ και στον επακόλουθο κύκλο των αγώνων του “Occupy”, τον ώθησε να διατυπώσει, μαζί με τον Χαρντ, μια σειρά υποθέσεων για το ζήτημα της ηγεσίας, επαναφέροντάς το εντός της δυναμικής των κοινωνικών κινημάτων και των αγώνων. Αντιμέτωπος με το αδιέξοδο και τις ήττες αυτών των κινημάτων, άρχισε ωστόσο να αναρωτιέται —στη βάση των ίδιων εκείνων υποθέσεων— πώς θα μπορούσαν να διαπλεχθούν αυτές οι δυναμικές και οι αγώνες με μια «κάθετη» διάσταση η οποία, αντί να καταπνίγει τη δημιουργικότητά τους, θα ενίσχυε και θα πολλαπλασίαζε την ισχύ τους. Πράγματι, η αποτελεσματικότητα της μετασχηματιστικής πολιτικής δράσης αποτελεί ένα ερώτημα που ο Νέγκρι αναδιατύπωνε διαρκώς, ιδιαίτερα μπροστά στις κορυφαίες στιγμές των αγώνων στη Γαλλία τα τελευταία χρόνια — από την ανάδυση των Κίτρινων Γιλέκων το 2018 έως το κίνημα ενάντια στη συνταξιοδοτική μεταρρύθμιση το 2023. Υπό αυτή την έννοια, ίσως δεν είναι τυχαίο ότι ένα από τα τελευταία του γραπτά ήταν αφιερωμένο στον Λένιν.
V.
Ολοκληρώνοντας τον τρίτο τόμο της αυτοβιογραφίας του, που εκδόθηκε το 2020, ο Νέγκρι δεν διστάζει να δηλώσει ότι ο κόσμος αλλάζει προς το χειρότερο. «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με έναν αναζωπυρούμενο φασισμό», γράφει, προσθέτοντας ότι «πρέπει να προετοιμαστούμε για τις ακραίες συνέπειες στις οποίες μπορεί να οδηγήσει ο φασισμός: τον πόλεμο». Μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο, που είναι σήμερα πιο επίκαιρος από ποτέ, επαναβεβαιώνει τη ριζοσπαστική φύση αυτού που συχνά αποκαλούσε κομμουνιστική του επιθυμία: «Πρέπει να εξεγερθούμε. Πρέπει να αντισταθούμε. Η ζωή μου φτάνει στο τέλος της, και το να αγωνίζεσαι μετά τα ογδόντα γίνεται δύσκολο. Όμως, ό,τι απομένει από την ψυχή μου με οδηγεί σε αυτή την απόφαση». Ο Τόνι έφυγε, αλλά αυτό που μένει σε εμάς είναι η μαρτυρία μιας ζωής και ενός έργου που μας καλούν σε σκέψη και δράση — να επιμείνουμε σε εκείνη την «τέχνη της ανατροπής και της απελευθέρωσης» που ανανεώνεται διαρκώς μέσα από τις γενιές, προτάσσοντας το δίκαιο της ζωής ενάντια σε εκείνο του θανάτου.
[1] Ο Sandro Mezzadra είναι κεντρική φιγούρα της μετα-εργατιστικής σκέψης. Υπήρξε στενός συνεργάτης του Antonio Negri, με τον οποίο μοιράστηκε την προσπάθεια για την επικαιροποίηση της μαρξιστικής ανάλυσης στην εποχή της παγκοσμιοποίησης. Αποτελεί ψυχή του ιταλικού κινηματικού ιστότοπου Euronomade.info ενός διαδικτυακού κόμβου που συνεχίζει την παράδοση της μαχητικής «έρευνας» του Negri, συνδέοντας τη θεωρία με τα κοινωνικά κινήματα στην Ευρώπη και τη Λατινική Αμερική. Επίσης είναι από τους ιδρυτές του προσφάτως εκδοθέντος περιοδικού Teiko. Στο εμβληματικό του έργο Border as Method (με τον Brett Neilson), υποστηρίζει ότι το σύνορο δεν είναι απλώς μια γραμμή αποκλεισμού, αλλά ένας μηχανισμός παραγωγής υποκειμενικοτήτων. Τα σύνορα φιλτράρουν και ιεραρχούν την εργασία, δημιουργώντας αυτό που ονομάζει «πολλαπλασιασμό της εργασίας». Σε αντίθεση με τις προσεγγίσεις που βλέπουν τους μετανάστες ως θύματα, ο Mezzadra αναδεικνύει την «αυτονομία της μετανάστευσης». Θεωρεί τις μεταναστευτικές ροές ως μια μορφή ταξικού αγώνα που αμφισβητεί έμπρακτα την κυριαρχία του εθνικού κράτους και του κεφαλαίου. Ο Mezzadra εισάγει μια γόνιμη σύνδεση μεταξύ του ιταλικού εργατισμού και των μετα-αποικιακών σπουδών. Αναλύει πώς ο σύγχρονος καπιταλισμός ενσωματώνει μορφές εκμετάλλευσης που παραδοσιακά θεωρούνταν «αποικιακές» (όπως η απόσπαση πλούτου και η καταναγκαστική κινητικότητα) ακόμη και στον δυτικό πυρήνα. Στο τελευταίο βιβλίο του, The Rest and the West (2024), εξετάζει τη μετάβαση σε έναν πολυπολικό κόσμο, αναλύοντας πώς ο πόλεμος και οι εφοδιαστικές αλυσίδες (logistics) αναδιαμορφώνουν τη σχέση μεταξύ κεφαλαίου και κρατικής ισχύος. Επίσης είναι Καθηγητής Πολιτικής Θεωρίας στο Πανεπιστήμιο της Μπολόνια και παραμένει ενεργός στη διαμόρφωση της «νέας γλώσσας» για την απελευθέρωση του πλήθους.